Βιβλιοκριτική: "Ιζηματογενή πετρώματα" της Μαργαρίτας Παπαμίχου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Ιζηματογενή πετρώματα
Συγγραφέας: Μαργαρίτα Παπαμίχου
Ημερομηνία έκδοσης: 12/2025
ISBN: 978-618-5963-07-1
Σελιδες: 72
Εκδόσεις: Μετρονόμος 

 

 

Τη δεύτερη ποιητική της συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις «Μετρονόμος» η εκπαιδευτικός και ποιήτρια Μαργαρίτα Παπαμίχου με τίτλο «Ιζηματογενή Πετρώματα». Με αυτόν τον ιδιαίτερο τίτλο, που παραπέμπει στο είδος των πετρωμάτων που σχηματίζονται ύστερα από απόθεση ή καταβύθιση υλικών που βρίσκονται σε αιώρηση ή διάλυση μέσα σε ένα ρευστό μέσο (νερό ή αέρας) και τη μετέπειτα συγκόλληση των υλικών που αποτέθηκαν, μας εισάγει στον δικό της ποιητικό κόσμο που δεν απέχει και πολύ από τον κόσμο των εν λόγω πετρωμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται από τη στρώση των υλικών τους σε διαδοχικά επίπεδα και από τα απολιθώματα τα οποία βρίσκονται μόνο σε ιζήματα.

Η ποιήτρια φιλοξενεί στο εξώφυλλο της συλλογής της μια φωτογραφία ενός ιζηματογενούς πετρώματος, προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια το είδος του υλικού στο οποίο και αναφέρεται. Ποια είναι όμως τα δικά της ιζηματογενή πετρώματα για τα οποία κάνει λόγο εντός του βιβλίου της και ποια η σύνδεσή τους με τον καθαυτό ορισμό που δόθηκε παραπάνω;

Αναμφισβήτητα, ο τίτλος της ποιητικής της συλλογής λειτουργεί μεταφορικά, όπως επίσης και οι επιμέρους ενότητές της, Ασβεστόλιθος, Σχιστόλιθος, Άργιλος, Μάργα, Ψαμμίτης. Όπως και τα πετρώματα δημιουργούνται αργά και υπομονετικά μέσω συγκεκριμένων διαδικασιών συμπίεσης, φθοράς και μεταμόρφωσης, έτσι και η ίδια η ζωή πλάθεται στο βιβλίο της κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, υπό την πίεση του χρόνου, των συνθηκών, των αναπόφευκτων απωλειών, των πολλών και διαφορετικών βιωμάτων, της μετατόπισης συναισθημάτων, της επανάληψης λαθών και της φθοράς επιθυμιών, πράξεων, αποτυχιών και εμπειριών, για να προκύψει στο τέλος η τελική της όψη, ένα ξεχωριστό ιζηματογενές πέτρωμα που φέρει τη δική του ξεχωριστή ιστορία ύπαρξης.

Στην πρώτη ενότητα της συλλογής της η ποιήτρια ξεκινά με αναφορές στο προσωπικό της παρελθόν. Μια άκρως εξομολογητική κατάθεση ψυχής αποτελεί ο λόγος της. Εστιάζει αρχικά στα πρώτα στάδια της αθωότητάς της, στην επιθυμία της να κρυφτεί πίσω από το ίδιο της το εγώ. Το πρώτο ποίημα το φυτεύει στην αυλή του πατρικού της σπιτιού, για να εξελιχθεί έπειτα στην πορεία του χρόνου σε έναν κήπο ανθισμένο με λέξεις που επικοινωνούν την αλήθεια της ψυχής της ανεμπόδιστα, ανεπηρέαστα, φυσικά και ακίνδυνα.

«Τώρα η αυλή της μάνας μου
είναι γεμάτη με λέξεις,
γι’ αυτό μιλάει στα δέντρα
κι εκείνα της απαντούν.» (Σελίδα 11)

Η ποιήτρια συνεχίζει κι επιμένει στις μνήμες του παρελθόντος της αναφερόμενη στον κυρ Μίλτο και το κομπολόι του, στην ανησυχία της επαναληπτικής διαδικασίας του ταπ, τιπ, ταπ και στον φόβο της απότομης παύσης, που ισοδυναμεί με θάνατο και απότομη διακοπή της ζωής. Μιας ζωής που, τελικά, παρότι μονότονη, γεμάτη έγνοιες και άγχη, είναι πολύ πιο όμορφη και γλυκιά από την αχρωμία και την παγωνιά του απόλυτου τίποτα.

Μέσα από εικόνες γνώριμες περνάει τα δικά της συγκεκριμένα μηνύματα. Οι επαναληπτικές τάσεις, οι επιμονές κάθαρσης των βρώμικων υπολειμμάτων που αφήνει πάνω στα ρούχα του ανθρώπου η ίδια του η ζωή γίνονται εμμονές μα και τραύματα που μένουν πάντα ανοιχτά στην ψυχή, καημός αβάσταχτος και ταγμένος να συντροφεύει την ανθρώπινη ύπαρξη ως τον θάνατό της. Ώσπου και πάλι η σκέψη της εστιάζει στις λέξεις και στον σπαρακτικό τους θάνατο, όταν παύουν πια να κουβαλούν ζωντανή την παρουσία τους στη ζωή. Ο εκφυλισμός των ηθικών αξιών, η γενικότερη σαπίλα που δυναστεύει τα πάντα στον κόσμο σκοτεινιάζει απότομα το φως της αγνότητας για να αντικατασταθεί στο τέλος με τον ίδιο τον θάνατο. Το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο. Παύουν να καρποφορούν η ελπίδα, η πίστη, η αγάπη, η τρυφερότητα, ο ενθουσιασμός, ο πόθος. Όλα ταξιδεύουν προς την ανυπαρξία, στο τέλος μιας ξεχασμένης αθωότητας.

Στη δεύτερη ενότητα της συλλογής της η ποιήτρια εστιάζει στη διάσπαση του εαυτού σε κομμάτια, που σταδιακά οδηγούν στη διάλυσή του. Απομακρυνόμενος από την ουσία της αλήθειας του και κυνηγώντας την ικανοποίηση του εφήμερου, επισημαίνει ότι προκύπτουν το βάρος της συνείδησης, η ανούσια πάλη με τον χρόνο, ο πόνος της ήττας που ατύχησε να καρπωθεί την αξόδευτη αγάπη και να την χαρεί όπως κάποτε το θέλησε και το λαχτάρησε. Η επικράτηση της μοναξιάς, συνεχίζει, κυριεύει τα πάντα, απομονώνει τις ψυχές ακόμα περισσότερο, μεγαλώνει τη συνθήκη της σιωπής και αγριεύει τις μνήμες τρέποντάς τες σε καθημερινούς εφιάλτες. Μια δειλία, διαπιστώνει, εμποδίζει την αλλαγή της συνθήκης να εξαλείψει τη σιωπή απελευθερώνοντας ξανά τις λέξεις. Άλλωστε, σε μια αρρωστημένη πλέον κοινωνία η ποιήτρια με θλίψη παρατηρεί ότι κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει την αξία της αλλαγής, όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι. Κι έτσι ο λόγος πεθαίνει οριστικά, συμπεραίνει, αφού κανείς δεν τολμά να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά του αξίζει και που κάποτε το γεύτηκε ως παιδί, στα χρόνια της χαμένης πλέον αθωότητάς του.

«Κοιτάξτε
πώς το παλαιό παιδί
το παζλ του κόσμου πασχίζει να συνθέσει
κι όλο ένα κομμάτι του λείπει,
το τελευταίο
κι όλο κλαίει,
κλαίει το παιδί,
που την εικόνα ολόκληρη ποτέ του δε θα δει,
κι όλα τα λυπημένα μας ποιήματα
μοιάζουν σ’ εκείνο το παιδί.» (Σελίδα 27)

Στην τρίτη ενότητα της συλλογής της η ποιήτρια εστιάζει στο ανθρώπινο συναίσθημα, σ’ αυτό που προκαλεί το δάκρυ της απελευθέρωσης, σ’ αυτό που διώχνει κάθε αίσθηση απογοήτευσης, αποτυχίας, που οδηγεί στον εσωτερικό λυτρωμό και την πραγματική ευτυχία. Μα γιατί προκύπτει το δάκρυ, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης, και για τον λόγο αυτό η ποιήτρια αιτιολογεί την ύπαρξή του. Είναι η μοναξιά που δυναστεύει την παρουσία του, την επιθυμία του μοιράσματος σ’ έναν κόσμο καθολικά απόντα. Ακόμα και οι λέξεις αδυνατούν να αποδώσουν το νόημά τους μπρος στην απουσία της ζωής, όταν το αίμα της πάψει να ρέει εντός της.

Η ποιήτρια και πάλι εστιάζει στη συνθήκη της μοναξιάς που προκαλεί θλίψη και που μόνο η συντροφικότητα και το μοίρασμα είναι σε θέση να τη νικήσουν και να ζεστάνουν τις παγωμένες καρδιές ακόμα κι αν τις έχει κυριεύσει ολοκληρωτικά ο χειμώνας. Ωστόσο, τολμά και παραδέχεται την προσωπική της ήττα. Η καρδιά της τράπηκε σε πέτρα, εξομολογείται, δε νιώθει πια, δεν αισθάνεται όσο κι αν το επιθυμεί. Με τα μάτια στραμμένα σ’ ένα μακρινό και τρυφερό παρελθόν επιχειρεί να ανασάνει. Σκορπίζεται ξανά, καθώς συνειδητοποιεί ότι τα σπασμένα της κομμάτια αδυνατούν πλέον να κλείσουν τις ανοιχτές πληγές της. Κι ένα τίποτα περιμένει την αποδοχή του για να νικηθούν ο χρόνος και ο θάνατος.

«Έχω σπάσει τόσες φορές
και σκορπίστηκα άλλες τόσες,
γι’ αυτό περπατώ και συναντώ στους άλλους
τα δικά μου κομμάτια.» (Σελίδα 37)

Στην τέταρτη ενότητα της συλλογής της η ποιήτρια εστιάζει, όπως διαβάζουμε, στη ζωή που φθείρεται και στην πόλη που σωπαίνει. Η φθορά συνειδητοποιεί πως μεγαλώνει τις νύχτες καθώς θολαίνουν τα νερά της συνείδησης, οι ενοχές πληθαίνουν και τα χαμένα όνειρα παραμένουν ανεκπλήρωτα στο χρονοντούλαπο μιας ζωής που πλέον δεν υπάρχει. Το σήμα κινδύνου το στέλνει ο ποιητής, για να προειδοποιήσει το τέλος που αναπόφευκτα πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής.

Η ποιήτρια κάνει λόγο για τις άμυνες που κρατούν την ελπίδα ζωντανή. Ακούνε στο όνομα προσευχή, όνειρα, ανεξαρτησία, τρυφερότητα, ιστορική μνήμη. Η διάθεσή της γίνεται ειρωνική καθώς υπονοεί πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να σωθεί σε έναν κόσμο υποκρισίας, ανευθυνότητας, τοξικότητας, αχαριστίας, σ’ έναν κόσμο που αδιαφορεί για τον συνάνθρωπο που δεν επιδιώκει την αλλαγή, παρά μονάχα ως ψεύτικο ενδιαφέρον για την ικανοποίηση μιας ήδη φθαρμένης συνείδησης.

«Και πρώτα πρώτα ζήσε…
Μα κοίτα,
μην το παίρνεις και πολύ προσωπικά
που όλα γίνονται κι όλα δε γίνονται,
στο όνομα αυτής
της πιθανής αναμενόμενης
και τετελεσμένης εξαφάνισής μας.» (Σελίδα 52)

Στην πέμπτη και τελευταία ενότητα της συλλογής της η ποιήτρια συλλέγει τους κόκκους που ενώνονται στην έρημο της ζωής. Εστιάζει στις αποτυχίες του ανθρώπου, στο τίποτα της ζωής τους, στην ήττα τους και στην ανημποριά τους να αντισταθούν στη μοίρα τους και να αντιδράσουν. Ο κύκλος της ιστορίας φαίνεται να επαναλαμβάνεται, πνίγει τους εφιάλτες και συνεχίζει το παραλήρημα των λαθών, για να διατηρηθεί επ’ αόριστο η αρρωστημένη ροή της μοναξιάς και της συνειδητής αποξένωσης, η άρνηση του μοιράσματος, ο φόβος και η καχυποψία της προσβολής και της προδοσίας. Τίποτα δε μοιάζει να αλλάζει το θλιμμένο σκηνικό, ούτε και η αίσθηση της ελπίδας που κινδυνεύει να χαθεί με τη θριαμβευτική υπεροχή του απόλυτου τίποτα.

Η ποιήτρια δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Εμμένει στη συνθήκη της ήττας που φθείρει ακόμα και σήμερα τον άνθρωπο τρέποντάς τον σε υποχείριο μιας ανούσιας αποδοχής στην υπηρεσία του τίποτα. Η μεταμόρφωση της ζωής σε ανυπαρξία έχει ήδη συντελεστεί.

«Έρχομαι
αλάθητη γραφή σε σκισμένη σελίδα,
μορφή γερασμένη με καρδιά κραταιά,
τ’ όνομά μου σας κάνει να ντρέπεστε,
τ’ όνομά μου ξεχάσατε να λέτε,
τ’ όνομά μου χαλίκι στο στόμα σας.
Ελπίδα
ελπίδα να με φωνάζετε.» (Σελίδα 63)

Σκοτεινή και μελαγχολική η ποίηση της Μαργαρίτας Παπαμίχου, στοχαστική και χαμηλόφωνη, χαρακτηρίζεται από μια βαθιά εσωτερικότητα, από μια μετρημένη ευαισθησία που δίνει έμφαση στη συνείδηση, την παρουσία και κυρίως την απουσία της. Με μια γλώσσα απλή, αλλά ταυτόχρονα μεστή και ώριμη, περιεκτική και γεμάτη νοήματα, καταφέρνει να επιβληθεί και να καθηλώσει τον αναγνώστη, να τον προβληματίσει και να τον ταρακουνήσει, χωρίς όμως να τον κουράσει και χωρίς να επιδιώξει τον στόμφο για λόγους καθαρά εντυπωσιασμού. Η εστίαση στη μνήμη και τη συλλογική ιστορία πρωταγωνιστεί για να προκύψει το συμπέρασμα της φθαρτότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και της καθολικής αποτυχίας της να σταθεί αντάξια της αρχικής της αποστολής, να διεκδικήσει δηλαδή την ευτυχία που της αξίζει βαδίζοντας στον δρόμο του φωτός, στον δρόμο της αλήθειας, του μοιράσματος, της επικοινωνίας, της αγάπης, της συντροφικότητας.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια