Γράφει η Χρύσα Νικολάκη
Θερμά συγχαρητήρια στον Ηλία Μπούσιο για το θέμα του θεατρικού έργου του. Ένα καυτό θέμα, έντεχνα δοσμένο από την γραφίδα του θεατρικού συγγραφέα και ποιητή Ηλία. Άλλο αγάπη, άλλο έρωτας και αυτό αφήνει ο συγγραφέας να εννοηθεί.
Ο Πλατωνικός έρωτας αφορούσε την δίψα για γνώση του μαθητή, αυτό μας δίδαξε εξάλλου ο σοφός Σωκράτης. Ο έρωτας αφήνει αγιάτρευτα σημάδια στην ψυχοσύνθεση ενός παιδιού, ενώ η αληθινή αγάπη είναι πραγματική διδαχή, είναι σε όλα δημιουργική και πάντα ανθοβολεί όπως η Άνοιξη.
Πρόκειται για μια παράσταση που στηρίζεται στην αμεσότητα των ηθοποιών και όχι σε εντυπωσιακά σκηνικά μέσα. Από τη φωτογραφία της σκηνής μπορεί να σχολιάσει κανείς την ευαισθησία με την οποία αποκαλύπτονται οι χαρακτήρες στο κοινό και η ενέργεια μεταξύ τους. Ξεχωριστή μνεία αξίζει στους ερμηνευτές, οι οποίοι υπηρετούν το ποιητικό σύμπαν του Ηλία Μπούσιου με ειλικρίνεια και εσωτερικότητα. Ο Γιάννης Κουκουβίνος αποδίδει με λιτότητα και σκηνική αυτοσυγκράτηση έναν ήρωα που ισορροπεί ανάμεσα στη λογική και στη συγκίνηση, αφήνοντας τον ποιητικό λόγο του συγγραφέα να λειτουργήσει ως φορέας συναισθήματος. Η Ιωάννα Προσμίτη διαθέτει μια υπέροχη σκηνική ευαισθησία που μεταφέρει με φυσικότητα τη διαδρομή από την αθωότητα στην ωρίμανση, χωρίς να καταφύγει σε συναισθηματικές εξάρσεις. Ο Γαβρίλος Καζανάς, πέρα από τη μουσική του συμβολή, ενισχύει την παράσταση με μια διακριτική μα ουσιαστική σκηνική παρουσία, λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον ποιητικό και στον δραματικό της πυρήνα.
Η σκηνοθετική ματιά της Ζωής Τριανταφυλλίδη (σκηνοθεσία, χορογραφίες & μουσική επιμέλεια) διακρίνεται για τη συνέπεια και τη λιτότητά της. Αντί να εγκλωβίσει το έργο σε έναν ρεαλιστικό κώδικα, επιλέγει να αναδείξει τη μουσικότητα του ποιητικού λόγου, αφήνοντας τη σιωπή και τη σωματική έκφραση να αφηγηθούν όσα οι λέξεις αδυνατούν να εκφράσουν. Οι χορογραφίες και η μουσική επιμέλεια υπηρετούν οργανικά αυτή την αισθητική, δημιουργώντας μια σκηνική σύνθεση όπου ποίηση, θέατρο και κίνηση αρμονικά συνυπάρχουν.
Η μουσική σύνθεση του Γαβρίλου Καζανά λειτουργεί ως συναισθηματικός παλμός της παράστασης, χωρίς να υπερκαλύπτει τον δραματικό λόγο του Ηλία Μπούσιου. Αντίθετα, συνομιλεί μαζί του, εντείνοντας τη λυρική ατμόσφαιρα και υπογραμμίζοντας τη φιλοσοφική διάσταση του έργου. Τέλος, η εικαστική ταυτότητα της παράστασης, μέσα από τον φωτογραφικό φακό των Θάνου Φάρφα και Θάνου Γεωργίου, κατορθώνει να αποτυπώσει την ποιητική της φυσιογνωμία. Οι εικόνες δεν έχουν θέση διαφημιστικού υλικού, αλλά αντιθέτως λειτουργούν ως προέκταση της αισθητικής της, προϊδεάζοντας τον θεατή για έναν κόσμο όπου ο ρεαλισμός συναντά τον λυρισμό.
Έτσι, ο «Πορφυρένιος έρωτας ή μήπως όχι;» ολοκληρώνεται ως μια παράσταση συλλογικής δημιουργίας, στην οποία συγγραφέας, σκηνοθέτιδα, ηθοποιοί και συντελεστές υπηρετούν με συνέπεια ένα κοινό όραμα: να υπενθυμίσουν ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να αποτελεί μια πράξη αντίστασης απέναντι στην απανθρωπιά και ότι η αγάπη, όταν παραμένει ανιδιοτελής, εξακολουθεί να είναι η βαθύτερη μορφή ελευθερίας. Η παράσταση είναι μάθημα ψυχολογίας και γι' αυτό αξίζει ένα μπράβο σε όλους τους συντελεστές του θεατρικού έργου. Άριστη συγγραφή, θαυμάσια η μουσική και ταλαντούχοι οι ηθοποιοί. Ένας από τους σκοπούς του θεατρικού συγγραφέα είναι να κατονομάσει αυτά που πολλοί αποφεύγουν εντέχνως! Με περίσσιο θάρρος στην ψυχή της πένας του, ο Ηλίας μας οδηγεί στην ολόγυμνη αλήθεια. Εύγε, Ηλία, ευχαριστούμε! Είναι μάθημα ηθικής η παράσταση σου, που όλοι αξίζει να δούμε!



.png)
0 Σχόλια