Οιωνοί
Συγγραφέας: Κάλλια Βαβουλιώτη
Ημερομηνία έκδοσης: 04/2026
ISBN: 978-618-5845-95-7
Σελιδες: 56
Εκδόσεις: ΑΩ
Γράφει η Νίκη Μισαηλίδη
Η σύγχρονη ελληνική ποίηση στρέφεται ολοένα και πιο συχνά προς τον μύθο προκειμένου να αναζητήσει μέσα από αυτόν νέους τρόπους κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας. Στην ποιητική συλλογή Οιωνοί, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΑΩ» (2026) (ISBN: 978-618-5845-95-7), η Κάλλια Βαβουλιώτη αξιοποιεί πρόσωπα και σύμβολα της ελληνικής μυθολογίας ως ζωντανά αρχέτυπα που φωτίζουν διαχρονικές ανθρώπινες εμπειρίες: τον έρωτα, την απώλεια, την προδοσία, τη μοναξιά, την αναζήτηση της αλήθειας και τη συμφιλίωση με το αναπόφευκτο. Με αυτόν τον τρόπο οι αρχαίοι μύθοι αποδεσμεύονται από την αφηγηματική τους λειτουργία και μετατρέπονται σε σύμβολα της σύγχρονης υπαρξιακής αγωνίας.
Ήδη από τον τίτλο της συλλογής, η έννοια των «οιωνών» παραπέμπει σε σημεία και μηνύματα που προαναγγέλλουν μια εξέλιξη ή μια αποκάλυψη. Οι «οιωνοί» υπήρξαν στην αρχαία ελληνική σκέψη σημάδια που αποκάλυπταν τη βούληση των θεών και προανήγγελλαν την εξέλιξη των γεγονότων και όπως εύστοχα επισημαίνει η Κατερίνα Λιάτζουρα στο «Επίμετρο» της συλλογής «στη λυρική ποίηση, ο οιωνός συνδέεται με τη φύση και το θείο. Το πέταγμα ενός πουλιού, μια ξαφνική μεταβολή του καιρού, ένας ήχος ή μια σιωπή αποκτούν συμβολική βαρύτητα, επειδή θεωρούνται φορείς μιας ανώτερης γνώσης» (σ. 47). Στον ποιητικό κόσμο της Κάλλιας Βαβουλιώτη, ωστόσο, οι οιωνοί αποδεσμεύονται από την παραδοσιακή τους σημασία και μετατοπίζονται από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Αναδύονται μέσα από τις ρωγμές της μνήμης, τις ανεπαίσθητες κινήσεις της ψυχής και τις σιωπές που συνοδεύουν τις βαθύτερες υπαρξιακές εμπειρίες, λειτουργώντας ως εσωτερικά σημεία προσανατολισμού που επιχειρούν, «να προλογίσουν και να φωτίσουν, έστω και στιγμιαία, το άγνωστο» (σ. 48). Έτσι, η συλλογή οικοδομεί εξαρχής έναν ποιητικό κόσμο στον οποίο η πραγματικότητα και ο συμβολισμός συνυπάρχουν αδιάσπαστα και ο μύθος μετασχηματίζεται σε τρόπο κατανόησης της σύγχρονης ανθρώπινης εμπειρίας.
Η Κάλλια Βαβουλιώτη αξιοποιεί μυθολογικά και ομηρικά πρόσωπα, όπως τη Νύμφη, τον Δία, τον Ταύρο και τον Κύκνο (σ. 15), τον Ίκαρο (σ. 19), τον Άδη (σ. 23), την Κίρκη και τον Οδυσσέα (σ. 25), τον Τιτάνα (σ. 28), την Περσεφόνη (σ. 29), τον Ορφέα και την Ευριδίκη (σ. 41) ως αρχετυπικές μορφές που συνομιλούν με τα υπαρξιακά αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου. Μέσα από αυτή τη διακειμενική συνομιλία με τον αρχαίο μύθο, η ποιήτρια πραγματοποιεί μια δημιουργική επανερμηνεία του μύθου, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την αφήγηση προς τη συμβολική του δυναμική. Όπως σχολιάζει η Κ. Λιάτζουρα «η ποιήτρια δεν επικαλείται τον μύθο για να τον αναπαραστήσει, αλλά για να τον αναθεωρήσει» (σ. 50), δημιουργώντας ταυτόχρονα μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Η μορφή της Νύμφης ανασυντίθεται και αναθεωρείται καθώς παύει να αποτελεί το ειδυλλιακό πλάσμα της αρχαιότητας και μετατρέπεται σε σύμβολο της γυναικείας ευαλωτότητας απέναντι στην εξουσία στο ποίημα «Από αρχαιοτάτων χρόνων» (σσ. 15-16):
Κατάρα μοιάζει
η ομορφιά
ιδίως αν είσαι
Νύμφη.
Ο Δίας
πάντοτε
παραφυλά
να σε πιάσει
στο δίχτυ.
άλλοτε
Ταύρος
άλλοτε
Κύκνος
τριγυρνά
σε τόπους
και λιβάδια.
Το «όχι»
δε δέχεται
από τις κόρες
εκείνος
άλλωστε
διατάζει
και τα βράχια.
Κι οι κόρες
σιωπηλές
πώς αντίρρηση
στου Θεού
να φέρουν
τη βουλή.
Η μοίρα τους
τους το ’λαχε
χάρη στον Δία
η ιστορία
τους να γίνει
ξακουστή.
Έτσι, η μορφή της Νύμφης γίνεται σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς που μετατρέπεται σε κατάρα, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπη με την εξουσία και την επιθυμία του πανίσχυρου θεού. Η ποιήτρια επαναπροσδιορίζει τον μύθο από μια σύγχρονη οπτική, αναδεικνύοντας τη διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία και στην επιβολή.
Ανάλογη λειτουργία επιτελεί και η μορφή του Ίκαρου. Στο ποίημα «Η πτώση» (σσ. 19-20), ο εμβληματικός ήρωας της αρχαιοελληνικής μυθολογίας δεν παρουσιάζεται απλώς ως εκείνος που υπερέβη τα ανθρώπινα όρια και τιμωρήθηκε για την ύβρη του, αλλά επανανοηματοδοτείται ως σύμβολο του ανθρώπου που αδυνατεί να αγαπήσει ουσιαστικά τους άλλους, επειδή δεν έχει προηγουμένως συμφιλιωθεί με τον ίδιο του τον εαυτό. Το ερώτημα «Ανίκανος να / αγαπήσει / τον εαυτό του / ο Ίκαρος / πώς να αγαπήσει / άλλους ανθρώπους / πώς να εκτιμήσει / τη ζωή;» μετασχηματίζει τον γνωστό μύθο σε ψυχολογική και υπαρξιακή αλληγορία, καθώς η πτώση δεν είναι αποτέλεσμα αλαζονείας αλλά συνέπεια μιας βαθύτερης εσωτερικής ανεπάρκειας, της αδυναμίας αυτογνωσίας και της αποδοχής του εαυτού. Με τον τρόπο αυτό, η Κάλλια Βαβουλιώτη μετασχηματίζει τον μύθο σε ποιητικό όχημα υπαρξιακού στοχασμού, στο οποίο η πραγματική πτώση δεν είναι σωματική αλλά ψυχική. Παρόμοια διάθεση χαρακτηρίζει τη μορφή της Περσεφόνης. Στο εξαιρετικά συμπυκνωμένο ποίημα «Κι ο θάνατος λυγίζει» (σ. 29), η ποιήτρια ανατρέπει την εικόνα του αδυσώπητου Άδη. Η επιθυμία της Περσεφόνης « Θέλω / να φιλήσω / τον θάνατο / στα μάτια σου» μεταμορφώνει τον θάνατο από απόλυτη δύναμη σε ευάλωτη ύπαρξη. Το τελικό δάκρυ του Άδη λειτουργεί ως κορύφωση μιας ποιητικής ανατροπής, όπου ακόμη και η πιο αμετάκλητη μορφή εξουσίας υποχωρεί μπροστά στην ανθρώπινη συγκίνηση.
Ο έρωτας αποτελεί έναν από τους κεντρικούς θεματικούς άξονες της συλλογής Οιωνοί. Ωστόσο, δεν εξιδανικεύεται ούτε παρουσιάζεται ως λυτρωτική εμπειρία· αντίθετα, συνδέεται με την απουσία, την προδοσία, τη διάψευση, τη ματαίωση και την οδύνη. Το ποιητικό υποκείμενο βιώνει την αγάπη ως μια διαρκή δοκιμασία, ως πεδίο αυτογνωσίας αλλά και τραύματος, όπου η απώλεια του αγαπημένου προσώπου ισοδυναμεί με τη διάρρηξη της ίδιας της ταυτότητας. Ο έρωτας δεν λειτουργεί ως καταφύγιο από την υπαρξιακή αγωνία· γίνεται ο κατεξοχήν χώρος όπου αυτή αποκαλύπτεται με τη μεγαλύτερη ένταση. Στο ποίημα «Το Δίλημμα» (σ. 12), η ποιητική φωνή εκφράζει την απόλυτη εξάρτηση από τον Άλλον, σε σημείο που η απουσία και η προδοσία του να ισοδυναμούν με υπαρξιακή κατάρρευση: «Ήθελα να ’μουνα Θεός / να κάτεχα μαζί σου / ήντα να κάμω / που μακριά σου / ξεψυχώ / κι από την / προδοσία σου / κόντεψα / ν’ αποθάνω». Στην «Ιεραρχία» (σ. 30), η ποιήτρια αξιοποιεί τους θεούς και τον Τιτάνα για να αποδώσει τη διαδικασία εξιδανίκευσης του αγαπημένου προσώπου και την υπέρμετρη ένταση του ερωτικού βιώματος: «Πάντοτε / Ερωτευόμουνα / Θεούς. // Ώσπου γνώρισα / Έναν / Τιτάνα». Επίσης, στο «Αίνιγμα» (σ. 34) ο έρωτας προσεγγίζεται ως μια ατέρμονη διαδικασία αναζήτησης και ερμηνείας του Άλλου: «Τόσα μυστικά / σημεία / στην πόλη / ανακάλυψα / Μαζί σου. // Εσένα / Ολόκληρο / Ποτέ». Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη γνώση του κόσμου και στην αδυναμία πλήρους γνώσης του αγαπημένου προσώπου αναδεικνύει μια από τις βαθύτερες υπαρξιακές παραδοχές της συλλογής: ο Άλλος παραμένει πάντοτε ένα αίνιγμα, μια ανοιχτή περιοχή που αντιστέκεται στην οριστική ερμηνεία. Έτσι, ο έρωτας αναδεικνύεται όχι ως κατάσταση βεβαιότητας και κατοχής, αλλά ως εμπειρία διαρκούς αναζήτησης, αμφιβολίας και εσωτερικής μεταμόρφωσης.
Ιδιαίτερη θέση στη συλλογή κατέχει η έννοια της σιωπής. Στο ολιγόστιχο ποίημα «Ίδια γλώσσα» (σ. 17) «Η σιωπή / είπε / τ’ ανείπωτα» συμπυκνώνεται μια ολόκληρη ποιητική αντίληψη. Η σιωπή δεν παρουσιάζεται ως απουσία λόγου, αλλά ως ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας, ίσως βαθύτερος από την εκφορά των λέξεων. Το ανείπωτο δεν υποδηλώνει την αδυναμία της γλώσσας· αντίθετα, αποτελεί το σημείο εκείνο στο οποίο η ποιητική έκφραση υπερβαίνει τη δηλωτική λειτουργία του λόγου και προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια βιωματική συμμετοχή στη διαδικασία της ερμηνείας. Η επιλογή της λιτής μορφής υπηρετεί ακριβώς αυτή την ποιητική οικονομία. Όπως επισημαίνει η Κατερίνα Λιάτζουρα, «η απουσία εκτενούς στίχου δημιουργεί ένα πεδίο θραυσμάτων, με αποτέλεσμα η παύση να γίνεται δημιουργικό στοιχείο της μορφής και όχι απλώς μια τυπογραφική επιλογή» (σ. 51). Οι παύσεις και η αποσπασματικότητα της εκφοράς λειτουργούν ως ισότιμα σημασιολογικά στοιχεία του ποιήματος. Η σιωπή, επομένως, μετασχηματίζεται σε δομική αρχή της ποιητικής γραφής, καθιστώντας το ανείπωτο εξίσου εύγλωττο με τον εκφερόμενο λόγο.
Η μορφή των ποιημάτων υπηρετεί με συνέπεια αυτή την αισθητική. Η ποιήτρια επιλέγει σύντομα ποιήματα, ελεύθερο στίχο, περιορισμένη χρήση σημείων στίξης και έντονες παύσεις, στοιχεία που συγκροτούν μια γραφή λιτή αλλά ιδιαίτερα πυκνή σε νοήματα. Η διάταξη των λέξεων στη σελίδα λειτουργεί σημασιολογικά, καθώς κάθε αποκοπή του στίχου και διασκελισμός επιβραδύνουν την ανάγνωση και ενισχύουν τη δραματικότητα της ποιητικής εκφοράς. Η λιτότητα των στίχων λειτουργεί ως αποτέλεσμα ποιητικής συμπύκνωσης και όχι ως απλή συντομία. Πίσω από ελάχιστες λέξεις αναπτύσσεται ένα ευρύ σημασιολογικό πεδίο, το οποίο καλείται να ενεργοποιήσει ο ίδιος ο αναγνώστης. Μέσα από ελάχιστες λέξεις η δημιουργός κατορθώνει να ενεργοποιήσει ένα ευρύ πλέγμα συνδηλώσεων, συμβολισμών και διακειμενικών αναφορών, μεταθέτοντας μέρος της νοηματοδότησης στον ίδιο τον αναγνώστη. Έτσι, η ανάγνωση μετατρέπεται σε μια ενεργητική ερμηνευτική διαδικασία, κατά την οποία τα κενά, οι σιωπές και οι υπαινιγμοί αποκτούν εξίσου καθοριστική σημασία με τον εκφερόμενο λόγο.
Οι Οιωνοί είναι μια συλλογή που κινείται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στη μνήμη και στη λήθη, στην ελπίδα και στην απώλεια. Η Κάλλια Βαβουλιώτη αξιοποιεί τον αρχαίο μύθο για να μιλήσει για τον σύγχρονο άνθρωπο, για τις πληγές και τις επιθυμίες του, για τις στιγμές εκείνες όπου η ζωή συναντά τα όριά της. Πρόκειται για μια ποίηση εσωτερική και συμβολική, που καλεί τον αναγνώστη να αναζητήσει τους δικούς του «οιωνούς» μέσα στις σιωπές και στις ρωγμές της ύπαρξης, υπενθυμίζοντας ότι η ποίηση εξακολουθεί να αποτελεί έναν προνομιακό τόπο ερμηνείας του κόσμου.

0 Σχόλια