Βιβλιοκριτική: "Δώσ' μου κάτι που δεν πεθαίνει" του Βασίλη Κολτούκη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Κουταλάκια
Συγγραφέας: Βασίλης Κολτούκης
Ημερομηνία έκδοσης: 3/2026
ISBN: 978-618-5963-15-6
Σελίδες: 50
Εκδόσεις: Μετρονόμος

 


Η φθαρτότητα του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης είναι αναπόφευκτο γεγονός. Υπάρχει, όμως, κάτι, που, ενώ περιβάλει τη φθαρτότητα, εξακολουθεί και παραμένει αναλλοίωτο στον χρόνο; Ο ποιητής και φωτογράφος Βασίλης Κουλτούκης αναρωτιέται έντονα για την πιθανή ύπαρξή του, καθώς αναζητά το άφθαρτο, το οποίο και επιδιώκει να κατακτήσει μέσα από το έργο του. Η νέα του ποιητική συλλογή υπηρετεί αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Φέρει τον τίτλο «Δώσ’ μου κάτι που δεν πεθαίνει» και κυκλοφορεί, ήδη από τον Ιανουάριο του 2026, από τις εκδόσεις «Μετρονόμος».

Η διάθεσή του στο βιβλίο αυτό είναι άκρως εξομολογητική, καθώς επιχειρεί ξεκάθαρα να μοιραστεί την αγωνία του με το αναγνωστικό του κοινό.

«Γράφω και φωτογραφίζω για να καρφώνομαι ώρες
πίσω απ’ τα φορέματα των εποχών
για να σκάβω λαγούμια και να βγάζω
πέτρες, λάσπη, ταξίδια.» (Σελίδα 9)

Υπηρετώντας τον πόθο της ψυχής και το ιδανικό της ύπαρξης, ο Βασίλης Κουλτούκης αρνείται την προσωρινότητα των πραγμάτων. Επιδιώκει το μόνιμο, το χειροπιαστό, αυτό που θα του εξασφαλίσει τη σιγουριά και την ισορροπία του σ’ έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται από κάτι καινούριο και επίσης παρωδικό. Επιχειρεί για τον λόγο αυτό να καρπωθεί τις στιγμές, να ενεργοποιήσει όλες του τις αισθήσεις, για να τροφοδοτήσει τη μνήμη με εικόνες που θα τον απαλλάξουν από τα υπαρξιακά του κενά, από τα αμέτρητα απωθημένα του και από τα πολλά απραγματοποίητα όνειρά του. Τολμά να ζήσει την απλότητα, να οικειοποιηθεί την ουσία και τη σημαντικότητά της, ενώ παράλληλα ωθεί και τον αναγνώστη να πράξει το ίδιο.

Συμβουλευτικός τρέπεται ο λόγος του, ενθαρρυντικός και προτρεπτικός.

«Χασομέρα το βήμα σου, διαβάτη.
Ποιος είσαι, ποιος ήσουν,
δεν έχει και τόση σημασία.» (Σελίδα 11)

Ο ποιητής έπειτα εστιάζει στην ομορφιά της φύσης και τη μαγεία της. Φωτογραφίζει με λέξεις κάθε εικόνα της ονειρική που είναι σε θέση να προσφέρει γαλήνη στην ψυχή και ταυτόχρονα να αποδιώξει τη θλίψη που ο καθένας κουβαλά μέσα του. Γεύεται την ομορφιά του ανεπιτήδευτου και τη φυλάσσει με προσοχή στο νου και την καρδιά του για να μη φθαρεί από τη μανιώδη αυτοκαταστροφικότητα του κόσμου, επομένως και τη δική του. Την αποτυπώνει για περισσότερη σιγουριά σε φωτογραφίες και σε στίχους, για να διατηρήσει έτσι τη φρεσκάδα της παντοτινή, εις τους αιώνες των αιώνων.

Στη συνέχεια, με άκρως συμβολική γραφή, χαρακτηριστικό γνώρισμα του ποιητή στο σύνολο του έργου του, καυτηριάζει τη μοναξιά και τη μεταστροφή του ανθρώπου από κοινωνικό ον σε απομονωμένο. Το ποίημά του σε σελίδα 15 του βιβλίου συγκλονίζει.

«Παλιά μ’ ένα βιβλίο ταξιδεύαμε,
κάποιος το διάβαζε δίπλα στη φωτιά
και όλοι άκουγαν.

Τώρα εκατομμύρια βιβλία,
ο καθένας έχει το δικό του,
χάθηκαν οι άνθρωποι μες στις σελίδες
και η φωτιά έσβησε.»

Ωστόσο, ο ποιητής δε στέκεται σε μια απλή αποτύπωση της συνθήκης που τον μαραίνει συναισθηματικά και τον συντρίβει. Περιγράφει μεν την ανθρώπινη κατάπτωση μέσα από εικόνες θλιβερές που, όμως, καθρεφτίζουν και την αγωνιώδη προσπάθειά του για την κατάκτηση της ήδη χαμένης ευτυχίας του.

Διαπιστώνει ακόμα την πρόθεση της ελπίδας, που επιμένει να αφήνει ανοιχτό το παράθυρό της στο φως, για να προκύψει η πολυπόθητη αλλαγή. Ακούει στο όνομα θέληση, πίστη, προσπάθεια, αντοχή, μοίρασμα, επικοινωνία, συνεργασία, εμπιστοσύνη.

Κάποια ποιήματα της συλλογής του είναι ολιγόστιχα. Λειτουργούν ως απλές και ταυτόχρονα οδυνηρές αποφθεγματικές διαπιστώσεις.

Ο συμβολισμός καθιστά τον λόγο του ποιητή επιμελώς μετέωρο και όχι απόλυτα στοχευμένο, παρόλ’ αυτά ακόμα πιο σκοτεινό, πιο μελαγχολικό, πιο εσωτερικό, πιο περιεκτικό, πιο υπαινικτικό και καταγγελτικό ταυτόχρονα. Η περιγραφή του τοπίου μεταφέρει τη σκέψη σε μια άλλη περιγραφή, σ’ αυτή που αποτυπώνει τη σκληρή πραγματικότητα σε όλες της τις εκφάνσεις. Κι ο λόγος είναι η στοχοποίηση της κατάπτωσης, της παρακμής, της ολοκληρωτικής ασχήμιας, που καλύπτει ύπουλα και μεθοδευμένα την αρχική ομορφιά του κόσμου, αυτού που κάποτε υπήρξε φωτεινός, μελωδικός, ονειρικός, υπέροχος.

Ένα παράπονο ξεπηδά από τον λόγο του ποιητή. Αφορά την πλάνη του ανθρώπου, που, ακόμα και τώρα, καθοδηγεί το βήμα του σχεδόν με τη βία. Η μόνη πράξη αντίστασης είναι η ελπίδα του και η λυπηρή αίσθηση πως ένα θαύμα μονάχα μπορεί να τον σώσει.

«Ευτυχώς υπάρχει ο ουρανός
ν’ αφήσουμε τα μάτια μας
να ξεπλυθούν ανέμελα κι αθώα,
ανάλαφρη να ζυγιάζεται η ψυχή,
να φεύγει απ’ τα σκοτάδια της.» (Σελίδα 26)

Μέσα σε όλα τα φθαρτά της ζωής ο ποιητής υπενθυμίζει πως μόνο το θαύμα της φύσης και τα δώρα της παραμένουν αιώνια, για να ζεσταίνουν τις πονεμένες καρδιές, που πλέον κουράστηκαν να παλεύουν για το ανώφελο τίποτα.

«Ο ήλιος όμως πάντα θ’ αστράφτει μέσα στην καρδιά» (Σελίδα 28)

Η σωτηρία ακούει και πάλι στο όνομα ελπίδα, παρά τη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου τέλους. Η σημασία εδώ δίνεται στο ταξίδι, στη διαδρομή, στο εδώ και στο τώρα της ανθρώπινης ύπαρξης, στην τακτοποίηση των στιγμών του παρελθόντος, που λειτουργούν ευεργετικά στην ομαλή και γαλήνια αντιμετώπιση του τώρα μέσω του μηχανισμού της αναπόλησης.

Η διαμαρτυρία της ήττας είναι εκ των πραγμάτων αναμενόμενη, θα συμφωνήσει ο ποιητής. Εντούτοις, ένα γιατί ξεπηδά στον λόγο του, παρόλο που γνωρίζει ακριβώς τι είναι αυτό που φταίει και επιφέρει στον κόσμο τη συντριβή. Δεν κρύβεται, ωστόσο, πίσω απ’ το δάχτυλό του. Καταγγέλλει κι άλλοτε υπαινίσσεται την αιτία. Είναι η πολιτική και οι υπηρέτες της, που άλλα υποσχέθηκαν στην αρχή και άλλα έπραξαν, αυτοί που ποτέ δε θα σταθούν αντάξιοι των προσδοκιών του απλού ανθρώπου. Παρομοιάζονται ως μάγοι με τα δώρα τους που ακόμα δε φάνηκαν.

«Χρόνια πολλά περάσανε, γεράσαμε,
τα μάτια θόλωσαν, τα χρόνια σκόρπισαν
κι οι μάγοι με τα δώρα δεν φάνηκαν ακόμα.» (Σελίδα 38)

Ο ποιητής κάνει λόγο και για τον ίδιο τον θάνατο, για τον φόβο του ερχομού του, για την αναπόφευκτη μοίρα του τέλους, για τη θλίψη που προκαλεί στον άνθρωπο το απαρηγόρητο γιατί της προσωρινότητάς του.

«Φευγαλέες φυσαλίδες ταξιδεύουμε
με τον φόβο στα μάτια, τη συντριβή στα στήθη» (Σελίδα 40)

Ώσπου η σκέψη του επικεντρωθεί και πάλι στη μοναξιά του ανθρώπου ως επιλογή, ως άρνηση αλλαγής της συνθήκης, ως φόβος και ατολμία για την εξάλειψή της. Το αποτέλεσμα της ήττας είναι αναπόφευκτο, θα επισημάνει.

«Σχέδια που κάναμε και γίνανε σχεδία,
χάρτινος στολίσκος αταξίδευτος
ναυαγισμένος σε ρηχά νερά.» (σελίδα 45)

Η ποίηση του Βασίλη Κουλτούκη, δοσμένη εξολοκλήρου σε ελεύθερο στίχο, είναι μια ποίηση διαπίστωσης, σπαρακτική και ευαίσθητη. Υπαρξιακή και με πληθώρα νοημάτων και ερμηνειών, προτρέπει τον αναγνώστη στον στοχασμό, ταρακουνά τη σκέψη του και την προβληματίζει επιδιώκοντας την αφύπνισή του, το ξύπνημα της συνείδησής του και την αντίδρασή του. Ο επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων στη ζωή του είναι ο τρόπος που υποδεικνύει σαφέστατα για την καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής του, για τη διεκδίκηση της πραγματικής του ευτυχίας.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια