Βιβλιοκριτική: "Ανατέλλων και δύων έρωτας" του Γιώργου Τσιβελέκου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Ανατέλλων και δύων έρωτας
Συγγραφέας: Γιώργος Τσιβελέκος
Ημερομηνία έκδοσης: 03/2026
ISBN: 978-960-398-516-7
Σελιδες: 62
Εκδόσεις: Σύγχρονοι Ορίζοντες



Πολλά έχουν γραφτεί για τον έρωτα. Ίσως, γιατί ο έρωτας καθρεφτίζει την ίδια την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, την ομορφιά και τη χάρη της, την αξία της και τη σημαντικότητά της. Δίχως τον έρωτα, πένθιμο σκοτάδι αγκαλιάζει το σύμπαν, μια ατέλειωτη λύπη το καταβρέχει και μια απέραντη σιωπή που κρύβει μέσα της ατέλειωτο πόνο. Τον πόνο του πένθους για όσα χάθηκαν και για όσα δεν πρόλαβαν να ζήσουν ποτέ. Ο έρωτας λοιπόν είναι το φως, το απέραντο χρυσό του ήλιου, που δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα στα πάντα γύρω του να ανθίσουν. Που δίνει χώρο στη φύση για να αναπνεύσει, αλλά και χρώμα στις θάλασσες, στον ουρανό, στα βουνά και στα ποτάμια. Που δίνει πνοή σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, μα πιο πολύ στον άνθρωπο, το έλλογο ον, που ξέρει να αναγνωρίζει την αξία της παρουσίας του, να την εκτιμά, να την υμνεί και να την αναδεικνύει.

Ο ποιητής Γιώργος Τσιβελέκος για μια ακόμα φορά εστιάζει το ενδιαφέρον του στον έρωτα και τολμά να μιλήσει γι’ αυτόν από την αυγή έως τον απόηχό του. Τον παρομοιάζει με ήλιο, που άλλοτε ανατέλλει και άλλοτε δύει, για να επισημάνει το γεγονός της κυκλικότητάς του. Η νέα του ποιητική συλλογή, με τα πενήντα τέσσερα νέα ποιήματά του, φέρει τον τίτλο «Ανατέλλων και δύων έρωτας» και κυκλοφορεί από τον Μάρτιο του 2026 και από τις εκδόσεις «Σύγχρονοι Ορίζοντες».

Η συλλογή του ανοίγει με ένα δικό του προλογικό σημείωμα. Μέσω αυτού καλεί τον αναγνώστη για να κάνουν μαζί αυτό το νέο ταξίδι με πυξίδα τον έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις. Γιατί, όπως σημειώνει και ο ίδιος χαρακτηριστικά, «κάθε έρωτας έχει τη δική του ανατολή και δύση, τη δική του γεύση και επίγευση, τη δική του μυρωδιά και μελωδία». Εν ολίγοις, έχει τη δική του ποίηση, η οποία αξίζει να διαβαστεί, να ταξιδέψει τη σκέψη, να ζεστάνει κάθε μοναχική ψυχή και με την ομορφιά του να την εμπνεύσει και να τη συντροφεύσει ευχάριστα.

Τα ποιήματα του Γιώργου Τσιβελέκου διακρίνονται σε δύο ενότητες, ο ανατέλλων έρωτας και ο δύων έρωτας. Έπειτα, προστίθεται και μία τρίτη ενότητα στο βιβλίο, που περιλαμβάνει χαϊκού και τάνκα του ποιητή σχετικά με την ανατολή και τη δύση του έρωτα.

Στα δύο εισαγωγικά ποιήματά του ο ποιητής απευθύνεται στο ίδιο το συναίσθημα του έρωτα, που άλλοτε αποξενώνει την ψυχή και άλλοτε τη συντροφεύει γλυκά. Η μελαγχολική του διάθεση που γίνεται ξεκάθαρα αισθητή στο περιεχόμενο του κάθε ποιήματος καθρεφτίζει το ίδιο το αίσθημα της μοναξιάς που τον κατακλύζει, καθώς και την απογοήτευση που νιώθει για την προδοσία των ανθρώπων που κάποτε εμπιστεύτηκε. Η επιλογή του να στηρίζει τις ελπίδες του στον έρωτα είναι, όπως θα αφήσει να εννοηθεί, ο τρόπος για να μαζεύει τα σπασμένα κομμάτια του προσεκτικά και να τα φροντίζει ώστε να προχωρά τη ζωή του παρακάτω.

Στην πρώτη ενότητα της συλλογής, ο ποιητής επικεντρώνεται στον ανατέλλοντα έρωτα, σε αυτόν που φέρνει τον ήλιο στις ζωές των ανθρώπων και τις φωτίζει με την αύρα του. Η αναμονή του ερχομού του είναι μεγάλη, σημειώνει. Ο ποιητής εδώ εξομολογείται την ανυπομονησία του για τον ερχομό του όχι μόνο για να γεμίσει το κενό του, αλλά και για να ζεσταθεί σωματικά και ψυχικά κοντά του, για να διώξει τη φθορά από πάνω του και τη μοναξιά που τον κατακλύζει εξολοκλήρου. Σαν λύτρωση τον οραματίζεται, γι’ αυτό και τον προσδοκά. Χρησιμοποιώντας τρυφερές περιγραφές και παρομοιώσεις, ξεδιπλώνει τα συναισθήματά του και αφήνεται ελεύθερος. Παρομοιάζει τον εαυτό του με πρωινό ήλιο, με θάλασσα, με στεριά, με βράχο, με καϊκάκι, που επιθυμεί το άγγιγμα του έρωτα για να αισθανθεί τη δύναμη της ένωσης σε όλο του το είναι. Ένα παράθυρο είναι, θα ομολογήσει μετά, που επιθυμεί να ανοίξει για να φωτιστεί. Ένας καθρέφτης είναι, που επιθυμεί να ενωθεί με το είδωλό του. Ένα ρολόι είναι, που επιθυμεί να σταματήσει ο χρόνος για να απολαύσει τη στιγμή. Ένα ξέθωρο χρώμα είναι, που θέλει να φωτιστεί. Ένα κέρμα είναι, που θέλει να γίνει γούρι.

Θέλει, επομένως, ο ποιητής και το ομολογεί. Και ξέρει πολύ καλά τι είναι αυτό που αποζητά. Να νιώσει τον έρωτα θέλει με όλες του τις αισθήσεις. Να βρει τον άνθρωπο που μέσα από κείνον θα απελευθερωθεί, ενώ θα γίνει κι εκείνος ένα με τον δικό του εαυτό. Ο έρωτας φέρνει το φως, παραδέχεται, αφού κι ο ίδιος, ως ερωτευμένος ποιητής, νιώθει τα πάντα γύρω του φωτισμένα. Ρισκάρει, φυσικά, όταν απελευθερώνεται. Μα έτσι μονάχα νιώθει πραγματικά αληθινός, αναγεννημένος, αν και υποταγμένος στα ίδια του τα συναισθήματα.

«Στης θάλασσας τα πιο ψηλά βράχια θα σε ταξιδεύω
όταν ο έρωτάς μας θα σε βρίσκει να διστάζεις.
Να έχεις θέα του θαύματος τον μπλε τόπο,
να βλέπεις πως η ποίηση γίνεται,
δε γράφεται μόνο.» (Σελίδα 26)

Ο ποιητής είναι απόλυτα ρομαντικός, αληθινός και τρυφερός. Παρότι η ποίησή του ακολουθεί τη δομή της ελεύθερης ποίησης, ο ρυθμός υπάρχει αθόρυβα εντός της για να προκαλέσει τη συναισθηματική αναστάτωση στον αναγνώστη, την έξαρση που είναι και το ζητούμενο του ίδιου εξαρχής. Οι περιγραφές του είναι έντονες, πολύχρωμες και φυσικές, άλλες ρεαλιστικές και άλλες απόλυτα μεταφορικές και συμβολικές. Τα στοιχεία της φύσης κυριαρχούν εντός τους και το φως καθοδηγεί τη σκέψη και την ορμή, επιφέροντας τελικά την απόλυτη γαλήνη και ηρεμία στα πράγματα.

Στη δεύτερη ενότητα της συλλογής, ο ποιητής εστιάζει στη σκοτεινή πλευρά του έρωτα. Τότε που δύει η παρουσία του δηλαδή, τότε που επέρχεται το τέλος μιας σχέσης και ακολουθούν ο χωρισμός και η απομόνωση, ακόμα κι αν η ερωτευμένη ψυχή δεν έχει χορτάσει το πολύτιμο δώρο που κάποτε της έλαχε. Τότε που η φυγή γίνεται πληγή και εμπόδιο για τη συνέχιση της ζωής και μια παράξενη αίσθηση του ανικανοποίητου κυριεύει τον νου και το σώμα.

«Κι αυτός ο Έρωτας
τάχα μου ένας Θεός,
ανίκανος να κρατήσει για πάντα κοντά
δυο σώματα τρυπημένα από τα ίδια του τα βέλη.» (Σελίδα 38)

Μελαγχολική κι εδώ η διάθεση του ποιητή, όταν μιλά για την απουσία του έρωτα και για το αιφνίδιο τέλος του, ακόμα και για το ανεκπλήρωτο της ύπαρξής του. Η μοναξιά του παραδέχεται πως είναι αποπνικτική, όταν αισθάνεται και ο ίδιος μακριά από το άλλο του μισό, όταν οι αναμνήσεις τον δυναστεύουν, όπως και τα τραγούδια που κάποτε θύμιζαν έρωτα, όπως και το δαχτυλίδι που δε βρήκε ποτέ τον αποδέκτη του. Ο ποιητής, ωστόσο, δεν πιστεύει στη δύναμη της επανένωσης. 
Οδυνηρή η ανάμνηση, θα παρατηρήσει αμέσως μετά.

«Τι καλά που θα ήταν
αν η οδυνηρή ανάμνηση
έσβηνε τόσο εύκολα
όσο το κερί με ένα φύσημα…» (Σελίδα 50)

Παρότι δεν πιστεύει στην επανένωση, ο ποιητής αποζητά τον έρωτα, καθώς αναπολεί τις στιγμές, ελπίζοντας πως κάποτε θα επιστρέψουν και πάλι κοντά του, όπως και ο ίδιος ο έρωτας αυτοπροσώπως, ζωντανός και μεγαλόπρεπος.

Στην τρίτη ενότητα της συλλογής, ο ποιητής υπηρετεί την ιαπωνική φόρμα των χαϊκού και των τάνκα. Κεντρικό θέμα των ποιημάτων του και αυτή τη φορά είναι ο έρωτας, ο ανατέλλων και ο δύων. Όποια εικόνα κι αν φέρουν τα ποιήματά του εδώ, αναδεικνύουν για ακόμα μια φορά το ξεχωριστό ταλέντο του ποιητή, που τολμά να αναμετρηθεί με την έμμετρη ποίηση και να φέρει εις πέρας και με απόλυτη επιτυχία τη νέα αποστολή του. 

Εν ολίγοις, συνολικά και αυτή η νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Τσιβελέκου αξίζει να διαβαστεί. Για όλους τους ρομαντικούς αναγνώστες και όχι μόνο συνίσταται ανεπιφύλακτα.


Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια