Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου
Η σημερινή φιλοξενούμενη των Τεχνών είναι η φιλόλογος γλωσσολόγος, Υποψήφια Διδακτόρισσα Κοινωνιογλωσσολογίας στο Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και συγγραφέας Ειρήνη Κουτρουμπά. Το πρώτο της λογοτεχνικό έργο κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν από τις εκδόσεις «Αω» και φέρει τον ιδιαίτερο τίτλο «Κοινέρωτας». Πρόκειται για μία ποιητική πρόζα, αρκετά ενδιαφέρουσα και συναρπαστική, για την οποία θα μας μιλήσει διεξοδικά στη συνέντευξη που ακολουθεί. Ας δούμε τι έχει να μας πει.
Κυρία Κουτρουμπά, το 2026 υπήρξε καθοριστικό για εσάς καθώς πρόσθεσε μία ακόμα ιδιότητα στο βιογραφικό σας σημείωμα, αυτή της λογοτέχνιδας. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή την ιδιότητα, δεδομένου ότι μέχρι τώρα η συγγραφή για εσάς αποτελούσε ξεκάθαρα αποκλειστικό εργαλείο της επιστημονικής σας ιδιότητας ως φιλόλογος, γλωσσολόγος και Υποψήφια Διδακτόρισσα Κοινωνιογλωσσολογίας;
Κυρία Πετρίδου, σας ευχαριστώ για αυτό το εναρκτήριο ερώτημα. Όπως διαπιστώσατε και εσείς η συγγραφή όλα τα προηγούμενα χρόνια σχετίζεται με τη συγγραφή επιστημονικών κειμένων με επίκεντρο τη γλώσσα και την κοινωνία ή με τη σύνταξη κριτικών αναφορών υπό ένα γλωσσολογικό πρίσμα. Η αλήθεια είναι ότι η ιδιότητα αυτή της λογοτέχνιδας δεν έχει ριζώσει ακόμα μέσα μου, αλλά βρίσκεται σε ένα πρωταρχικό στάδιο κυοφορίας. Θεωρώ πώς έχουν έρθει στην επιφάνεια κάποια κομμάτια της που μάλλον δεν γνώριζα ότι υπήρχαν μέσα μου. Αναστοχαζόμενη αυτή την νέα μου ταυτότητα δεν μπορώ να την «αποκολλήσω» από την επιστημονική, καθώς επίκεντρο και πάλι στη λογοτεχνική δημιουργία είναι η γλώσσα και η μεταγλώσσα. Ίσως αυτή η πτυχή της ταυτότητας να είναι πιο βιωματική και δημιουργική, αφήνοντάς με να γράφω χωρίς το αυστηρό επιστημονικό πλαίσιο με τη συνεχή τεκμηρίωση και το δοκιμιακό ύφος.
Πώς προέκυψε η μεταπήδησή σας από τον επιστημονικό λόγο στον λογοτεχνικό; Τι επιχειρείτε να παρουσιάσετε στον χώρο αυτό και ποιες βαθύτερες προσωπικές ανάγκες σας εξυπηρετεί η ενασχόλησή σας μαζί του, ώστε να πάρετε πλέον την απόφαση να παρουσιάσετε και σε εμάς το πρώτο δείγμα της γραφής σας;
Η ενασχόληση μου με τον λογοτεχνικό λόγο σε επίπεδο συγγραφής προέκυψε κάπως απρόσμενα. Λέω κάπως, καθώς έχω ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια με τη συγγραφή λογοτεχνίας αλλά υπό ένα καθεστώς συγκεκριμένων προδιαγραφών και κανόνων όπως ορίζει η τεχνοτροπία του δομημένου ρεαλισμού την οποία έχει εισηγηθεί ο Φιλολογικός Όμιλος Ελλάδος και στον οποίο συμμετέχω ως ενεργό μέλος από το 2023. Επίσης, λέω σε επίπεδο συγγραφής, καθώς ως αναγνώστρια έχω μυηθεί στην ανάγνωση λογοτεχνίας ήδη από την εφηβική μου ηλικία και με συστηματικό τρόπο στις σπουδές μου. Διαβάζοντας, πάντα σημείωνα και σημειώνω λέξεις και φράσεις που ηχούν διαφορετικά μέσα μου ή μεταφέρουν ιδέες που ταιριάζουν με την προσωπική μου θεωρία και ιδιοσυγκρασία. Όλες αυτές αποτέλεσαν «υλικό» το οποίο σε κάθε περίπτωση προσλαμβάνεται δημιουργικά και μεταπλάθεται. Σε όλα αυτά προστίθεται και το βίωμα. Ένα έντονο βίωμα, μία εμπειρία που συγκινεί και επηρεάζει μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για δημιουργία.
Επιχειρώ να παρουσιάσω τη σύνθεση ακριβώς του επιστημονικού λόγου και συγκεκριμένα της γλωσσολογίας με τον λογοτεχνικό λόγο. Επηρεασμένη επιστημονικά από τον κονστρουκτιβισμό, την κατασκευή της γνώσης, εκδοχών του κόσμου, της ταυτότητας επιχειρώ να αναδείξω ότι το βίωμα κατασκευάζεται διαμέσου της γλώσσας. Η γλώσσα είναι συστατικό στοιχείο του βιώματος, αναπτύσσονται μαζί ως ζωντανοί οργανισμοί και αποτυπώνονται στο χαρτί. Επιχειρώ, επίσης, να αναδείξω μία άλλη εκδοχή της γραμματικής, μιας λειτουργικής- συστημικής, σ΄ αυτό το σημείο σίγουρα επηρεασμένη από τον Halliday, η οποία δεν περιορίζεται στην απλή αναφορά στα γραμματικά στοιχεία, αλλά είναι ένα κοινωνικό-σημειωτικό σύστημα, το οποίο διαμορφώνεται από τις λειτουργίες που επιτελεί μέσα σε μια κοινωνία.
Παράλληλα, η παρατήρηση των ανθρώπινων σχέσεων σήμερα και δη ερωτικών και το δικό μου προσωπικό «πέρασμα» από αυτές με ώθησαν στο συμπέρασμα ότι αυτές έχουν έναν εφήμερο και φευγαλέο χαρακτήρα που συχνά αφήνει απόνερα. Αυτά τα απόνερα θεωρώ ότι μπορούν να βρουν διέξοδο στη λογοτεχνία και να αποτελέσουν μία μορφή λύτρωσης μέσω της ταύτισης, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης: «…δι' ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», για τους/τις αναγνώστες/στριες.
Ποιες σημαντικές διαφορές εντοπίζετε στα δύο αυτά είδη του λόγου; Τι σας έχει αποδείξει η προσωπική σας εμπειρία; Υπάρχουν κοινά σημεία τα οποία μπορούν να συμβάλλουν σε μια ομαλή συμπόρευση των δύο διαφορετικών ειδών, ώστε να προκύψει κάτι νέο μέσα από την ένωσή τους, εξίσου δημιουργικό και συναρπαστικό για τον αναγνώστη;
Τα δύο αυτά είδη σίγουρα παρουσιάζουν διαφορές, όταν αναφερόμαστε στη διαδικασία συγγραφής. Για να συγγράψει κανείς ένα κείμενο που απηχεί τον επιστημονικό λόγο πρέπει να έχει μελετήσει συστηματικά σχετικές πηγές και να τις οργανώνει σε ένα αποδεικτικό κείμενο με βιβλιογραφικές αναφορές, να αιτιολογεί τις επιλογές του και τη συνεισφορά του. Η γλώσσα πρέπει να είναι «απρόσωπη» «δοκιμιακή» χωρίς ωραιοποιήσεις λόγου και συνειρμική γραφή. Πρέπει να είναι δηλωτική των νοημάτων και οι διατυπώσεις ξεκάθαρες. Όταν, πάλι, γράφει κανείς ένα κείμενο που απηχεί τον λογοτεχνικό λόγο, σίγουρα προαπαιτείται η μελέτη άλλων κειμένων, ακόμα και κειμένων λογοτεχνικής θεωρίας. Αυτή βέβαια η άποψη είναι προσωπική και πολλοί/ες θα μπορούσαν να διαφωνήσουν. Η γλώσσα στη λογοτεχνία δεν είναι πάντα δηλωτική ούτε οι πηγές και η διακειμενικότητα δεν φαίνεται πάντα άμεσα με την πρώτη ανάγνωση. Σίγουρα, υπάρχουν υπαινιγμοί, λεξικά παιχνίδια, νεολογισμοί και ωραιοποιήσεις.
Θεωρώ πως τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή τη χαρακτηρίζει μία υβριδικότητα και συνένωση ειδών, ένας πειραματισμός. Για παράδειγμα, μπορούμε να σκεφτούμε την οπτική ποίηση, όπου οι λέξεις τοποθετούνται έτσι ώστε να αποδίδουν τα νοήματα ή ακόμα και την ποιητική πρόζα, που αποτελεί κάτι ανάμεσα σε ποίηση και πεζό. Όπως, λοιπόν, μπορούν να συνενωθούν στοιχεία ποιητικά και πεζά, έτσι θα μπορούσαν και αυτοί οι δύο λόγοι να συνυπάρξουν με κάποιες αμοιβαίες υποχωρήσεις. Θα μπορούσαν να αφαιρεθούν οι βιβλιογραφικές αναφορές του ενός και η διατήρηση της δηλωτικής γλώσσας και ο λογοτεχνικός λόγος να αποφύγει τις αυθαίρετες ωραιοποιήσεις. Ο επιστημονικός λόγος μπορεί να εισχωρήσει στον λογοτεχνικό ως μεταγλώσσα, γεγονός που έχει πολλές πιθανότητες μέσω της ανοικείωσης να προσεγγίσει το ενδιαφέρον του/της αναγνώστη/στριας.
Έπειτα από την ολοκλήρωση και την επίσημη κυκλοφορία του πρώτου σας λογοτεχνικού έργου, πείτε μας δυο λόγια για τη συγγραφέα Ειρήνη Κουτρουμπά και για τις συγγραφικές της ανησυχίες.
Εν μέρει οι ανησυχίες μου έχουν να κάνουν με την τεχνική. Είναι λοιπόν αισθητικές. Η σκέψη μου στροβιλίζεται γύρω από την ανάγκη εύρεσης της προσωπικής μου λογοτεχνικής φωνής. Δεδομένου ότι η λογοτεχνική παραγωγή είναι υπέρμετρη στις μέρες μας, ο/η κάθε/καθεμιά λογοτέχνης ιδίως νέος/α για να επιβιώσει στο λογοτεχνικό στερέωμα και να διαβαστεί σε έναν ικανοποιητικό βαθμό, θα πρέπει να έχει ένα στοιχείο που να τον/την διαφοροποιεί. Ένα ακόμη σημείο που με ταλανίζει και μπορώ να πω ότι πλέον συμπορεύεται με την λογοτεχνική μου υπόσταση αλλά και με όλη μου την ύπαρξη, είναι οι λέξεις. Οι λέξεις ως υλικό, οι λέξεις ως λειτουργία, οι συνδυασμοί τους, η μετανάλυσή τους. Οι λέξεις μου φαίνεται ότι είναι η κοινή συνισταμένη που συνδέει την επιστημονική και λογοτεχνική μου ταυτότητα.
Από την άλλη πλευρά, οι ανησυχίες είναι υπαρξιακές. Διανύω μία περίοδο της ζωής μου όποτε και κλείνουν πολλοί κύκλοι, συντελείται μία μετάβαση από την εξωστρέφεια στην εσωστρέφεια, στην εσωτερική αναζήτηση, αλλά με ταυτόχρονη ευαισθητοποίηση πάνω στα κοινωνικά γεγονότα γύρω μου, στην αδικία, στις διαψεύσεις, στις απογοητεύσεις, στην προτεραιοποίηση ανούσιων και επιφανειακών στοιχείων. Επιθυμώ, λοιπόν, να αποτυπώσω εκδοχές- τόσο μέσα από την επιστημονική μου ιδιότητα όσο και από τη λογοτεχνική – για μεγάλα ερωτήματα που απασχολούν διαχρονικά τον άνθρωπο, όπως είναι ο έρωτας, συμπορευόμενη με τις αλλαγές της εποχής και την επιρροή τους σ’ αυτόν. Η κοινωνική ευθύνη είναι επίσης μία υπαρξιακή μου αγωνία, η οποία δε φαίνεται τόσο στον «Κοινέρωτα», αλλά σε άλλα κείμενα ή ποιήματα που ετοιμάζω. Ο προβληματισμός μου ερείδεται στο πώς το έργο επιδρά στην κοινωνία και αν πρέπει ο/η δημιουργός να παίρνει θέση σε πολιτικά ή ηθικά ζητήματα που σε κάθε περίπτωση σχετίζονται με τη γλώσσα, με τις διαλέκτους και με το πώς αυτές οδηγούν στην κατασκευή ταυτοτήτων και πώς συνδέονται με καταπιεσμένες και περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες. Η κοινωνική ευθύνη ανεπαίσθητα θα μπορούσε να εντοπίζεται στον «Κοινερωτα» αν ληφθεί υπόψη ότι οι εφήμερες σχέσεις που επιχειρώ να αποδώσω, είναι αποτέλεσμα κοινωνικών αλλαγών που ενισχύουν τον ατομοκεντρισμό και την καταναλωτική κουλτούρα. Στις εφήμερες σχέσεις, οι άνθρωποι καταναλώνονται σαν προϊόντα, ενώ στόχος τους είναι η ατομική απόλαυση.
Τι είναι αυτό που σας εμπνέει συνήθως και σας ωθεί στην έκφραση και τη δημιουργία; Ο εργασιακός σας χώρος μήπως, τα προσωπικά σας βιώματα, η καθημερινότητά σας και οι συναναστροφές με τους γύρω σας, κάποιο τυχαίο γεγονός, μήπως όλα αυτά μαζί ή και κάτι άλλο;
Αυτά που πυροδοτούν την έμπνευση είναι η μελέτη προγενέστερης λογοτεχνίας, σίγουρα το βίωμα. Θα τα εξηγήσω με τη σειρά. Η λογοτεχνία μπορεί, όπως εξήγησα παραπάνω, με τη χρήση λέξεων και φράσεων να πυροδοτήσει την έμπνευση μέσα μία διαδικασία δημιουργικής μετάπλασης. Είναι σημαντική για να δει κανείς τι του ταιριάζει, τι όχι, ποια παράδοση θα συνεχίσει ή όχι. Το βίωμα που προκύπτει από τη συναναστροφή με τους γύρω συμπληρωματικά μπορεί να προκαλέσει πλεόνασμα θετικών συναισθημάτων, σκέψης που διεγείρει τον εγκέφαλο και πασχίζει να καταγραφεί. Ή μπορεί να προκαλέσει περίσσευμα αρνητικών συναισθημάτων που έχουν την ανάγκη να εξωτερικευτούν.
Ποιον ρόλο διαδραματίζει η φαντασία στη ζωή σας ως παράγοντας δημιουργίας; Πρωταγωνιστικό ίσως ή απλά συμπληρωματικό;
Η γραφή μου είτε σε επιστημονικό είτε σε λογοτεχνικό επίπεδο βασίζεται γερά στον ρεαλισμό και σε πτυχές της πραγματικότητας. Εδώ, θα χρησιμοποιήσω μία φράση ενός αγαπημένου μου λογοτέχνη του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ο οποίος είπε ότι «Μια ποίηση που δεν κρατιέται γερά απ’ τον ρεαλισμό, δεν είναι ποίηση». Θεωρώ, λοιπόν, πως αν όχι όλη η δημιουργία σε ένα μεγάλο ποσοστό θα πρέπει να αποτυπώνει την πραγματικότητα. Να γίνεται μεταδότης της αλήθειας, των καλών στιγμών και του πόνου συνάμα.
Τι επιδιώκετε να κατακτήσετε ως δημιουργός που εκπροσωπεί και υπηρετεί την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;
Πιστεύω ότι ρόλος της λογοτέχνιδας είναι ιδιαίτερα καταλυτικός σε μία εποχή αβεβαιότητας, διακρίσεων και ρευστότητας. Με την ποιητική πρόζα «Κοινέρωτας» επιδιώκω να αναδείξω τη διαστρέβλωση και την κρίση μέσα από την οποία διέρχονται οι ανθρώπινες ερωτικές σχέσεις. Να κατανοήσω η ίδια μέσω της καταγραφής τον εσωτερικό μου κόσμο, αλλά και να οδηγήσω τον/την αποδέκτη/κρια σε μία τέτοια διαδρομή εσωτερικής αναζήτησης με κινητήριο μοχλό τη γλώσσα. Στόχος μου λοιπόν είναι εκκινώντας από ένα προσωπικό βίωμα να προκαλέσω προβληματισμό. Οι λέξεις μάλιστα που προέρχονται από το διαδίκτυο και ενσωματώνονται στο κείμενο, έμμεσα θίγουν και την τεχνολογική διαμεσολάβηση του ερωτικού βιώματος. Πώς δηλαδή αυτό φιλτράρεται και διαχέεται μέσω της τεχνολογίας. Συμπληρωματικά, το λογοτεχνικό είδος της ποιητικής πρόζας θεωρώ ότι ευνοεί την καλύτερη απόδοση της ρευστότητας της σύγχρονης κοινωνίας. Η επιδίωξη μου πέρα από την αποτύπωση της υπαρξιακής αγωνίας του ανεκπλήρωτου έρωτα, είναι έμμεσα να αφήσω και ένα στίγμα κοινωνικό. Όσον αφορά όσα ετοιμάζονται η λογική είναι ίδια. Θα μπορούσα να συμπληρώσω ως επιπρόσθετη επιδίωξη την απόδοση φωνής σε άτομα που ανήκουν σε περιθωριοποιημένες ομάδες και την κοινωνική ευαισθητοποίηση όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανισότητα. Τέλος, όπως γίνεται εμφανές από το μικρό εισαγωγικό κείμενο που συνοδεύει την ποιητική πρόζα :«Μπορεί να ταυτιστεί, να διαφωνήσει, να πάρει το μπλάνκο και σβήσει» καλώ τον/την αποδέκτη/κτριά σε μία αυθεντική σύνδεση και επικοινωνία, τον/την σε μία ταύτιση ή αποταύτιση με και από το κείμενο.
