Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και ο «Τυφλός» του Ι. Πολέμη

 




Ι. Ο Σταυρός ως πνευματικός σταθμός κατά την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η οποία εορτάζεται περίπου στο μέσον της Σαρακοστής και συγκεκριμένα την τρίτη Κυριακή (Γ΄ Κυριακή των Νηστειών), είναι ένας από τους πιο σημαντικούς και συμβολικούς σταθμούς στο ταξίδι προς το Πάσχα. Η ημέρα αυτή είναι αφιερωμένη στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου. 

Κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, στολισμένος, συνήθως, με λουλούδια και βασιλικό. Αυτό συμβολίζει τη «ζωηφόρο» δύναμη του Σταυρού -ότι, δηλαδή, το «ξύλο του θανάτου» άνθησε και έδωσε ζωή στον κόσμο.

Οι πιστοί τον προσκυνούν με σεβασμό και ευλάβεια, ενώ ψάλλεται πολλές φορές μέσα στον ναό ο ύμνος: «Τον Σταυρόν Σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την Αγίαν Σου Ανάστασιν δοξάζομεν». Το σύντομο αυτό τροπάριο εκφράζει το βαθύτερο νόημα της ημέρας. Ενώνει δύο μεγάλες αλήθειες: τον Σταυρό (θυσία) και την Ανάσταση (νίκη και σωτηρία). Ο Σταυρός δεν είναι μόνο σύμβολο θυσίας και προοικονομία της Μεγάλης Παρασκευής, αλλά και προοίμιο της νίκης και της ζωής στο Φως και στη χαρά της Ανάστασης.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Εκκλησία, με σοφία και αγάπη, υψώνει τον Τίμιο Σταυρό στον μέσον της Μεγάλης Σαρακοστής και της πορείας προς το Πάσχα. Η Κυριακή αυτή λειτουργεί ως ένας πνευματικός σταθμός, μια όαση, μια σκιά δροσιάς για την πνευματική ενδυνάμωση, το στήριγμα, την παρηγοριά και την ενθάρρυνση του πιστού, προκειμένου να συνεχίσει τον αγώνα της νηστείας, της περισυλλογής, της μετάνοιας. Η ιδιαίτερη αυτή στάση μέσα στη διαδρομή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής λειτουργεί ως μια υπενθύμιση ότι ο δρόμος προς το φως περνά μέσα από τη θυσία, μια θυσία που οδηγεί τελικά στην ελπίδα και τη χαρά. Μετά τον Σταυρό έρχεται η Ανάσταση.

Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας  ο Ιησούς καλεί τον κάθε άνθρωπο να σταθεί για λίγο, να σιωπήσει μέσα του και να συλλογιστεί τον δρόμο της ζωής του. Να σηκώσει τον δικό του σταυρό: δυσκολίες, δοκιμασίες, αγώνες, συγχώρεση, πειρασμούς, ευθύνες, υπομονή και αγάπη προς τους άλλους (Μάρκ. η΄ 34 «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι»). Είναι πρόσκληση να δούμε τον δικό μας σταυρό -όχι ως βάρος που μας συνθλίβει, αλλά ως δρόμο που μας «αλλοιώνει». Ο Σταυρός γίνεται προσωπικός, όταν τον σηκώνουμε με ελευθερία και αγάπη, όχι με μοιρολατρία. Όταν όμως ο άνθρωπος ενώνει τον δικό του σταυρό με τον Σταυρό του Χριστού, τότε ο πόνος μεταμορφώνεται σε ελπίδα και η δοκιμασία σε πνευματική δύναμη.

Στην υμνολογία της Εκκλησίας ο Σταυρός παρουσιάζεται ως «ξύλον ζωής» και θεωρείται το ξύλο που αντιστοιχεί στο δέντρο που υπήρχε στον Παράδεισο. Με αυτόν τον τρόπο έρχεται στο νου μας η αρχική μακαριότητα του Αδάμ αλλά και η πτώση του. Ταυτόχρονα, μας τονίζει ότι, όταν ενωνόμαστε πνευματικά με το νέο αυτό Ξύλο, δηλαδή με τον Τίμιο Σταυρό, δεν οδηγούμαστε πλέον στον θάνατο, αλλά λαμβάνουμε ζωή και αναζωογόνηση. Πρόκειται για ένα μυστήριο και παράδοξο που μπορεί να κατανοηθεί και να χωρέσει μόνο μέσα από τη χριστιανική εμπειρία. Εκεί όπου φαίνεται να κυριαρχεί ο θάνατος, αναδύεται η ζωή. Εκεί όπου υπάρχει η άρνηση, ανθεί η αγάπη. Εκεί όπου υπάρχει ο πόνος, γεννιέται η θεραπεία. Εκεί όπου κάποτε βρισκόταν η πτώση του ανθρώπου, αποκαλύπτεται πλέον η σωτηρία. Έτσι, ο Τίμιος Σταυρός γίνεται η γέφυρα που ενώνει τη γη με τον ουρανό.

Ο Τίμιος Σταυρός αποτελεί το καύχημα της Εκκλησίας, τη δόξα και την τιμή των Αποστόλων, των Μαρτύρων, των Ομολογητών και των Οσίων. Έχει συνδεθεί με αμέτρητες στιγμές της ζωής των χριστιανών και έχει γίνει το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο και σημείο της ταυτότητάς τους. Είναι στήριγμα και δύναμη για τους πιστούς, πνευματικό όπλο απέναντι στον διάβολο, πύλη που οδηγεί στον Παράδεισο και προμήνυμα της Βασιλείας του Θεού.

Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως μάς υπενθυμίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει Ανάσταση χωρίς τον Τίμιο Σταυρό. Ότι η πορεία δεν σταματά στον Γολγοθά, αλλά οδηγεί στον κενό τάφο. Ότι η ζωή του ανθρώπου δεν είναι ένας ατέλειωτος κύκλος πόνου, αλλά ένα ταξίδι προς την ολοκλήρωση και την πληρότητα. Έτσι, ο Σταυρός δεν αποτελεί το τέλος της διαδρομής, αλλά τον δρόμο που οδηγεί στο φως.

 

ΙΙ. Η θεολογία του Σταυρού στη λειτουργική μνήμη και στην ποιητική αφήγηση

Μετά την παρουσίαση και ανάδειξη του βαθύτερου μηνύματος της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και της «στρατηγικής» θέσης που κατέχει ο Τίμιος Σταυρός στην πνευματική πορεία προς το Πάσχα, αξίζει να εξετάσουμε με ποιο τρόπο η ελληνική ποίηση, εμπνεόμενη από τη χριστιανική παράδοση, επιχειρεί να εκφράσει και να αποτυπώσει με καλλιτεχνικό τρόπο τα βαθιά βιώματα της πίστης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ποίημα «Ο τυφλός προ του Σταυρού» του Ιωάννη Πολέμη, όπου η θεολογική έννοια του Σταυρού ως «ζωηφόρου ξύλου» αποκτά μια συγκλονιστική, ανθρώπινη διάσταση μέσα από την λεπτή, ευαίσθητη και συγκινητική ποιητική γραφή.

Μέσα από αφήγηση αυτή αναδύονται ιδέες, κοινά σημεία και νοηματικοί άξονες που φέρνουν σε γόνιμο διάλογο το θεολογικό μήνυμα της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως με το συγκεκριμένο ποίημα. Στο ποιητικό σύμπαν του έργου,  το μυστήριο της Σταύρωσης προσεγγίζεται μέσα από την προσωπική εμπειρία ενός ανθρώπου που, έχοντας δεχτεί το φως από τον Χριστό, ανεβαίνει στον Γολγοθά για να Τον αντικρίσει ξανά. Η συνάντηση του θεραπευμένου τυφλού με τον σταυρωμένο Ευεργέτη του δημιουργεί ένα πεδίο θεμάτων, όπου η λειτουργική μνήμη και η ποιητική αφήγηση συναντώνται σε έναν κοινό χώρο, φωτίζοντας τόσο το εκκλησιαστικό βίωμα όσο και την ποιητική μαρτυρία.

 

ΙΙΙ. Ιωάννης Πολέμης, «Ο τυφλός προ του Σταυρού»

- Τι είν’ η βοή στο Γολγοθά που κόσμος τρέχει απάνω;
- Πηγαίνουν να σταυρώσουν δυο μαζί με κάποιον πλάνο.
- Ποιοι νάν’ οι δυο, που εκδικητής ο χάρος τούς προσμένει;
- Κλέφτες, φονιάδες, άρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι.
- Και ποιος ο πλάνος που κι αυτός θα σταυρωθεί μαζί τους;
- Τους Φαρισαίους ρώτησε, είναι δουλειά δική τους!

*          *          *

- Θα πάω να δω...

Είπα να δω κι ήρθαν στο νου μου πάλι,
τα χρόνια που ήμουνα τυφλός. Τυφλός! Εσείς οι άλλοι
δεν ξέρετε πόσο η ψυχή μέσα στα στήθη είν’ άδεια,
όταν με μάτια ορθάνοιχτα βαδίζει στα σκοτάδια!
Πώς τη θυμούμαι τη στιγμή που εστάθη Αυτός μπροστά μου
και μ’ ευσπλαχνίσθη, κι έσκυψε, πήρε πηλό από χάμου
κι αλείφοντας τα μάτια μου με τον πηλό εκείνο,
μου είπε να πάω στου Σιλωάμ τη στέρνα να τα πλύνω!

*          *          *

Όταν τον πρωτοακτίκρυσα τον Φωτοδότη εμπρός μου,
στην όψη Του είδα όλες μαζί τις ομορφιές του κόσμου.
Μοσχοβολούσε κι έλαμπε το κάθε κίνημά του...
Φως και τα χείλη, κι η φωνή, τα μάτια κι η ματιά Του.
Στα χείλη Του η παρηγοριά, στα μάτια Του η ελπίδα...
Έστρεψα τότε ολόγυρα τα δυο μου μάτια κι είδα
κάθε που ζει και που δεν ζει, κι είδα παντού γραμμένη
την όψη του, λες κι ήτανε καθρέπτης Του η οικουμένη.

*          *          *

Φως η ζωή, χαρά το φως! Ας πάω να δω τον πλάνο
που θα καρφώσουν στο Σταυρό. Κατά το λόφο επάνω
κόσμος, περιγελάσματα κι οχλοβοή κι αντάρα
χίλιες φωνές σαν μια φωνή κι όλες σαν μια κατάρα.
Πού πάει; Σπρώχνει και σπρώχνεται και πνίγεται και πνίγει,
και σταματά προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει
τρεις μαυροφόρες που κρατούν μια λιγοθυμισμένη.
Θε νάναι μάνα η δύστυχη! Ξάφνου, με μιας σωπαίνει
το πλήθος που ανταριάζονταν. -Γκαπ! Γκουπ! Καρφώνουν, κρότοι

πνιγμένοι μέσ’ στα βογγητά! Υψώνονται οι δυο πρώτοι
σταυροίž κανείς δεν στρέφεται. Γκαπ! Γκουπ!

Ξανακαρφώνουν

μα βόγγος δεν ακούγεται. Να, και τον τρίτον υψώνουν

Πώς; Συ που μού ’δωσες το φως, εσένα πλάνο λένε;
Κι ήταν γραφτό τα μάτια μου να βλέπουν για να κλαίνε;
Τι να τα κάνω και της γης και τ’  ουρανού τα κάλλη;

Πάρε το φως που μού ’δωσες και τύφλωσέ με πάλι!

 

Σύντομη απόδοση του περιεχομένου: Το ποίημα περιγράφει την τραγική ειρωνεία που βιώνει ένας άνθρωπος που, ενώ κάποτε ζούσε στο απόλυτο σκοτάδι της τύφλωσης, τώρα έχει θεραπευτεί από τον Χριστό. Μαθαίνοντας ότι στον Γολγοθά πρόκειται να σταυρωθεί ένας «λαοπλάνος», σπεύδει να δει την εκτέλεση, χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι. Όταν όμως αντικρίζει τον κατάδικο, διαπιστώνει έντρομος ότι πρόκειται για τον ίδιο τον Ευεργέτη του. Μπροστά σε αυτή την τραγική αποκάλυψη, η αρχική του χαρά για το δώρο της όρασης μετατρέπεται σε συντριβή και μέσα στον συγκλονισμό της αδικίας, το φως που έλαβε μετατρέπεται σε βάρος, ενώ ξεσπά ευχόμενος να επιστρέψει στην παλιά του τύφλωση παρά να βλέπει τον Φωτοδότη του σταυρωμένο.

 

ΙV. Από το λειτουργικό βίωμα στην ποιητική εικόνα

α) Ο τυφλός ως η αλληγορία της ανθρώπινης ύπαρξης: Ο τυφλός, το πιο κεντρικό σύμβολο του ποιήματος, είναι η αποτύπωση του ανθρώπου που ζει μέσα στην πνευματική άγνοια και αβεβαιότητα, που  συχνά δεν μπορεί να «δει» το βαθύτερο νόημα της ζωής, που αναζητά την αλήθεια μόνο με τη λογική ή τις αισθήσεις. Η τύφλωση δεν δηλώνει μόνο σωματική κατάσταση, αλλά, κυρίως και βαθύτερα, πνευματική. Παράλληλα, όμως, ο τυφλός αντιπροσωπεύει και κάτι θετικό: παρότι δεν έχει φυσική όραση, παρά το σκοτάδι των ματιών, διαθέτει πνευματική ευαισθησία και έχει εσωτερικό φως.

β) Ο συμβολισμός του Σταυρού: Ο Τίμιος Σταυρός, το ισχυρότερο θρησκευτικό σύμβολο μέσα στο ποίημα, λειτουργεί για τον τυφλό ως πηγή ελπίδας, δύναμης, παρηγοριάς και εσωτερικού φωτισμού. Γίνεται το σημείο όπου ο άνθρωπος έρχεται σε βαθιά συνάντηση με τον Θεό, βιώνοντας έντονη συγκίνηση και μια εσωτερική πνευματική αφύπνιση. Με αυτό το νόημα, η Εκκλησία την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως υπενθυμίζει στους πιστούς ότι η θυσία του Χριστού, ως έκφραση της άπειρης αγάπης Του για τη σωτηρία του ανθρώπου από την αμαρτία και τον πόνο, αποτελεί στήριγμα και ενίσχυση των  πιστών στη μέση της Σαρακοστής να συνεχίσουν τον πνευματικό τους αγώνα. Έτσι, η πορεία προς το Πάθος του Χριστού δεν εκφράζει μόνο θλίψη, αλλά είναι προετοιμασία και προσδοκία της χαράς της Ανάστασης.

γ) Η στάση μπροστά στον Σταυρό: Στο ποίημα ο τυφλός στέκεται μπροστά στον Τίμιο Σταυρό με έντονη συγκίνηση, ταπείνωση και ευλάβεια. Αναγνωρίζει τα όριά του, συνειδητοποιεί την ανθρώπινη αδυναμία του και στρέφεται προς το θείο, αναζητώντας στήριξη και καθοδήγηση. Με παρόμοιο τρόπο και οι πιστοί, κατά την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, προσεγγίζουν τον Σταυρό, τοποθετημένο στο κέντρο του ναού, και τον προσκυνούν, αντλώντας παρηγοριά, πνευματική δύναμη και εσωτερική ενίσχυση. Έτσι, ο τυφλός προβάλλεται ως πρότυπο πνευματικής στάσης για τον πιστό, ενώ η παρουσία του Σταυρού μεταμορφώνει τη σκηνή σε μια στιγμή βαθιάς πνευματικής εμπειρίας.

δ) Η έννοια της πνευματικής όρασης: Ένα από τα βαθύτερα φιλοσοφικά μηνύματα του ποιήματος είναι η διάκριση ανάμεσα στη σωματική γνώση που προέρχεται από τις αισθήσεις και στην πνευματική που θεμελιώνεται στην πίστη, στην καρδιά, την εσωτερική εμπειρία. Ο πιο συγκινητικός πυρήνας του ποιήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι ο τυφλός δεν βλέπει τον Τίμιο Σταυρό με τα μάτια, αλλά τον «βλέπει» με την ψυχή, την πίστη και την καρδιά. Αυτή η στάση αποτελεί και την ουσία της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως: οι πιστοί καλούνται να ξεπεράσουν την επιφανειακή παρατήρηση του Σταυρού ως αντικειμένου  και να διεισδύσουν στο πνευματικό βάθος του, κατανοώντας ότι η αληθινή σχέση με τον Θεό δεν βασίζεται μόνο στις αισθήσεις, αλλά ριζώνει στη ζωντανή, βιωματική πίστη.

ε) Ο Σταυρός ως προσωπική και υπαρξιακή σχέση: Στο ποίημα, ο τυφλός απευθύνεται στον Εσταυρωμένο, όχι ως έναν άγνωστο κατάδικο, αλλά ως τον προσωπικό του Ευεργέτη, αναφωνώντας με συντριβή: «Συ που μού ’δωσες το φως…». Η σχέση είναι άμεση, ζωντανή, σχεδόν διαλογική, υπαρξιακή. Ο τυφλός του ποιήματος σηκώνει τον δικό του σταυρό: τον σταυρό της ευγνωμοσύνης. Αντίστοιχα, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως δεν είναι μια αφηρημένη θεολογική μνήμη. Είναι πρόσκληση σε προσωπική συνάντηση: ο κάθε πιστός στέκεται μπροστά στον Σταυρό, κουβαλώντας τη δική του ιστορία, τις δικές του πληγές, τα δικά του τραύματα, τη δική του ευγνωμοσύνη. Το πιο συγκλονιστικό σημείο του ποιήματος είναι η απεγνωσμένη κραυγή: «Πάρε το φως που μού ’δωσες και τύφλωσέ με πάλι», που αποκαλύπτει μια ψυχή που δεν αντέχει να βλέπει την Αγάπη να σταυρώνεται.  Αυτό αγγίζει τον πυρήνα της πνευματικότητας της Σταυροπροσκυνήσεως: ο πιστός, αντικρίζοντας τη θυσία του Θεού, συναισθάνεται το ασύλληπτο μέγεθος της θεϊκής αγάπης και ανακαινίζεται μέσα από αυτή τη βαθιά πνευματική ταραχή.

 

V. Καταληκτικές σκέψεις

Η διακειμενική αυτή σχέση μεταξύ της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως και του ποιήματος «Ο τυφλός προ του Σταυρού», υπερβαίνοντας τα όρια μιας απλής ομοιότητας και τυπικής αντιστοιχίας, αποτελεί έναν πολυεπίπεδο διάλογο βάθους, ανάμεσα αφενός στο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη που «δανείζεται» το ιερό δέος της Σταυροπροσκυνήσεως και αφετέρου στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως που «δανείζεται» τη φωνή του τυφλού.

Εν κατακλείδι, το ποιητικό όραμα του Ιωάννη Πολέμη και το λειτουργικό βίωμα της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως συναντώνται σε μια βαθιά, κοινή και ακλόνητη αλήθεια και αποκάλυψη: ο Τίμιος Σταυρός αποτελεί το σημείο όπου η ανθρώπινη τραγωδία και η οδύνη διασταυρώνονται και αγγίζουν την άβυσσο της θεϊκής αγάπης. Είναι ο τόπος μια ιερής μεταμόρφωσης όπου η ψυχή επαναπροσδιορίσει τον προσανατολισμό της και στρέφεται προς το φως, μετατρέποντας τον θάνατο σε αφετηρία ζωής.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια