Βιβλιοκριτική: "Κοινέρωτας" της Ειρήνη Κουτρουμπά | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Κοινέρωτας
Ποιητική πρόζα
Συγγραφέας: Ειρήνη Κουτρουμπά
Ημερομηνία έκδοσης: 06/2026
ISBN: 978-618-252-003-1
Σελίδες: 32
Εκδόσεις ΑΩ 


Η ποιητική πρόζα είναι ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, αρκετά ενδιαφέρον και καθηλωτικό, που προσδίδει στον πεζό λόγο ένα έντονο ποιητικό ύφος, καθώς δίνει έμφαση στο συναίσθημα και στις εικόνες που αυτό προκαλεί μέσα από τις περιγραφές του. Γράφεται όχι σε στίχους αλλά σε πεζή μορφή, που όμως περιβάλλεται από μια γνήσια μουσικότητα, έναν εσωτερικό ρυθμό, χωρίς ωστόσο να διαπιστώνεται στο κείμενό της κάποιο φανερό ίχνος μέτρου και ρίμας. Ο πεζός λόγος τρέπεται σε ποιητικός, εξαιτίας της επιλεκτικότητας των λέξεων που χρησιμοποιούνται και των πλούσιων νοημάτων τους, προκαλώντας την άμεση εκδήλωση συναισθημάτων. Η επανάληψη λέξεων και φράσεων αυξάνει ακόμα περισσότερο τον εσωτερικό ρυθμό. Οι εικόνες που δημιουργεί στη σκέψη του αναγνώστη είναι πέρα και πάνω από την πραγματικότητα, καθαρά υπερρεαλιστικές. Εύλογα εξάπτουν τη φαντασία του, μεταφέροντάς τον σε μια νοητή, ονειρική συνθήκη, πασπαλισμένη με μαγεία, που προκαλεί με τη σειρά της αναπόφευκτους συνειρμούς.

Η πρωτοεμφανιζόμενη στον χώρο της λογοτεχνίας συγγραφέας Ειρήνη Κουτρουμπά, ακολουθώντας την αναφερθείσα δομή της ποιητικής πρόζας, παρουσιάζει μια δική της ερωτική ιστορία, άκρως προσωπική και ταυτόχρονα μελαγχολική, που φέρει τον τίτλο «Κοινέρωτας». Το βιβλίο της κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2026 από τις εκδόσεις «ΑΩ» και εστιάζει, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος του, κι όπως κι η ίδια προχωρά στην ερμηνεία του, στον κοινό έρωτα, τον συνηθισμένο, τον συχνά φευγαλέο και εφήμερο. Εννέα κείμενα στοιχειοθετούν τη δική της ποιητική πρόζα (την επιλογή του αριθμού εννέα δεν επιθυμεί να την εξηγήσει), που επικεντρώνεται γύρω από ένα πρόσωπο και μια ερωτική σχέση, που πλέον έχει ολοκληρωθεί. 

Η αίσθηση του χρόνου είναι έντονη στο έργο αυτό, ωστόσο δε συγκεκριμενοποιείται. Από την άλλη, η έμφαση δε δίνεται τόσο στην υπόθεση της ερωτικής ιστορίας και στην αφήγησή της όσο στο γλωσσικό υπόβαθρο που τη στοιχειωθετεί και τη διαιωνίζει στην πορεία του χρόνου. Με δυο λόγια, η συγγραφέας εστιάζει στον γλωσσολογικό μανδύα που ντύνει κάθε φράση, κάθε στιγμή, κάθε αίσθηση και κάθε συναίσθημα, για να αποδοθεί με επιτυχία η ακρίβειά τους, η ανάλυση της λεπτομέρειας που κάνει τη διαφορά. Η συγγραφέας ετυμολογεί, αναλύει, παρουσιάζει τη γλώσσα σε όλες τις εκδοχές της για να αποδώσει τον δικό της ερωτοκόσμο, αυτόν που δεν επιδιώκει την ταύτιση, την αποδοχή ή την απόρριψή του από τον αναγνώστη, απλά συστήνεται ως υπαρκτός, αληθινός και κυρίως ανθρώπινος. Κι είναι αναγκαία η παρουσία και η συμβολή της γλώσσας, θα αποδείξει η ίδια ως ειδική επί του θέματος, για την ίδια την ύπαρξη του έρωτα, αφού χωρίς αυτήν δεν μπορεί να αναλυθεί, να εξηγηθεί, να αποδοθεί, ακόμα και να προκύψει, να αναδυθεί και να ανθίσει.

Στην αρχή, θα πει η συγγραφέας, προκύπτει η γνωριμία, η πρώτη χειραψία, ο αυθορμητισμός της κίνησης, τα πρώτα ακατέργαστα λόγια που σφηνώνουν στην καρδιά, όπως και η παρουσία εκείνου, του άλλου μισού, για να προκύψει ο έρωτας, έπειτα η επανάληψη της συνάντησης, η ουσιαστικότερη γνωριμία, η πιο στενή, όπου ο ένας διεισδύει στα εσώψυχα του άλλου, όχι για να καρπωθεί την αλήθεια του, αλλά για να την αγγίξει απαλά και να τη νιώσει. Η γνωριμία επέρχεται.

Η ιδιαιτερότητα του ενός και του άλλου γίνεται σημείο έλξης και προσοχής, γίνεται χαρά, έρωτας, επιθυμία, συγκατάθεση άλωσης της καρδιάς. Ωστόσο, η ουσιαστική επιθυμία της ένωσης ανατρέπει την έλξη, τη δυνατότητα να εξελιχθεί περισσότερο από το επιφανειακό, ώστε το δέσιμο να γίνει οριστικό και το εγώ να παραμεριστεί για χάρη του εμείς. Οι πράξεις πάλι μετά από λίγο κινούνται αλλιώς. Η αγκαλιά γίνεται άμυνα μέχρι να επέλθει η φυγή, μέχρι να προκύψει ο πόνος και η ανασφάλεια του άραγε. Μέχρι η σκέψη να επιστρέψει και πάλι στις στιγμές της παρατήρησης της προσπάθειας κατάκτησης του ανέφικτου, της βαθιάς διείσδυσης στο απόλυτο λάθος.

Η συγγραφέας συνεχίζει τον ερωτικό της μονόλογο εστιάζοντας στη συντριπτική υπεροχή του χρόνου, στη βασανιστική παρατήρηση της κίνησής του, στο προσπέρασμά του, στο αναπόφευκτο τέλος που φέρνει το μετά και στον πόνο που αυτό προκαλεί. Εστιάζει επίσης στη μη επέκτασή του αναφερόμενου χρόνου, στην εφήμερη παραμονή του και στη φευγαλέα αίσθηση της ύπαρξής του, στο κενό που γεννά η μετέπειτα προσμονή του ως κάτι που ποτέ όμως δεν έρχεται ξανά.

Η συγγραφέας απευθύνεται στο άλλο της μισό και ας είναι μακριά της. Εστιάζει στα τελευταία του λόγια. Τα αναλύει και τα προσδιορίζει γραμματικά για να επικεντρωθεί στο ζητούμενο. Είναι φράσεις αμφίσημες και ασαφείς. «Τα λέμε. Θα τα πούμε.» Είναι φράσεις που γεννούν την προσμονή, ακόμα κι αν το τέλος είναι αμετάκλητο. Που θρυμματίζουν την καρδιά, την πονούν και την παγιδεύουν στο αιώνιο δέσιμο.

Οι απορίες της συγγραφέα, ωστόσο, πληθαίνουν. Ο μονόλογός της δε σταματά εδώ. Πότε τελειώνει ένα παιχνίδι; ρωτά ευθέως. Αναγνωρίζει πως είναι παιχνίδι χρόνου αυτό κι έτσι η ερώτησή της επικεντρώνεται σε κείνον. Πότε τελειώνει ο χρόνος, αναρωτιέται στη συνέχεια. Ωστόσο, γνωρίζει ότι ο χρόνος σε αυτή την περίπτωση δε σταματά με το τέλος μιας σχέσης. Συνεχίζει την αδιάκοπη πορεία του, για να συντροφεύσει τον πόνο στα βαθιά σκοτάδια του ανεκπλήρωτου. Ίσως, γιατί το τέλος δίνεται μονάχα επιφανειακά στην περίπτωσή της, συνειδητοποιεί, με σκυμμένο βλέμμα και γεμάτο πληγές που ακόμα αιμορραγούν εντός της, καθώς αφήνουν τα θέλω να υποκύψουν μπρος στη σύγχυση του παιχνιδιού μεταξύ άμυνας, εγωισμού, πληγών και επιθυμίας.

Στο τέλος, η συγγραφέας δίνει τον λόγο στον αποδέκτη του ερωτικού μονολόγου για να εκθέσει τη δική του άποψη για τον κοινό τους έρωτα, που πλέον στέκεται μακριά και απαθής. 

Ο λόγος της συγγραφέα είναι μεστός, καλογραμμένος, προσεγμένος και βαθιά μελετημένος, επηρεασμένος ξεκάθαρα από την επιστημονική ιδιότητα που φέρει ως άνθρωπος (φιλόλογος-γλωσσολόγος και Υποψήφια Διδακτόρισσα Κοινωνιογλωσσολογίας). Είναι λόγος σκοτεινός και απόλυτα συμβολικός, που δεν επιδιώκει σε καμία περίπτωση τον εντυπωσιασμό, αλλά την προσωπική εξομολογητική κατάθεση ψυχής και την απελευθέρωσή της από τα δεσμά της μυστικότητας, που διαιωνίζουν τις ήδη υπάρχουσες υπαρξιακές αγωνίες και τις μεγεθύνουν ακόμα περισσότερο. Και κυρίως, είναι λόγος επεξηγηματικός, μέσα από τον οποίο η ερωτική ιστορία και η ανάμνηση αυτής παίρνουν ζωή και αναπνέουν ελεύθερα το οξυγόνο της. Είναι ο ίδιος ο έρωτας και οι λέξεις που τον περιβάλλουν, άλλες κοινές και άλλες πλασμένες από την ίδια τη συγγραφέα («κοινέρωτας», «μοναδικοπροφορά», «εαυτοδόσιμο», «μελαγχολόματα», «νοιαξιμοχάδι») για να εξυπηρετήσουν όλες τις ανάγκες του ερωτικού βιώματος, για να φανερώσουν όλες τις πτυχές του, για να το περιγράψουν με κάθε ακρίβεια και για να το διατηρήσουν ακέραιο στο πέρασμα του χρόνου.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια