Ο εικοσιεξάχρονος Τόλης ήταν προσκεκλημένος σε έναν γάμο ενός φίλου του από το στρατό, του Πέτρου, ο οποίος παντρεύτηκε την Ελεονώρα, την εκλεκτή της καρδιάς του.
Ο Πέτρος από ανέκαθεν ήταν άνθρωπος που του άρεσε να πειράζει τους άλλους, όχι όμως και να τον πειράζουν. Προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια. Η Ελεονώρα, η μέλλουσα σύζυγός του δεν προερχόταν από τόσο ευκατάστατη οικογένεια. Οι γονείς της δέχτηκαν τον Πέτρο για γαμπρό τους, αλλά δεν τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα, καθότι ήταν επιπόλαιος και ανώριμος, όμως για να μην πληγώσουν την κόρη τους και προκειμένου να μην της εναντιωθούν, συμφώνησαν με το γάμο.
Ο γάμος έγινε ένα Κυριακάτικο απόγευμα, τέλος Ιουλίου, με μεγάλη μεγαλοπρέπεια και με πολλούς καλεσμένους, οι περισσότεροι από το σόι του γαμπρού. Το γαμήλιο γλέντι θα γινόταν στην έπαυλη των γονιών του γαμπρού στο Πόρτο Ράφτη, που ήταν ένα μεγάλο εξοχικό, με τεράστια αυλή, όπου υπήρχε ένα μεγάλο σιντριβάνι. Ο γάμος τελείωσε, μετά τις ευλογίες των ιερέων, τις ευχές και το μπόλικο ρύζι που τους έριξαν οι καλεσμένοι, και μετά όλοι μαζί πήγαν στο χώρο του γαμήλιου γλεντιού.
Η μουσική έπαιζε ένα ρομαντικό βαλς, στους ρυθμούς του οποίου χόρεψε το νεόνυμφο ζεύγος. Όμορφο και ταιριαστό ζευγάρι φαίνονταν ο Πέτρος και η Ελεονώρα. Και οι δύο ψηλοί, λεπτοί, με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, έμοιαζαν με ζεύγος τουριστών ή ηθοποιών από τη Βόρεια Ευρώπη!
Έφτασε η στιγμή που θα έκοβαν την γαμήλια τούρτα. Ο γαμπρός με τη νύφη, πήραν το στολισμένο με τούλια μαχαίρι, και μαζί έκοψαν το πρώτο κομμάτι. Οι καλεσμένοι φώναζαν, «Φιλί!, Φιλί!» Εκεί που τη φιλούσε τρυφερά ο γαμπρός τη νύφη, να σου, την παίρνει στα χέρια και τη σηκώνει ψηλά. Εκείνη νόμιζε πως ήταν ο τρόπος του να της δείξει την αγάπη και την τρυφερότητά του μπροστά σε όλους! Εκείνος τι έκανε, ο αθεόφοβος; Την αρπάζει την κοπέλα, την πηγαίνει στο σιντριβάνι και τη ρίχνει μέσα! Γέμισαν τα μαλλιά της, τα ρούχα της, τα παπούτσια της με νερά! Καταστράφηκε το μακιγιάζ, το κραγιόν της. Ανάμεσα στα νερά και στα δάκρια της ντροπής της, η κοπέλα προσπαθούσε να βγει από το σιντριβάνι, χωρίς να πάει ο γαμπρός να τη βοηθήσει, ούτε κανένας άλλος! Και καλά που δεν τραυματίστηκε!
Ο γαμπρός ξεραινόταν στα γέλια, φωνάζοντας, «Πλάκα δεν έχει;»
Οι καλεσμένοι αποσβολώθηκαν να κοιτάζουν, δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Ο πατέρας της νύφης πήγε κοντά μαζί με τον Τόλη για να βοηθήσουν τη νύφη. Ο γαμπρός εξακολουθούσε να γελάει. Ο πεθερός, εξαγριωμένος που ντρόπιασε την κόρη του, πάει κοντά του και του αστράφτει ένα δυνατό χαστούκι.
«Άμα σε ρίξω μέσα στο σιντριβάνι εσένα, θα είναι το ίδιο αστείο; Σα δεν ντρέπεσαι, ανόητε!», του φώναξε έξαλλος.
Ο Τόλης προσπάθησε να τον απομακρύνει από το σημείο, ώστε να μην πιαστούν στα χέρια γαμπρός και πεθερός. Οι καλεσμένοι, άλλοι θύμωσαν με το γεγονός κι έφυγαν, ενώ λίγοι γελούσαν. Δεν το περίμενε κανένας ότι το γαμήλιο πάρτι θα έχει αυτή συνέχεια!
Η νύφη, με όση αξιοπρέπεια της είχε απομείνει πάει κοντά στο γαμπρό και τον ρωτάει: «Πόσον καιρό το σχεδίαζες τούτο το "αστείο" που μου έκανες; Μόνο που δεν ήταν καθόλου αστείο! Ε, λοιπόν, ο γάμος μας πάει, σχόλασε! Πάμε για διαζύγιο!».
Ο Πέτρος απόμεινε έκπληκτος να την κοιτάζει. Δεν τον πόνεσε το χαστούκι που έφαγε από το βαρύ χέρι του πεθερού του, αλλά τον πόνεσαν περισσότερο τα λόγια της γυναίκας του. Δεν το περίμενε με τίποτα πως θα αντιδράσει έτσι εκείνη. Την αγαπούσε και δεν ήθελε να τη χάσει.
Η Ελεονώρα έφυγε με το κεφάλι ψηλά και με όση αξιοπρέπεια της είχε απομείνει, έπειτα από την ταπείνωση που δέχτηκε από το σύζυγό της. Οι γονείς της ανακουφισμένοι που επιτέλους, έστω και αργά, η κόρη τους κατάλαβε τι είδους άνθρωπο παντρεύτηκε: Ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο και τίποτε άλλο. Οι γονείς του γαμπρού προσπαθούσαν να διορθώσουν τα πράγματα, αλλά αυτά δεν διορθώνονταν με τίποτα.
Οι γονείς της νύφης την ακολούθησαν στο σπίτι, οι γονείς του γαμπρού παρέμειναν ακίνητοι στο χώρο, ενώ οι καλεσμένοι απομακρύνθηκαν από εκεί. Ο Τόλης ήταν ο τελευταίος που έφυγε από εκεί πέρα.
«Ρε συ Τόλη, κοίτα τι έπαθα…», του είπε ο Πέτρος, συνοδεύοντάς του ως την εξώπορτα.
«Ήθελές τα κι έπαθές τα, Πέτρο. Αστείο θεωρείται κάτι, με το οποίο ο άλλος είναι προετοιμασμένος, ότι συμφωνεί να γίνει, ότι διασκεδάζει μ’ αυτό, κι όχι αυτό που έκανες εσύ!».
«Έχεις δίκιο, φίλε, αλλά τώρα, τι μπορώ να κάνω για να επανορθώσω;» τον ρώτησε, ελπίζοντας σε μία απάντηση που θα ήταν ικανοποιητική γι’ αυτόν.
«Πέρα από μια συγνώμη, κι αν τη δεχτεί φυσικά η κοπέλα, έπειτα από αυτό που της έκανες! Άμα είχε πρόβλημα με την καρδιά της, θα απόμενε στον τόπο, η κακομοίρα! Μην ελπίζεις και πολλά πράγματα, πάντως…».
«Μα, την αγαπώ, φίλε, δεν θέλω να τη χάσω..».
«Λυπάμαι που σου το λέω, αγαπητέ μου, αλλά την έχεις χάσει ήδη…».
Αυτά του είπε ο Τόλης κι έφυγε κι αυτός από το χώρο της άδοξης γαμήλιας δεξίωσης. Στο νου του είχε την κοπέλα. Ήταν τόσο απλή, τόσο όμορφη, που σκεφτόταν πόσο αχάριστος και ανώριμος ήταν ο φίλος του. Να έχει μία τέτοια γυναίκα στο πλευρό του και να τη χάσει για μια βλακεία!
Ο Πέτρος μετά από μία ημέρα πήγε και βρήκε την Ελεονώρα για να της ζητήσει συγνώμη. Στην προσπάθειά του να ξαναβρεί μαζί της, απέτυχε, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο φίλος του. Πάντως, πήρε ένα γερό μάθημα ο πλούσιος και ο κακομαθημένος νεαρός και ορκίστηκε να μην ξανακάνει ποτέ στη ζωή του το ίδιο λάθος, διότι «το δις εξαμαρτείν, ούκ ανδρός σοφού!»
Υ.Γ. Η ιστορία αυτή είναι φανταστική και δεν έχει ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα.

0 Σχόλια