Η λευκή αθωότητα της Βιλελμίνης
Συγγραφέας: Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ
Ημερομηνία έκδοσης: 03/2026
ISBN: 978-618-208-201-0
Σελίδες: 91
Εκδόσεις: Κουκκίδα
Γράφει ο Νικήτας Φασουλάκης
«Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν, ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ οὐχ ὑπήκουσέ µου.»
Από αυτή την αρχέγονη σκηνή της αναζήτησης θα μπορούσε να αρχίσει η ανάγνωση της «Βιλελμίνης». Όχι επειδή η ποιητική σύνθεση αναπαράγει το «Άσμα Ασμάτων», αλλά επειδή μοιράζεται μαζί του μια βαθύτερη εμπειρική αφετηρία, ο έρωτας αποκαλύπτεται συχνά μέσα στην απουσία εκείνου που αγαπήθηκε. Ο άνθρωπος καταλαβαίνει τι σήμαινε η παρουσία όταν αυτή έχει ήδη γίνει μνήμη, επιθυμία και αναζήτηση.
Η «Βιλελμίνη» δεν είναι συμβατική ποιητική βιογραφία ούτε γραμμική αφήγηση μιας γυναικείας μοίρας. Είναι η ποιητική ανασύνθεση μιας συνείδησης που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φθορά, την απώλεια, τον χρόνο, το σώμα, τον έρωτα και τη μνήμη. Η ηρωίδα δεν λειτουργεί απλώς ως πρόσωπο μιας ιστορίας. Σταδιακά μετατρέπεται σε τρόπο ύπαρξης, σε μια συνείδηση που αναζητά μέσα στα ερείπια της εμπειρίας της όχι τόσο αυτό που χάθηκε, όσο το νόημα του γεγονότος ότι χάθηκε.
Εδώ βρίσκεται και η ιδιαίτερη δύναμη της ποιητικής σύνθεσης. Ο Αλάγιαλη-Τσιαλίκ δεν επιχειρεί να εξηγήσει τη Βιλελμίνη. Την αφήνει να αποκαλυφθεί μέσα από τα ίχνη της. Το πρόσωπό της συγκροτείται αποσπασματικά, μέσα από το σώμα, τους τόπους, τις αναμνήσεις, τα όνειρα, τις ερωτικές εικόνες, τις πολιτισμικές αναφορές, τις σιωπές, το χρόνο, τον «τόπο του Άλλου», τον τρόπο μετοχής στην ύπαρξη. Η ταυτότητά της δεν προσφέρεται ως δεδομένη, αναζητείται.
Το σώμα είναι το πρώτο και αποφασιστικό πεδίο αυτής της αναζήτησης. Στη «Βιλελμίνη» δεν αποτελεί απλώς το υλικό περίβλημα της ύπαρξης. Είναι το αρχείο της. Δέρμα, αίμα, οστά, πληγές, υγρασία, χαρακιές και σωματικές μεταβολές γίνονται τρόποι καταγραφής όσων η γλώσσα δυσκολεύεται να πει. Ο στίχος «Έχουμε πολύ ταξιδέψει το σώμα σου και εγώ» αποκτά έτσι ιδιαίτερο βάρος. Το «εγώ» δεν ταυτίζεται πλήρως με το σώμα του. Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που βιώνει και σε εκείνο που βιώνεται. Το σώμα είναι συγχρόνως ο τόπος της παρουσίας και ο πρώτος τόπος της ξενιτείας από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Ο έρωτας βρίσκεται ακριβώς πάνω σε αυτή την τομή. Δεν εμφανίζεται ως εύκολη καταφυγή από την υπαρξιακή φθορά, αλλά ως η κατεξοχήν έκθεση του ανθρώπου στην ευαλωτότητα. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος προσφέρεται στη σχέση, τόσο περισσότερο εκτίθεται στη δυνατότητα της απώλειας. Στη «Βιλελμίνη» το ερωτικό και το τραυματικό δεν αποτελούν δύο διαφορετικές περιοχές. Το φιλί συνομιλεί με τη χαραγή, η ηδονή με τη φθορά, το σώμα με την απουσία. Ο έρωτας αποκτά τη μεγαλύτερη έντασή του όταν αρχίζει να διαγράφεται ο κίνδυνος της απώλειας.
Αυτό είναι ίσως το πιο βαθύ παράδοξο του έργου. Η απουσία δεν αποτελεί απλώς το αποτέλεσμα του έρωτα που απέτυχε. Γίνεται ο τρόπος με τον οποίο ο έρωτας αποκτά εκ των υστέρων γνώση του εαυτού του. Ό,τι υπήρξε ως παρουσία γίνεται, μετά την απώλεια, μέτρο της στέρησης. Και η στέρηση δεν είναι κενό, είναι το αποτύπωμα μιας σχέσης που υπήρξε αρκετά σημαντική ώστε η απουσία της να συνεχίζει να παράγει νόημα. «Το Υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του άλλου».
Η Βιλελμίνη είναι, ταυτόχρονα, μια ύπαρξη χωρίς σταθερή διεύθυνση. Περιφέρεται ανάμεσα σε νησιά, ακτές, δωμάτια, αρχαίες κατοικίες, δάση και πόλεις. Η γεωγραφική περιπλάνηση αποτελεί το εξωτερικό ισοδύναμο μιας βαθύτερης οντολογικής εκτόπισης. Δεν έχει χαθεί μόνο ένας τόπος, έχει διαρραγεί η ίδια η δυνατότητα του ανήκειν. Γι’ αυτό και ο τόπος στη συλλογή δεν είναι σκηνικό. Είναι μνήμη. Κάθε χώρος κουβαλά μια προηγούμενη εκδοχή του προσώπου που τον κατοίκησε.
Η περιπλάνηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή η Βιλελμίνη δεν αναζητά απλώς έναν τόπο στον οποίο θα επιστρέψει. Αναζητά μια μορφή του εαυτού της που έχει ήδη χαθεί. Ο χαμένος τόπος και ο χαμένος εαυτός αλληλοφωτίζονται. Η επιστροφή, επομένως, δεν μπορεί να είναι πραγματική επιστροφή. Μπορεί να υπάρξει μόνο ως μνήμη, ως εικόνα, ως ποίημα.
Η μνήμη αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς της σύνθεσης. Το παρελθόν δεν εμφανίζεται ποτέ ως ασφαλές και ολοκληρωμένο γεγονός. Έρχεται ως θραύσμα, φωτογραφία, όνειρο, υπερσυντέλικος, αχνή εικόνα. Ο χρόνος δεν ανακαλείται, ανασκάπτεται. Και κάθε ανασκαφή αποκαλύπτει μαζί με αυτό που διασώθηκε και αυτό που χάθηκε οριστικά.
Εδώ βρίσκεται και η σημασία του στίχου «τόσα που δεν είπα, τόσα που δεν έγραψα, τόσα που δεν αγάπησα». Η απώλεια δεν αφορά μόνο όσα συνέβησαν και τελείωσαν. Αφορά και όσα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί αλλά δεν συνέβησαν ποτέ. Ο άνθρωπος πενθεί όχι μόνο τις πραγματικές απώλειες αλλά και τις ανεκπλήρωτες δυνατότητές του. Η μνήμη γίνεται έτσι μνήμη όχι μόνο γεγονότων αλλά και δυνατοτήτων.
Το όνειρο αποτελεί την ακραία μορφή αυτής της λειτουργίας. Στον χώρο του ονείρου ο νεκρός μπορεί να επιστρέψει, ο απόντας να αποκτήσει ξανά φωνή και ο χρόνος να ανασταλεί χωρίς να καταργείται η πραγματικότητα της απώλειας. Τα όνειρα δεν διορθώνουν τον κόσμο. Προσφέρουν στη συνείδηση έναν προσωρινό χώρο όπου μπορεί να συναντήσει εκείνο που η πραγματικότητα της έχει στερήσει. Γι’ αυτό και ο στίχος «Τα πιο ιερά ποιήματα λοιπόν είναι τα ενύπνια» δεν πρέπει να διαβαστεί ως απλή ποιητική υπερβολή. Το όνειρο και η ποίηση έχουν εδώ κοινή λειτουργία, διασώζουν την παρουσία ως απουσία, χωρίς να αρνούνται την απουσία.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη η γραφή αποκτά υπαρξιακή λειτουργία. Δεν θεραπεύει την πληγή με την εύκολη έννοια της ψυχολογικής κάθαρσης. Δεν εξαφανίζει το τραύμα. Του δίνει μορφή. Μετατρέπει το άμορφο πάθος σε εικόνα, την απουσία σε λέξη, τη μνήμη σε σύνθεση. Εκεί όπου το σώμα δεν μπορεί πλέον να μιλήσει, μιλά η γλώσσα.
Η γραφή λειτουργεί έτσι ως αντίσταση στη λήθη. Δεν καταργεί τον χρόνο, αλλά εμποδίζει τον χρόνο να έχει την τελευταία λέξη. Το παρελθόν δεν επιστρέφει ως πραγματικότητα, επιστρέφει ως σημασία. Και αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της ποιητικής συλλογής. Η ποίηση δεν επιχειρεί να αναστήσει το χαμένο, αλλά να διασώσει το νόημα της απώλειάς του.
Γι’ αυτό και το πλήθος των αναφορών στον μύθο, στην αρχαιότητα, στη λογοτεχνία και στην ιστορία δεν λειτουργεί διακοσμητικά. Καλυψώ, Μήδεια, Πενθεσίλεια, Τειρεσίας, Υπατία, Ποσειδώνας, Σολωμός, Άγρας, Πλαθ και οι άλλες μορφές του ποιητικού σύμπαντος δεν είναι απλές πολιτισμικές παραπομπές. Αποτελούν ένα παλίμψηστο μέσα στο οποίο η ατομική εμπειρία εγγράφεται πάνω σε παλαιότερες μορφές του ανθρώπινου πάθους. Η προσωπική ιστορία διευρύνεται έτσι σε πολιτισμική μνήμη.
Η Βιλελμίνη δεν είναι πλέον μόνο ένα πρόσωπο. Γίνεται τόπος συνάντησης πολλών ανθρώπινων μορφών, της ερωτευμένης, της εγκαταλειμμένης, της περιπλανώμενης, της τραυματισμένης, της μνήμης που δεν μπορεί να λησμονήσει και της συνείδησης που δυσκολεύεται να συγχωρήσει τον ίδιο της τον εαυτό.
Εδώ αποκτά το πραγματικό της βάρος η συγχώρεση. Ο στίχος «η φλέβα του νερού της χαράς / βρίσκεται κάτω από τις στρωματώσεις της συγχώρεσης» συμπυκνώνει μια ολόκληρη ανθρωπολογία του έργου. Η συγχώρεση δεν είναι λήθη ούτε αθώωση. Είναι δυνατότητα ελευθερίας από τις φυσικές αναγκαιότητες. Είναι η δυνατότητα να πάψει η ενοχή να αποτελεί τον οριστικό τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Δεν διαγράφει όσα έγιναν, διακόπτει την αέναη αναπαραγωγή τους μέσα στη συνείδηση.
Έτσι εξηγείται και η σημασία του νερού. Στην αρχή είναι υγρασία που εισχωρεί στους τοίχους, διάβρωση, απειλή, φθορά. Στο βάθος όμως της σύνθεσης μετατρέπεται σε «φλέβα» χαράς. Το ίδιο στοιχείο που διαβρώνει μπορεί να ζωογονεί. Η αντίφαση δεν λύνεται, μεταμορφώνεται. Η ζωή δεν βρίσκεται έξω από τη φθορά αλλά μέσα στη ροή της.
Αυτό είναι το οντολογικό βάθος της «Βιλελμίνης». Ο άνθρωπος δεν ορίζεται μόνο από όσα απέκτησε, αλλά και από όσα έχασε. Δεν συγκροτείται μόνο από τις παρουσίες του, αλλά και από τις απουσίες που εξακολουθούν να κατοικούν μέσα του. Και η ταυτότητα δεν είναι ένα αμετάβλητο δεδομένο, είναι η διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτό που υπήρξαμε, σε αυτό που χάσαμε και σε αυτό που εξακολουθούμε να προσπαθούμε να γίνουμε.
Ο Αλάγιαλη-Τσιαλίκ κατορθώνει εδώ κάτι ιδιαίτερα δύσκολο. Παίρνει μια βαθιά προσωπική και τραυματική ύλη και δεν την αφήνει να παραμείνει ιδιωτική. Τη μετασχηματίζει σε ποιητικό γεγονός. Η Βιλελμίνη δεν είναι απλώς η ηρωίδα μιας ιστορίας· γίνεται ένα πρόσωπο μέσα στο οποίο ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει τη δική του εμπειρία της απώλειας, της επιθυμίας, της μνήμης και της αδυναμίας επιστροφής.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο επίτευγμα της ποιητικής συλλογής. Δεν ζητά από τον αναγνώστη να λυπηθεί τη Βιλελμίνη. Τον αναγκάζει να την αναγνωρίσει. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Ο οίκτος κρατά τον Άλλο απέναντί μας. Η αναγνώριση καταργεί, έστω για μια στιγμή, την απόσταση.
Στο τέλος, η Βιλελμίνη δεν χρειάζεται να «σωθεί» από τη φθορά για να αποκτήσει νόημα. Η φθορά έχει ήδη γίνει μέρος της μορφής της. Αυτό που απομένει είναι η δυνατότητα της γλώσσας να μετατρέψει την εμπειρία σε μνήμη και τη μνήμη σε παρουσία. Η ποίηση δεν καταργεί τον θάνατο ούτε επιστρέφει τον χαμένο άνθρωπο. Αποτρέπει όμως την απόλυτη σιωπή του.
Και τότε επιστρέφουμε, σχεδόν ανεπαίσθητα, στην αρχική αναζήτηση που συμβαίνει στο «Άσμα Ασμάτων» όπου εκείνος που αγαπήθηκε δεν βρίσκεται. Η αναζήτηση όμως δεν σταματά εδώ. Έχει ήδη μεταμορφωθεί σε λόγο.
Ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο ακριβής περιγραφή της «Βιλελμίνης», ένα μακρύ ταξίδι του ανθρώπου μέσα στο σώμα, στον έρωτα, στον χρόνο, στον «τόπο του Άλλου», σε τρόπο μετοχής στην ύπαρξη και συνύπαρξη, και στην απώλεια, μέχρις ότου ό,τι δεν μπόρεσε να κρατήσει η ζωή το κράτησε η ποίηση.

0 Σχόλια