Ποιο λογοτεχνικό είδος σας συναρπάζει περισσότερο, είτε ως συγγραφέας είτε ως απλή αναγνώστρια, πέρα από την ποιητική πρόζα με την οποία έχετε ήδη καταπιαστεί και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία; Θα θέλατε να δοκιμαστείτε και σε κάτι άλλο στο μέλλον, αν δεν το έχετε ήδη κάνει μέχρι τώρα;
Ως αναγνώστρια καταναλώνω λαίμαργα διηγήματα και νουβέλες. Έχω μία προτίμηση στη μικρή φόρμα. Η μικρή φόρμα μου προσφέρει τη συμπύκνωση και την ένταση που επιθυμώ. Κάθε λέξη, πρόταση και λεπτομέρεια έχει σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί την κεντρική ιδέα, ενώ πολλά νοήματα αφήνονται να εννοηθούν. Έτσι, διατηρείται η εγρήγορση και δημιουργείται επιπρόσθετος προβληματισμός. Επίσης, μέσα από μία συλλογή διηγημάτων συνήθως παρέχεται ένα μωσαϊκό κόσμων και εκδοχών πραγματικότητας. Επιλέγω, επίσης ποιητικές συλλογές, με κριτήριο τον τρόπο χρήσης της γλώσσας και τους ύφους.
Ως συγγραφέας έχω καταπιαστεί με την ποιητική πρόζα, όπως αναφέρετε, και με μικρά και δειλά βήματα με την ποίηση. Η αλήθεια είναι ότι σκέφτομαι να ασχοληθώ, κάνω δηλαδή κάποιες σκέψεις, με τη συγγραφή νανοδιηγημάτων.
Ποια είναι η γνώμη σας για την κριτική του αναγνωστικού κοινού αλλά και των κριτικών λογοτεχνίας; Σας επηρεάζουν τα θετικά ή τα αρνητικά σχόλιά τους; Τι επιλέγετε να κρατήσετε ως άνθρωπος και ως δημιουργός και τι όχι;
Ένα δημιούργημα λογοτεχνικό και μη για να θεωρηθεί ολοκληρωμένο πρέπει να περάσει από την κριτική αρχικά του απλού και καθημερινού/ης αναγνώστη/στριας, ο/η οποίος/α θα κρίνει συναισθηματικά και βιωματικά με βάση την εμπειρία του και άλλες αναγωνστικές εμπειρίες που πιθανόν έχει. Στη συνέχεια από τους κριτικούς λογοτεχνίας, οι οποίοι έχοντας τα κατάλληλα εργαλεία ανάλυσης και την απαραίτητη γνώση θα προβούν σε κριτική. Σίγουρα, η πρόσληψη είναι μια ενεργητική διαδικασία μπορεί να δώσει νοήματα που ο ίδιος/ια η συγγραφέας δεν τα είχε σκεφτεί. Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις η κριτική να είναι αυστηρή και να συνδέεται με αρνητικά σχόλια. Σε κάθε περίπτωση, κρατάω τόσο τα θετικά σχόλια, καθώς μου δίνουν ώθηση και θάρρος να συνεχίσω όσο και τα αρνητικά, καθώς με ευνοούν εφιστώντας την προσοχή μου στις αδυναμίες και στα τρωτά σημεία, ώστε να καταβάλλω μεγαλύτερη προσπάθεια και άρα να βελτιώνομαι συνεχώς.
Τον Ιούνιο του 2026 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο σας από τις εκδόσεις «Αω», το οποίο στην ουσία αποτελεί το πρώτο σας λογοτεχνικό έργο. Πρόκειται για μία ποιητική πρόζα, εννέα κειμένων για την ακρίβεια, με τίτλο «Κοινέρωτας». Η λέξη αυτή είναι δική σας δημιουργία και για τον λόγο αυτό φροντίζετε να εξηγήσετε στο βιβλίο σας τι ακριβώς σημαίνει. Για ποιον λόγο, όμως, πλάσατε αυτή τη λέξη και πώς ακριβώς προϊδεάζετε τον αναγνώστη μέσω αυτής γι’ αυτό που πρόκειται να διαβάσει στη συνέχεια;
Σωστά, η λέξη «Κοινέρωτας» αποτελεί έναν νεολογισμό και όντως δίνεται η σημασία της λέξης με αναφορά στη φωνητική της μεταγραφή, αλλά και στο γένος της, όπως θεώρησα ότι οφείλω να κάνω, καθώς δεν μπορεί να εντοπιστεί αλλού. Ήθελα να βρω μία λέξη στα ελληνικά για να αποδώσω την αγγλική λέξη situationship που συρρέει πλέον σε όλους τους χώρους της δημόσιας σφαίρας. Έτσι, έπλασα τη λέξη κοινέρωτας. Με τον τίτλο ουσιαστικά αποδίδω το βασικό θέμα της ποιητικής πρόζας που είναι ο κοινός έρωτας, ο καθημερινός, συχνά συνηθισμένος και φευγαλέος, μια σχέση τσέπης, όπως θα έλεγε ο Bauman. Άρα, ο τίτλος συνδέεται οργανικά με το κύριο σώμα. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η πρόσληψη του τίτλου από τους/τις αποδέκτες/κτριες πριν διαβάσουν το βιβλίο. Κάποιοι/ες το σημασιοδότησαν ως τον κοινό με την έννοια της αμοιβαιότητας έρωτα. Άλλοι/ες σκέφτηκαν ότι θα μπορούσε να αντικατασταθεί με -υ κυνέρωτας.
Τι ακριβώς σας κέρδισε στην ποιητική πρόζα ώστε να ασχοληθείτε μαζί της;
Βρίσκω την ποιητική πρόζα ένα πολύ ενδιαφέρον λογοτεχνικό είδος. Θα εξηγήσω το γιατί. Όταν ξεκίνησα να γράφω, το κείμενο μου έτεινε πιο πολύ σε μικρά πεζά. Κατά την επιμέλεια και τις επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις διαπίστωσα ότι θεματικά και μορφικά θα ταίριαζαν κάποια ποιητικά στοιχεία, όπως οι επαναλήψεις λέξεων, φράσεων δομών, λειτουργώντας συνεκτικά και δίνοντας έμφαση. Στη συνέχεια, το χαρακτηριστικό της ποιητικής πρόζας να εστιάζει στην προσεκτική επιλογή των λέξεων, χωρίς περιττές περιγραφές, ταίριαξε άψογα με τη δική μου εμμονή για τις λέξεις και τη χρήση της μεταγλώσσας. Η εικονοποιοία είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό που με έπεισε να ασχοληθώ με το είδος, δημιουργώντας κινητικές, οσφρητικές, ακουστικές εικόνες με συμβολισμούς. Τέλος, καθώς στόχος της ποιητικής πρόζας είναι να αποτυπώσει στιγμές, συναισθήματα, ψυχική διάθεση, την επέλεξα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήθελα να βρω ένα είδος το οποίο να εστιάζει στην εσωτερική εμπειρία, όπως αυτή χτίζεται γλωσσικά και σημειωτικά, αφήνοντας κατά μέρους την αφηγηματική εξέλιξη. Έτσι, και ο Κοινέρωτας δεν είναι μία αφηγηματική ιστορία, αλλά κομμάτια- στιγμιότυπα μιας ερωτικής ιστορίας.
Μιλήστε μας περιληπτικά για τη θεματική και το περιεχόμενο της ποιητικής πρόζας σας;
Η ποιητική πρόζα αποτελείται από 9 κείμενα τα οποία είναι αφιερωμένα στις ηχηρές στιγμές που ζουν δύο άτομα. Χαρακτηρίζονται από αυτοτέλεια και εσωτερική συνοχή, αλλά παράλληλα δένονται μεταξύ τους επικεντρωμένα σε ένα εγώ και ένα εσύ τα οποία συμμετέχουν σ’ ένα παιχνίδι λέξεων και χρόνου, χωρίς να υπάρχει αφηγηματική πλοκή. Ένας/μία αποδέκτης/κτρια και ένας/μία πομπός που συνεχώς αντιστρέφονται και μετρούν μέρες, ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα, κατασκευάζοντας γλωσσικά τον ερωτόκοσμο. Στο πρώτο κατά σειρά κείμενο αποτυπώνεται το πως ξεκινά η σχέση και στο τελευταίο πως ολοκληρώνεται. Μεταξύ αυτών των κειμένων της αρχής και του τέλους υπάρχουν κείμενα που περιγράφουν σημεία ενός τέτοιου έρωτα. Για παράδειγμα, ο χρόνος, τα μάτια, οι αισθήσεις, τα λόγια. Αυτό που αποτυπώνεται είναι ότι όσο ο έρωτας διαρκεί, βιώνεται μέσω των λέξεων και των αισθήσεων και υπό το άγρυπνο βλέμμα του χρόνου. Όταν λήξει -αν λήξει- σταλάζει σαν βροχή από μικρές ακατέργαστες πέτρες, άλλες αστοχούν και άλλες βρίσκουν στόχο, προκαλώντας αποτυπώματα ή/και πληγές.
Δίνετε μεγάλη έμφαση στη γλώσσα, καθώς θεωρείτε ότι αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επίτευξη και τη διάρκεια μιας ερωτικής ιστορίας. Με ποιον ακριβώς τρόπο το πετυχαίνετε αυτό και γιατί τελικά θεωρείτε τόσο σημαντική τη συμβολή της στο ερωτικό παιχνίδι;
Οι λέξεις είναι αυτές που μπορούν να δομήσουν και να αποδομήσουν. Ανάλογα τις λέξεις που χρησιμοποιούμε, κατασκευάζουμε διαφορετικές πτυχές του εαυτού μας, διαφορετικές ταυτότητες. Αυτή η ιδέα μάλιστα συνδέεται άρρηκτα με τις σπουδές μου στην Κοινωνιογλωσσολογία. Στην ερωτική, λοιπόν, ιστορία, πραγματικά οι λέξεις είναι αυτές που καθόρισαν και την ποιότητά της, τον χαρακτήρα της: την αναμονή, τον αυθορμητισμό, το γρήγορο κύλισμα του χρόνου ή το «πάγωμά» του, την απόσταση μεταξύ του εγώ και του εσύ. Η εστίαση στη γλώσσα γίνεται αισθητή στον/στην αναγνώστη/στρια μέσα από τις μορφοσυντακτικές και ετυμολογικές αναλύσεις, μέσα από τη χρήση της μεταγλώσσας και μέσα από τη δημιουργία νέων λέξεων για την απόδοση αφηρημένων συναισθημάτων ή σκέψεων (π.χ. διπλοπληγή, εαυτοδόσιμο). Οι λέξεις είναι ένας από τους βασικότερους τρόπους με τους όποιους συντελείται η ερωτική γνωριμία και επαφή και ανάγεται σε ανθρώπινη.
Είναι αυτοβιογραφικό το έργο σας;
Το έργο είναι αυτοβιογραφικό, περιλαμβάνοντας πραγματικές καταστάσεις, συναισθήματα από τη δική μου οπτική γωνία και πρόσληψη, αλλά και λέξεις, φράσεις και σημειωτικά στοιχεία του εσύ. Αν δεν ήταν βίωμα και αν δεν είχε λήξει, το βιβλίο δεν θα υπήρχε.
Σε ποιες ηλικίες απευθύνεστε κυρίως;
Θεωρώ ότι απευθύνεται σε ενήλικες κάθε ηλικίας. Ο έρωτας άλλωστε είναι κεντρικό ζήτημα σε κάθε ηλικιακή φάση του ανθρώπου.
Εκ του αποτελέσματος και πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια σας, πώς αισθάνεστε γι’ αυτό; Ανταποκρίνεται στις αρχικές σας προσδοκίες;
Μόλις παρέλαβα το βιβλίο, ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος. Όχι μόνο ανταποκρίθηκε, αλλά και ξεπέρασε τις αρχικές μου προσδοκίες. Πέρα από το κύριο σώμα του βιβλίου, η αισθητική του αρτιότητα είναι αυτή που με εντυπωσίασε και οφείλω πολλές ευχαριστίες για την τόσο προσεγμένη έκδοση στον υπεύθυνο εκδόσεων ΑΩ, τον κύριο Πέτρο Μιχάλη. Μου πρότεινε το βιβλίο να τυπωθεί με τον παραδοσιακό «άκοπο» τρόπο, κεντημένο στο χέρι. Εννοείται ότι αμέσως συμφώνησα. Έτσι, ο κάθε αναγνώστης και η καθεμιά αναγνώστρια διαβάζοντάς το, κόβει τις ενωμένες σελίδες, σαν να αποκαλύπτει πρώτος ως αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυρας τον ερωτόκοσμο που κατασκευάζεται στις σελίδες. Δε θα ήθελα να παραλείψω να αναφερθώ στο εξώφυλλο του βιβλίου, το οποίο κατά παραγγελία και μετά από εκτενείς συζητήσεις, σχεδίασε η εξαιρετική Ανδριάνα Ιωάννου, μία φοιτήτρια της Καλών Τεχνών πολλά υποσχόμενη. Σχεδίασε τις φιγούρες και τις συνέδεσε, ράβοντας τες με πραγματική μοβ κλωστή.
Πείτε μας δυο λόγια για τη μέχρι τώρα συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Αω». Είστε ικανοποιημένη από αυτήν; Θεωρείτε σημαντική τη συμβολή του εκδοτικού οίκου για την περαιτέρω προώθηση ενός βιβλίου;
Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη από τη συνεργασία από τη στιγμή που ξεκίνησε μέχρι τη στιγμή που πήρα το βιβλίο στα χέρια μου. Έτσι, Θα ήθελα να ευχαριστήσω από καρδιάς τον εκδότη Πέτρο Μιχάλη και τις εκδόσεις ΑΩ χωρίς την πολύτιμη συνδρομή του οποίου με εστίαση στην αισθητική, στο χειροποίητο και στην ποιοτική έκδοση, δε θα είχε υλοποιηθεί αυτή η απόπειρα. Τον ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για τη συνεργασία, τη διαρκή στήριξη και καθοδήγηση. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον επιμελητή κύριο Κωνσταντίνο Λουκόπουλο, εξαιρετικό μάλιστα ποιητή για την προσοχή που έδειξε στο κείμενο κατά την επιμέλεια. Η συμβολή του οίκου στην προώθηση του βιβλίου είναι καταλυτική. Όσον αφορά τη δική μου περίπτωση, ο εκδοτικός καταβάλλει κάθε προσπάθεια προώθησης και ανάδειξης μέσω ποικίλων μέσων.
Πείτε μας μια ευχή σας για το μέλλον που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί.
Εύχομαι ο κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως κοινωνικής, οικονομικής κατάστασης, πολιτισμικού και γλωσσικού υποβάθρου να βρει αυτό που νοηματοδοτεί την ύπαρξη του και να του δώσει σάρκα και οστά.
Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.
Θα σας παραθέσω ένα απόσπασμα από το κείμενο «Οι αποχωρισμοί» που αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια:
Ήταν σαν να με άφηνες, αλλά να μην με άφηνες. Σαν να με κρατούσες με μια αόρατη λεπτή κλωστή από γυαλί. Εύθραυστη και κάπως άκαμπτη. Δεν την είχες επιλέξει τυχαία. Δεν είχες επιλέξει τυχαία το υλικό.
Άκαμπτη για να τηρείται η απόσταση. Αν ήταν από ύφασμα, θα τη δίπλωνα.
Εύθραυστη για να μην απομακρυνθώ εντελώς. Για να την προσέχω να μην σπάσει.
Κυρία Κουτρουμπά, σας ευχαριστώ θερμά για την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας. Εύχομαι το βιβλίο σας να πολυταξιδέψει και να πολυδιαβαστεί, γιατί πραγματικά του αξίζει! Με το καλό και σε πολλά επόμενα, ώστε να έχουμε σύντομα την ευκαιρία να τα πούμε και πάλι! Να είστε καλά και πάντα δημιουργική!
Κυρία Πετρίδου, εγώ σας ευχαριστώ προσωπικά για τις τόσο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις που μου έδωσαν την ευκαιρία να μιλήσω για όλη τη διαδικασία δημιουργίας του βιβλίου από τη σύλληψη μέχρι την τύπωση, αλλά και να εκφράσω τις προσωπικές μου τοποθετήσεις για ζητήματα λογοτεχνίας, κριτικής, πρόσληψης, γλωσσολογίας. Θα ήθελα να ευχαριστήσω και τον ιστότοπο texnesonline.gr για τη φιλοξενία της συνέντευξής μου. Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να τα ξαναπούμε σύντομα! Να είστε και εσείς δραστήρια και δημιουργική!
Η Ειρήνη Κουτρουμπά γεννήθηκε το 1995 στη Φλώρινα. Είναι φιλόλογος γλωσσολόγος, Υποψήφια Διδακτόρισσα Κοινωνιογλωσσολογίας στο Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα, για τα οποία συγγράφει επιστημονικά άρθρα και δοκίμια, επικεντρώνονται στη γλώσσα, τους λόγους (discourses), τις ταυτότητες, τις διαλέκτους στο διαδίκτυο και τη λογοτεχνία. Το 2025 εξέδωσε την επιστημονική μελέτη Γλωσσολογία και δομημένος ρεαλισμός: Φιλοσοφικές, κριτικές, κοινωνιογλωσσολογικές και κειμενογλωσσολογικές διαστάσεις (εκδ. Υψικάμινος). Ο Κοινέρωτας είναι το πρώτο της λογοτεχνικό βιβλίο.
Διαβάστε την κριτική μας για το βιβλίο: εδώ






0 Σχόλια