Βιβλιοκριτική: "Το αντικειμενικό τυχαίο και οι συμβολισμοί του ασυνείδητου στο έργο του Ε. Χ. Γονατά" της Νίκης Μισαηλίδη | Γράφει η Αργυρούλα Αλεξανδροπούλου

 


Το αντικειμενικό τυχαίο και οι συμβολισμοί του ασυνείδητου στο έργο του Ε. Χ. Γονατά
Επιστημονική μελέτη
Συγγραφέας: Νίκη Μισαηλίδη
Ημερομηνία έκδοσης: 01/2026
ISBN: 978-618-5934-11-8
Σελίδες: 124
Φορέας: Φιλολογικός Όμιλος Ελλάδος
Εκδόσεις: Υψικάμινος


Οικοδομώντας τη λογική του παραδόξου και του αντικειμενικού τυχαίου


 

Η λογοτεχνική παρουσία του Επαμεινώνδα Γονατά (1924-2006) υπήρξε εντελώς μοναχική και ιδιότυπη. Δεδομένης της περιορισμένης βιβλιογραφίας γύρω από τις αφηγηματικές του μεθόδους, η επιστημονική μελέτη της Νίκης Μισαηλίδη με τίτλο:Το αντικειμενικό τυχαίο και οι συμβολισμοί του ασυνείδητου στο έργο του Ε.Χ. Γονατά (Εκδόσεις Υψικάμινος, 2026, ISBN: 978-618-5934-11-8) έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό ερευνητικό κενό — ένα κενό το οποίο, σε μεγάλο βαθμό, προκάλεσε ο ίδιος ο συγγραφέας.

Ο Ε.Χ. Γονατάς, επιλέγοντας συνειδητά τον ρόλο του «ερημίτη της Κηφισιάς», παρέμεινε αυστηρά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Παράλληλα, η αταξινόμητη, σχεδόν μυστικιστική φύση της γραφής του, η εστίασή του στο παράδοξο και το ανοίκειο, αλλά και ο ακραίος μινιμαλισμός του, δυσκόλεψαν την παραδοσιακή φιλολογική κριτική που είχε συνηθίσει σε πιο συμβατικές φόρμες. Η γραφή του υπήρξε βαθιά αντιρεαλιστική· σε μια εποχή που η ελληνική λογοτεχνία αναζητούσε μεγάλες κοινωνικές και ιστορικές αφηγήσεις, εκείνος επέλεγε να χαρτογραφεί τον μικρόκοσμο του ασυνειδήτου και του ονείρου.

Μέσα από μεθοδική ανάλυση, πρωτότυπη έρευνα και γόνιμο διάλογο με την υπάρχουσα βιβλιογραφία, η μελετήτρια εστιάζει στην υπερρεαλιστική τεχνική του «αντικειμενικού τυχαίου» και φωτίζει τις ιδιαιτερότητές της. Παράλληλα, χαρτογραφεί τους συμβολισμούς του ασυνειδήτου και τα αρχέτυπα που λειτουργούν ως σταθερά θεματικά μοτίβα στο έργο του. Πολύτιμο οδηγό για την πλοήγησή μας σε αυτό το απαιτητικό γονάτειο σύμπαν αποτελεί ο πρόλογος της φιλολόγου Ξένης Σκάρτση, ο οποίος αναδεικνύει τις βαθιές επιρροές του λογοτέχνη από τον Ρομαντισμό και τη Φανταστική Λογοτεχνία έως τον Εξπρεσιονισμό και τον Υπερρεαλισμό, έχοντας ως κεντρικό νήμα τη θεωρητική θεμελίωση του αντικειμενικού τυχαίου.

Η διάρθρωση του πονήματος αποτυπώνει ανάγλυφα τον συστηματικό ερευνητικό προσανατολισμό της συγγραφέως. Το βιβλίο ξεκινά με μια περιεκτική εισαγωγή, ενώ το δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνει μια μεστή βιογραφική και εργογραφική χαρτογράφηση, αναδεικνύοντας τις λογοτεχνικές επιδράσεις και την πολυσύνθετη ταυτότητα του Γονατά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πνευματικοί του δεσμοί με κορυφαίες μορφές των γραμμάτων μας που καθόρισαν την πορεία του: τον Δημήτριο Καμπούρογλου, που τον ενθάρρυνε στα πρώτα του βήματα· τον συμμαθητή του Γιώργο Μακρή, που τον εισήγαγε στη γαλλική και ρωσική λογοτεχνία· τον Γιώργο Κοτζιούλα, που του αποκάλυψε τις αφανείς δυνατότητες της ηθογραφίας· τον Νίκο Καχτίτση, τον ισόβιο συνοδοιπόρο του μέσω μιας συνεχούς αλληλογραφίας· τον Δ.Π. Παπαδίτσα, με τον οποίο ίδρυσαν το πρωτοποριακό περιοδικό «Πρώτη Ύλη»· και, φυσικά, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον οποίο ο Γονατάς θεωρούσε δάσκαλό του.

 

Στο πεδίο της εργογραφίας, τα έργα του Ε.Χ. Γονατά διακρίνονται στους δύο βασικούς τους πυλώνες: το προσωπικό λογοτεχνικό έργο και τις εκλεκτικές μεταφράσεις. Η Νίκη Μισαηλίδη δείχνει πώς οι μεταφράσεις δημιουργών όπως ο Αργεντινός Αντόνιο Πόρτσια, ο Γερμανός Γκέοργκ ΚρίστοφΛίχτενμπεργκ και ο ΓερμανογάλλοςΒολς λειτουργούν ως καθρέφτης της δικής του αισθητικής. Μέσα από τις μεταφραστικές του επιλογές, ο Ε.Χ. Γονατάς ανοίγει έναν μυστικό διάλογο με τους ομότεχνούς του, αναδεικνύοντας τις προσωπικές του υφολογικές αναζητήσεις και προτεραιότητες. Μεταφράζοντας αυτούς τους συγγραφείς, ο Γονατάς ενστερνίζεται την άποψη ότι «τρεις δεκάρες είναι προτιμότερες από ένα δάκρυ». Αυτή η φράση συμπυκνώνει ολόκληρη την υπαρξιακή και καλλιτεχνική του στάση: επιλέγοντας συνειδητά την αφάνεια έναντι της προβολής, ο Γονατάς γοητεύεται από το πεζό ποίημα και αρνείται τον φτηνό μελοδραματισμό, αντιπαραθέτοντας στο «δάκρυ» την πνευματώδη ειρωνεία, το μαύρο χιούμορ και μια ψυχρή, σχεδόν χειρουργική ακρίβεια στη γλώσσα.

Πάνω σε αυτή τη βάση, η προσέγγιση της ανοιχτής ειδολογικής κατάταξης του έργου του από την κ. Μισαηλίδη είναι πλήρως εμπεριστατωμένη. Ο Γονατάς καλλιέργησε τη «σύντομη ποιητική πρόζα» —μια μορφή κειμένων στη ρευστή περιοχή ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία. Αυτή την τάση συναντάμε στα αφηγήματα της «Κρύπτης» (1959), του «Βάραθρου» (1963) και των «Αγελάδων» (1963), μέχρι και το τελευταίο του βιβλίο που φέρει ακριβώς τον τίτλο «Τρεις δεκάρες» (2006). Αντίθετα, στα εκτενέστερα αφηγήματά του, όπως «Ο ταξιδιώτης» (1945), «Ο φιλόξενος καρδινάλιος» (1986) και «Η προετοιμασία» (1991), δοκιμάζει ένα φανταστικό πεζογράφημα με έντονο αλληγορικό στοιχείο. Πρόκειται για κείμενα που γεννούν μια ισχυρή «ποιητική κατάσταση», αποφεύγοντας ωστόσο τον εύκολο λυρισμό.

Ο Γονατάς δεν κατατάσσεται σε συμβατικές κατηγορίες· το έργο του συνιστά μια αυθεντικά υβριδική ζώνη ανάμεσα στην ποίηση και το σύντομο φανταστικό πεζό. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στη μελέτη, ο Γονατάς «επιχειρεί την άρθρωση ενός λόγου προσωπικού, ιδιαίτερου και αυθεντικού», χρησιμοποιώντας, σύμφωνα με τον Λάμπρο Βαρελά (2008), «τη μικρή έκταση […] που χαρακτηρίζει τη γραφή πολλών μεταϋπερρεαλιστών ποιητών». Τελικά, η ιδιοτυπία αυτού του έργου κρατά «ανοιχτό» το ζήτημα του ειδολογικού του προσδιορισμού, δίνοντας στην έρευνα τη δυνατότητα για περαιτέρω γόνιμες προεκτάσεις (σελ. 34). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στη σελίδα 29 του βιβλίου, η κ. Μισαηλίδη δικαιολογημένα χαρακτηρίζει τον Γονατά ως μια «εξαιρετική περίπτωση στα ελληνικά γράμματα», η οποία εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια της μεταπολεμικής γενιάς για την ανανέωση της λογοτεχνικής φόρμας και την οριστική απομάκρυνση από τον παραδοσιακό ρεαλισμό.

Στο τρίτο κεφάλαιο, η μελέτη επικεντρώνεται στις έννοιες του αντικειμενικού τυχαίου και της αυτόματης γραφής στον γαλλικό υπερρεαλισμό. Η συγγραφέας αποδεικνύει ότι κατέχει σε βάθος το θεωρητικό οπλοστάσιο της γαλλικής πρωτοπορίας, εξετάζοντας πώς ο Αντρέ Μπρετόν και η ομάδα του επαναπροσδιόρισαν τη σχέση τύχης και επιθυμίας, αποτινάζοντας το παρελθόν με την εμβληματική προτροπή: «Παρατήστε τα όλα. Παρατήστε τη γυναίκα σας. Παρατήστε την ερωμένη σας. Παρατήστε τις ελπίδες και τους φόβους σας. [...] Πάρτε τους δρόμους». Υιοθετώντας την προσέγγιση του Ζ.Ι. Σιαφλέκη, ορίζει το αντικειμενικό τυχαίο ως ένα απροσδόκητο γεγονός που διακόπτει την ευθύγραμμη ρεαλιστική διήγηση και προκαλεί την έκπληξη του αναγνώστη. Αυτή η τεχνική οργανώνεται παραδοσιακά γύρω από τρεις άξονες: την πόλη ως χωρικό πλαίσιο, τη γυναίκα ως ερωτικό αντικείμενο-γέφυρα με το ασυνείδητο, και τη μετάβαση στην υπερπραγματικότητα.

Η συγγραφέας χαρτογραφεί τους τέσσερις κεντρικούς πυλώνες του σουρεαλισμού —τον τρελό έρωτα, το μαύρο χιούμορ, την αυτόματη γραφή και το αντικειμενικό τυχαίο— και αναλύει την εφαρμογή τους στην ελληνική επικράτεια, παραθέτοντας ως αντιπροσωπευτικά παραδείγματα το «Ένα ταξίδι στο Ελμπασάν» του Νίκου Εγγονόπουλου και τον «Βασιλιά Κονγκ» του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Η μεγάλη αξία της μονογραφίας, ωστόσο, αναδεικνύεται στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου εξετάζεται η κειμενική πραγμάτωση του αντικειμενικού τυχαίου στο λογοτεχνικό σώμα του Ε.Χ. Γονατά. Η συγγραφέας εμβαθύνει σε αυτή την τεχνική προσεγγίζοντάς την με βάση τέσσερις βασικές προϋποθέσεις του Αντρέ Μπρετόν: την περιπλάνηση, τις απροσδόκητες συναντήσεις με εξαιρετικά πρόσωπα, την ανία ή τη μοναξιά, και τις λανθάνουσες επιθυμίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γόνιμη μοναξιά γίνεται το εύφορο έδαφος για να αναδυθούν οι λανθάνουσες επιθυμίες —εκείνες οι κρυφές, καταπιεσμένες ορμές του ψυχισμού που δεν βρίσκουν διέξοδο στην καθημερινότητα. Αυτές ακριβώς οι επιθυμίες πυροδοτούν την ανάγκη για περιπλάνηση, μια κατάσταση που ξεπερνά την απλή χωρική μετακίνηση και μετατρέπεται σε βαθιά ψυχολογική αποδέσμευση, καθιστώντας το αφηγηματικό υποκείμενο έτοιμο να δεχτεί το αναπάντεχο. Το συγκεκριμένο σχήμα επιτρέπει στη μελετήτρια να αναδείξει πώς οι ήρωές του, κινούμενοι στα όρια του ονείρου και της εγρήγορσης, μετατρέπουν την καθημερινή πλήξη σε ένα πεδίο αναπαραγωγής θαυμαστών συμπτώσεων και εσωτερικών αποκαλύψεων.

Όμως, ο ονειροποιός συγγραφέας επιλέγει να αντικαταστήσει τη γυναίκα-ερωτικό αντικείμενο με άλλα, παράδοξα πρόσωπα ή οντότητες, επιδιώκοντας να ανατρέψει τη συμβατική λογική. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στη μελέτη: «Ο Ε.Χ. Γονατάς αξιοποιεί κειμενικά για την πραγμάτωση του αντικειμενικού τυχαίου τις συναντήσεις των ηρώων με άλλα πρόσωπα, γυναίκες ή άνδρες, που έχουν μια ιδιάζουσα εξωτερική εμφάνιση ή συμπεριφορά».

Αυτό το στοιχείο εμφανίζεται για πρώτη φορά υποδειγματικά στο μικροαφήγημα«Η Άρκτος» (περιοδικό «Πρώτη Ύλη», 1959). Στη μελέτη αναλύεται πώς η παραπάνω τεχνική ενεργοποιείται μέσα από την απροσδόκητη και αλλόκοτη συνάντηση ενός χωρικού με μια αρκούδα, η οποία εμφανίζεται ξαφνικά για να τον βοηθήσει στο μάζεμα των ξύλων. Αυτές οι μορφές ενσαρκώνουν την υπερρεαλιστική έννοια του αντικειμενικού τυχαίου και λειτουργούν ως καταλύτες για την αποκάλυψη μιας άλλης, κρυμμένης πραγματικότητας.

Η προσέγγιση αυτή για την «Άρκτο» φωτίζει αναδρομικά και άλλα εμβληματικά κείμενα του δημιουργού, όπως την «Άνοιξη» (από τη συλλογή «Το Βάραθρο», 1947). Η «Άνοιξη» επιβεβαιώνει απόλυτα το θεωρητικό σχήμα της μελέτης, καθώς εκεί το αντικειμενικό τυχαίο πραγματώνεται μέσα από μια τυχαία ακρόαση: ο ήρωας, βαδίζοντας σε ένα ξερό και νεκρό οροπέδιο, ακούει το κελάρυσμα υπόγειων νερών. Μπήγοντας το μαχαίρι του στο χώμα, σαν σε σάρκα ζωντανού όντος, διαρρηγνύει τη συμβατική πραγματικότητα και απελευθερώνει έναν κοιμισμένο κόσμο γεμάτο βλάστηση και έντομα. Πρόκειται για την απόλυτη μεταφορά της δημιουργικής διαδικασίας, όπου η σύμπτωση γίνεται η πύλη για να ανασυρθεί το θαυμαστό από τα έγκατα του ασυνειδήτου.

Είτε πρόκειται λοιπόν για μια παράδοξη συνάντηση είτε για μια απροσδόκητη ενέργεια μέσα στο τοπίο, αυτού του είδους τα συμβάντα οδηγούν τελικά στην ανάδυση των συμβολισμών του ασυνειδήτου και στο όραμα του προδημιουργικού χάους. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, η κατάδυση αυτή οδηγεί σε μια αρχέγονη, αδιαμόρφωτη κατάσταση, από την οποία αναβλύζουν τόσο η καλλιτεχνική έμπνευση όσο και οι υπερρεαλιστικές εικόνες.

Μέσα από τη μονογραφία της, η κ. Νίκη Μισαηλίδη αναδεικνύει πώς η φαινομενικά τυχαία σύμπτωση μετατρέπεται σε πύλη του ασυνειδήτου. Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την έννοια των «γεγονότων-γκρεμών», εξηγεί πώς ένα ξαφνικό συμβάν μπορεί να διαλύσει τη συμβατική πραγματικότητα, φέρνοντας τον αναγνώστη αντιμέτωπο με την εικόνα ενός προδημιουργικού, αρχέγονου χάους. Η γραφή του Ε.Χ. Γονατά διαρρηγνύει το οικείο για να αγγίξει τις αρχετυπικές πηγές της ανθρώπινης ψυχής, μετατρέποντας τελικά το χάος σε μια συγκλονιστική καλλιτεχνική δημιουργία.

Η έκδοση ολοκληρώνεται με εμπεριστατωμένα συμπεράσματα και ένα αναλυτικό παράρτημα αρχετυπικών συμβόλων της γιουνγκιανής ψυχολογίας, τα οποία παραπέμπουν απευθείας στις σελίδες των έργων όπου συναντώνται. Το παράρτημα αυτό αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο και μια ιδανική κλείδα ανάγνωσης για κάθε πιθανό μελετητή, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι όλα τα συμπεράσματα βασίζονται σε στέρεες κειμενικές αναφορές.

Συνολικά, η μονογραφία αποτελεί μια τεκμηριωμένη και ουσιαστική συμβολή στα ελληνικά γράμματα. Καταφέρνει, ξεκινώντας από τα πολύτιμα φιλολογικά εργαλεία του προλόγου και φτάνοντας μέχρι την ανάλυση των συμβόλων, να μας δείξει ότι στον Γονατά το αντικειμενικό τυχαίο δεν είναι ένα απλό τέχνασμα εντυπωσιασμού, αλλά ο μοναδικός τρόπος για να προσεγγίσουμε τις πιο βαθιές και σκοτεινές αλήθειες του ανθρώπινου ψυχισμού.

Όπως συμπεραίνει εύστοχα η κ. Μισαηλίδη:

«Ο Ε.Χ. Γονατάς κατορθώνει με το έργο του τη σύζευξη δύο αντιθετικών όψεων του κόσμου: οι εφιάλτες, τα βάραθρα και οι κρύπτες από τη μια αναδύουν την ορμή του υλικού κόσμου και από την άλλη τη χαρά της ζωής και τη δύναμη της δημιουργικής Τέχνης. Σε μια εποχή εφιαλτική και κατεξοχήν υλιστική, το έργο του Ε.Χ. Γονατά φαίνεται πως έχει επίκαιρο και διαχρονικό χαρακτήρα και πως παροτρύνει τον αναγνώστη του τόσο στη βαθύτερη σύλληψη της εξωτερικής πραγματικότητας όσο και του εσωτερικού του κόσμου, ώστε να ανθίζει και να ανακαλύπτει πάντα “τους κρίνους, εκείνα τα χαμόγελα στις άκριες των βράχων” της Κρύπτης» (σελ. 103-104).


Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο, θα βρείτε εδώ.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια