Βιβλιοκριτική: "Η Γιασεμή της Σμύρνης" της Νικολίνας Λέκκα | Γράφει η Νίκη Μισαηλίδη

 


Η Γιασεμή της Σμύρνης
Συγγραφέας: Νικολίνα Λέκκα
Ημερομηνία έκδοσης: 11/2024
ISBN: 978-618-5727-71-0
Σελίδες: 44
Anima Εκδοτική

 

    «Η μνήμη της Σμύρνης»  

    Η Γιασεμή της Σμύρνης της Νικολίνας Λέκκα, που κυκλοφορεί από την Anima εκδοτική (2025) (ISBN: 978-618-5727-71-0), είναι ένα αφήγημα που επιστρέφει σε μία από τις πιο τραυματικές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τη Μικρασιατική Καταστροφή και την προσφυγική εγκατάσταση στην Ελλάδα, για να φωτίσει όχι μόνο τη συλλογική περιπέτεια ενός ξεριζωμένου πληθυσμού αλλά, κυρίως, την προσωπική ιστορία μιας γυναίκας.

Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται η Γιασεμή, μια γυναίκα που έρχεται από τη Σμύρνη στην Ελλάδα ως προσφυγοπούλα και μεταφέρει μαζί της ό,τι απέμεινε από τον παλιό της κόσμο: τη μνήμη του τόπου που χάθηκε, τις πληγές του ξεριζωμού και ένα παιδί, καρπό ενός έρωτα που δεν ευτύχησε να γίνει οικογένεια. Η συγγραφέας παρουσιάζει την ηρωίδα ως «μια γυναίκα γύρω στα 30 […]. Γιασεμή τη λένε, όνομα μυρωδάτο και ομορφιά λαχταριστή, ανατολίτικη. Πλούσιες οι γυναικείες χάρες της σκορπίζουν επιθυμία καθώς περπατεί και τραβούν τα βλέμματα των αντρών από πόθο και των γυναικών από ζήλια» (σ. 7). Η εγκατάστασή της στην Ελλάδα συνιστά μια βαθιά υπαρξιακή τομή, καθώς η Σμύρνη δεν είναι μόνο ο τόπος από τον οποίο προέρχεται, αλλά ο κόσμος στον οποίο ανήκε. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Σμύρνη αποτελεί τον τόπο της απώλειας και της μνήμης, ατομικής και συλλογικής. Αντίστοιχα, ο φτωχικός προσφυγικός συνοικισμός στον οποίο κατοικεί, αποτελεί τον τόπο της αναγκαστικής επανεκκίνησης. Η ηρωίδα δεν μεταφέρει μαζί της μόνο αναμνήσεις. Μεταφέρει ένα παρελθόν που δεν έχει ολοκληρωθεί και ένα παιδί που αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη ενός έρωτα, μιας εγκατάλειψης αλλά και μιας συνέχειας.

Η ιστορία της Γιασεμής τοποθετείται σε έναν φτωχικό προσφυγικό συνοικισμό, «μια γειτονιά ολάκερη ίδια σπίτια σαν κουτιά. […] Σε αυτά τα σπιτάκια με τις λιγοστές ανέσεις, κάποια θυμίζουν και παράγκες, […] Αυλές ασπρισμένες και χρωματιστές γλάστρες με λουλούδια ευωδιαστά […]» (σσ. 7-8), όπου η ζωή συνεχίζεται μέσα στις στερήσεις και στις αντιξοότητες. Η νέα πατρίδα δεν είναι ένας τόπος υποσχέσεων αλλά ένας χώρος αγώνα για επιβίωση. Οι πρόσφυγες καλούνται να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από την αρχή, κουβαλώντας όμως μέσα τους έναν ολόκληρο κόσμο που έχει πλέον χαθεί. Μέσα σε αυτό το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο, η Γιασεμή καλείται να αντιμετωπίσει μια ακόμη, βαθύτερη δοκιμασία, την επιστροφή στη ζωή της του άντρα που κάποτε αγάπησε και που την εγκατέλειψε. Ο άντρας αυτός, ο Γιάννος Πανταζής (σ. 34), δεν αποτελεί απλώς μια ανάμνηση του παρελθόντος. Η τυχαία συνάντησή τους στον νέο τόπο εγκατάστασης ανασύρει στην επιφάνεια έναν έρωτα που είχε συνδεθεί με την εγκατάλειψη και την οδύνη. Εκείνος έχει πλέον μια εντελώς διαφορετική κοινωνική θέση, καθώς είναι πλούσιος, οικονομικά ισχυρός, ένας άνθρωπος που μπορεί να διεκδικεί όσα κάποτε άφησε πίσω του. Η Γιασεμή, αντίθετα, ζει μέσα στη φτώχεια του προσφυγικού συνοικισμού, έχοντας επωμιστεί μόνη της το βάρος της μητρότητας και της επιβίωσης. Η αντίθεση αυτή δεν λειτουργεί μόνο ως στοιχείο της πλοκής, αλλά αποκτά και συμβολικές διαστάσεις. Από τη μία βρίσκεται η οικονομική δύναμη, η κοινωνική άνεση και η δυνατότητα επιλογών· από την άλλη, η γυναίκα που στερήθηκε τις επιλογές της και αναγκάστηκε να σταθεί όρθια μέσα σε έναν κόσμο που κατέρρευσε. Η ανισότητα ανάμεσα στους δύο δεν είναι επομένως μόνο οικονομική, αλλά και υπαρξιακή.

Έτσι, η προσφυγική εμπειρία συνδέεται οργανικά με τη γυναικεία εμπειρία. Η Γιασεμή είναι πρόσφυγας, αλλά είναι ταυτόχρονα γυναίκα και μητέρα. Οι διαφορετικές αυτές ταυτότητες πολλαπλασιάζουν την ευαλωτότητά της, καθώς η κοινωνική της θέση είναι ήδη επισφαλής εξαιτίας του ξεριζωμού. Η μητρότητα, όμως, την καθιστά ταυτόχρονα ευάλωτη και ισχυρή. Αυτό το αντιθετικό δίπολο βρίσκεται στον πυρήνα της ηρωίδας. Η Γιασεμή δεν παρουσιάζεται από τη Νικολίνα Λέκκα απλώς ως θύμα των περιστάσεων. Είναι μια γυναίκα που υφίσταται την Ιστορία, αλλά ταυτόχρονα αντιστέκεται στις συνέπειές της. Έχει χάσει την πατρίδα της, αλλά δεν έχει χάσει την ικανότητά της να επιλέγει. Έχει εγκαταλειφθεί από τον άντρα που ερωτεύτηκε, αλλά δεν έχει εγκαταλείψει τον εαυτό της. Ζει στη φτώχεια, αλλά δεν αποδέχεται ότι η οικονομική αδυναμία συνεπάγεται και ηθική ή συναισθηματική υποταγή.

Η επίσκεψη του Γιάννου Πανταζή στο φτωχικό σπίτι της Γιασεμής αποτελεί κομβικό σημείο του αφηγήματος, καθώς εκείνος δεν έρχεται μόνο για να ξανασυναντήσει την παλιά του αγαπημένη, αλλά για να πάρει το παιδί. Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται, ίσως, ο πιο δυνατός πυρήνας της ιστορίας, καθώς το παιδί δεν είναι για την ηρωίδα απλώς ο καρπός ενός παλιού έρωτα, αλλά το ζωντανό κομμάτι μιας ζωής που κατάφερε να διασώσει. Σ’ έναν κόσμο όπου έχασε την πατρίδα της, το σπίτι της, την ασφάλεια και την προηγούμενη ζωή της, το παιδί αποτελεί τη δική της σταθερή πατρίδα και είναι η συνέχεια της ύπαρξής της. Η άρνησή της να το παραδώσει αποκτά, επομένως, πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια απλή μητρική αντίδραση. Η Γιασεμή, η γυναίκα που βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη ξεριζωμένη και κοινωνικά ευάλωτη, αρνείται να επιτρέψει στον άντρα που την εγκατέλειψε να αποφασίσει τώρα για τη ζωή της και για τη ζωή του παιδιού της. Εκείνος μπορεί να διαθέτει χρήματα και κοινωνική ισχύ, εκείνη όμως διαθέτει κάτι που δεν μπορεί να αγοραστεί,  τον δεσμό δηλαδή που δημιούργησε μέσα από την καθημερινή φροντίδα, την απουσία, τη θυσία και την αγάπη.

Η Νικολίνα Λέκκα φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την αθέατη πλευρά της Ιστορίας, καθώς δεν εστιάζει μόνο στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτά εγγράφονται στις ζωές των απλών ανθρώπων. Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν εμφανίζεται, επομένως, μόνο ως ιστορικό γεγονός, αλλά αποτυπώνεται στο σώμα και στη μνήμη μιας γυναίκας, στις καθημερινές της στερήσεις, στις σχέσεις της, στη μητρότητα και στην προσπάθειά της να προστατεύσει το παιδί της. Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες αρετές του αφηγήματος, καθώς η Ιστορία αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι, η προσωπική ιστορία της Γιασεμή γίνεται ένας μικρός καθρέφτης της μεγάλης Ιστορίας.

Το γεγονός ότι το όνομα της Σμύρνης συνδέεται άμεσα με το όνομα της Γιασεμής στον τίτλο του βιβλίου υποδηλώνει ήδη μια οργανική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον τόπο. Η Γιασεμή της Σμύρνης είναι η γυναίκα που κουβαλά τη Σμύρνη μέσα της, ακόμη κι όταν η ίδια δεν βρίσκεται πια εκεί. Ο τίτλος, επομένως, λειτουργεί και ως συμπύκνωση της βασικής ιδέας του αφηγήματος. Ο τόπος μπορεί να χαθεί, αλλά δεν παύει να αποτελεί μέρος εκείνου που τον έζησε. Έτσι, η Γιασεμή είναι πρόσφυγας ως προς τον τόπο, αλλά όχι ως προς τη μνήμη. Και είναι ακριβώς αυτή η μνήμη που της επιτρέπει να αντισταθεί στον δεύτερο κίνδυνο απώλειας. Έχει μάθει ήδη τι σημαίνει να σου παίρνουν τον κόσμο, γι’ αυτό και δεν επιτρέπει να της πάρουν το παιδί. Στο σημείο αυτό, η μητρότητα υπερβαίνει την οικογενειακή της διάσταση και γίνεται πράξη μνήμης. Η Γιασεμή προστατεύει το παιδί, αλλά προστατεύει ταυτόχρονα τη συνέχεια της δικής της ιστορίας. Το παιδί γίνεται φορέας αυτής της συνέχειας, ένας ζωντανός δεσμός ανάμεσα σε όσα χάθηκαν και σε όσα μπορούν ακόμη να υπάρξουν. Έτσι, η προσωπική ιστορία συναντά την ιστορική μνήμη. Η μεγάλη Ιστορία γράφεται μέσα στη μικρή ιστορία ενός ανθρώπου. Και η μικρή αυτή ιστορία, με τη σειρά της, αποκτά καθολικότητα. Γιατί η Γιασεμή δεν είναι μόνο η γυναίκα της Σμύρνης. Είναι η γυναίκα που εγκαταλείφθηκε και συνέχισε. Είναι η μητέρα που στερήθηκε και κράτησε. Είναι η πρόσφυγας που ξεριζώθηκε και προσπάθησε να ριζώσει ξανά. Είναι, τελικά, η γυναίκα που μετατρέπει την απώλεια σε διεκδίκηση.

Η Γιασεμή της Σμύρνης είναι κάτι περισσότερο από την ιστορία μιας προσφυγοπούλας που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον τόπο της και να αναμετρηθεί με τις συνέπειες ενός παλιού έρωτα. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που, αφού βίωσε τον ιστορικό και προσωπικό ξεριζωμό, επιχειρεί να ξανασυγκροτήσει την έννοια του «ανήκειν». Αν η Ιστορία στέρησε απ’ την ηρωίδα την πατρίδα και ο έρωτας την εγκατέλειψε, εκείνη διεκδικεί το δικαίωμα να ορίσει η ίδια ό,τι θα παραμείνει δικό της. Η Γιασεμή μετατρέπει έτσι τη μνήμη σε ρίζα, τη μητρότητα σε δύναμη και την απώλεια σε διεκδίκηση. Ο άνθρωπος μπορεί να ξεριζωθεί από έναν τόπο, όχι όμως και από την ανάγκη του να δημιουργήσει έναν νέο τόπο μέσα στη μνήμη, στην αγάπη και στη συνέχεια της ζωής.

«Δεν φοβάμαι τίποτα. Μια φορά πρόσφυγας, μια ζωή πρόσφυγας!» (σ. 44)


 Περισσότερα για το βιβλίο εδώ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια