Αλέξης Ράμι: "Θεωρώ τον εαυτό μου πεζογράφο"


Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου

Ο νεαρός και πολυγραφότατος Ελληνοπαλαιστίνιος συγγραφέας Αλέξης Ράμι μετρά ήδη στην προσωπική του εργογραφία τρία λογοτεχνικά βιλία. Το τελευταίο του μάλιστα κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν από τις εκδόσεις «Κομνηνός» με τίτλο «Τα μαραμένα χρόνια». Σήμερα φιλοξενείται στις Τέχνες για να μας μιλήσει συγκεκριμένα για το βιβλίο αυτό, καθώς και για τη συγγραφική του δραστηριότητα γενικότερα. Ας δούμε τι έχει να μας πει στη συνέντευξη που ακολουθεί.


Κύριε Ράμι, παρότι νέος ηλικιακά, η συγγραφική σας δραστηριότητα είναι ήδη μεγάλη. Τρία λογοτεχνικά βιβλία μέχρι τώρα μετράτε στην προσωπική σας εργογραφία, εκ των οποίων δύο συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα. Πώς προέκυψε αυτή η μεγάλη αγάπη σας για τη συγγραφή και πώς εξελίχθηκε με τα χρόνια σε μια καθημερινή ανάγκη για έκφραση και δημιουργία;

Η αγάπη μου για τη συγγραφή θα έλεγα πως με ακολουθούσε από γεννησιμιού μου. Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον όπου η μητέρα μου σε κάθε δωμάτιο είχε κι από ένα βιβλίο, καταλαβαίνετε πως τα ερεθίσματα ήταν μονόδρομος. Με τον καιρό, βρέθηκε στα χέρια μου ένα βιβλίο που μας είχε πάρει η μαμά, τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαιαμάντη. Από εκεί και πέρα καταλαβαίνετε πως μπήκε το νερό στο αυλάκι.

Εκτός από τη λογοτεχνία, ασχολείστε και με το θέατρο. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια κυρίως, ασχολείστε και με το λαϊκό τραγούδι. Επομένως η αγάπη σας δεν επικεντρώνεται σε μία μόνο τέχνη αλλά σε πολλές περισσότερες. Πώς αλληλοεπιδρά η μία με την άλλη στη ζωή σας; Ποια αγάπη υπερτερεί; Ξεχωρίζετε κάποια; Κι αν ναι, γιατί; Τι είναι αυτό που σας προσφέρει περισσότερο, ώστε να λειτουργεί σχεδόν λυτρωτικά στην ψυχή σας;

Η σκηνή και η έκθεση για εμένα λειτούργησαν καταλυτικά από μικρή ηλικία καθότι ήταν το κλειδί για μια αυτοέκφραση που κουβαλούσε ανέκαθεν μέσα μου. Δεν μπορώ να πω πως αγαπώ μια τέχνη περισσότερο, καθώς είναι όλες παιδιά μου (όπως είπε κι ο Μίλλερ στο θεατρικό του), παρόλα αυτά θεωρώ πως το κοινό σημείο είναι η αλήθεια και η αυθεντικότητα. Είτε το σανίδι σου είναι στο θέατρο, στη μουσική σκηνή ή στη σελίδα, καλείσαι να απογυμνωθείς και να εκφράσεις τα ενδόμυχά σου, και αυτό είναι που σε κρατά όρθιο στο μαγευτικό αλλά πολλές φορές δύσβατο μονοπάτι της Τέχνης.

Αυτό που σας ενδιαφέρει πρωτίστως είναι η λυρικότητα στη γραφή και η δυναμική της ελληνικής γλώσσας, την οποία και επιχειρείτε να υπηρετήσετε όσο το δυνατόν καλύτερα, με πειθαρχία και αφοσίωση. Πώς το καταφέρνετε αυτό μέσα από το έργο σας και πώς γίνεται αντιληπτό από τον αναγνώστη;

Ο Στήβεν Κίνγκ είπε κάποτε κάτι τόσο απλό μα συνάμα τόσο σπουδαίο: πριν γράψεις, θα διαβάσεις. Το αέναο διάβασμα, οι ατέρμονες λίστες μου και το «χρέος» αν θέλετε απέναντι στην πληθώρα των βιβλίων στους τομείς που καλλιεργώ και εξελίσσω είναι απαραίτητο έναυσμα για τη διατήρηση των δεξιοτήτων σχετικά με τη γλώσσα. Στον αναγνώστη η στιπλνότητα της παλαιικής ενίοτε καθώς και της λογίας ποικιλίας της γλώσσας γίνεται φανερή στα πρώτα δύο βιβλία, ενώ το πλούσιο λεξιλόγιο στα πλαίσια του μαγικού ρεαλισμού στο τρίτο βιβλίο αποτελούν γνήσια σημάδια τέτοιας έκφρασης.

Τι άλλο, πέρα από το καλλιτεχνικό σας περιβάλλον, στο οποίο δραστηριοποιείστε κυρίως, σας εμπνέει πολύ, ώστε να σας ωθήσει στη συγγραφή;

Κυρίως το περιβάλλον αυτό που αναφέρατε, μα επίσης η παρατήρηση, οι εκδρομές στη φύση και στα λατρεμένα μου Δυτικά Προάστια, το Ποικίλο Όρος, τις παρηκμασμένες και περιθωριοπιημένες μα πάντοτε στην καρδιά μου περιοχές της Δυτικής Αττικής. Οτιδήποτε από ένα μελαγχολικό σούρουπο πάνω από τα ναυπηγεία στην Ελευσίνα μέχρι μια τυχαία φιγούρα ή ιστορία από έναν άγνωστο στο μετρό, αποτελεί πηγή.

Πέρα από λάτρης της πεζογραφίας, σας αρέσει και η ποίηση και μάλιστα η εσωτερική. Άλλωστε, δε φαίνεται να είναι τυχαία η μελέτη σας στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη και του Τάσου Λειβαδίτη. Γιατί όμως συγκεκριμένα αυτή η ποίηση; Τι σας ενθουσιάζει σε αυτήν; Εσείς, ως δημιουργός, έχετε επιχειρήσει να γράψετε τα δικά σας εσωτερικά ποιήματα ή το συγγραφικό σας ενδιαφέρον εστιάζει αποκλειστικά στην πεζογραφία;

Θεωρώ τον εαυτό μου πεζογράφο. Εάν και εφόσον προκύψει μέσα μου ποτε η ανάγκη για ποίηση, θεωρώ πως η «μούσα» της Τέχνης την οποία θέλω να πιστεύω πως υπηρετώ θα με καλέσει και θα το κάνω. Αν όχι, θα παραμείνω στη λατρεμένη «κοιλάδα» της πεζογραφίας. Ο Λειβαδίτης και ο Καβάφης, αν και διαφορετικοί στα προσχήματα, διέπονται αμφότεροι από μια εσωτερική θλίψη, μια βουβή μελαγχολία που κυλά απαλά στα έργα τους η οποία δεν αφήνει περιθώρια στον αναγνώστη, παρά μόνο της πλήρους ταύτισης με αυτές τις βαθειά εσωτερικές στιγμές όπου η ψυχή σπαράσσει σιωπηλά και σε ανάγει σε ανώτερα επίπεδα πνευματικής νόησης και συναισθηματισμού.

Έχετε συγγραφικά πρότυπα στη ζωή σας γενικότερα; Ποια είναι τα πιο αγαπημένα σας και πώς αυτά θεωρείτε ότι έχουν επιδράσει άμεσα ή έμμεσα στον δικό σας τρόπο σκέψης και γραφής;

Ο Άγιος, κατά τον Καβάφη, κοσμοκαλόγερος των Ελληνικών Γραμμάτων, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης με το κόσμημα αυτό της γλώσσας του και τις παραστατικές του περιγραφές που ζωντανεύουν κάθε πτυχή της φύσης και της ηθογραφίας εμπρός σου παραμένει πάντοτε το απόλυτο πρότυπου. Από λογοτεχνία με στοιχεία φολκόρ που αγαπώ καθώς και ονειρικού υπερρεαλισμού, πρότυπα είναι ο Λάβκραφτ, η Λίσα Τζέιν Σμιθ καθώς και η Αν Ράις.


Το πρώτο σας μυθιστόρημα κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2026 από τις εκδόσεις «Κομνηνός». Φέρει τον τίτλο «Τα μαραμένα χρόνια» και, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, αποτελεί ένα κράμα μαγικού ρεαλισμού με υπερρεαλιστικές νότες, με έντονο το στοιχείο της ονειρώδους περιγραφής και με στοιχεία από τον λαογραφικό πλούτο της Αττικής γης. Εξηγείστε μας περισσότερο τι εννοείτε με αυτό;

Τα Μαραμένα Χρόνια θα τα θεωρώ πάντοτε μια νοσταλγική αυτοβιογραφία εφηβικών και νεαρών ενηλίκων εποχών, ερώτων και χρόνων που εξέθεσα πίσω από τη μάσκα μιας μεγάλης αλληγορίας, αυτής του Ταξειδιού πλάι πλάι με τον Πόνο και τον Χρόνο. Η προσωποποίηση άυλων οντοτήτων στα γραφικά στενά και τις φτωχοπεριοχές των Δυτικών Προαστίων ως σκηνικό παράγει αυτό το κράμα μαγικού ρεαλισμού παντρεμένου με τη λαογραφία όπως πολύ σωστά εξηγήσατε.

Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενο της ιστορίας σας.

Ένας Ταξειδιώτης αποφασίζει να γυρίσει στα λημέρια της νεανικής του ηλικίας, στο παλιό του Δημοτικό και Γυμνάσιο/Λύκειο καθώς και όπου πρωτοέμαθε να αγαπά, να γνωρίζει φίλους έρωτες και πόνο, με όχημα ένα ταξί που οδηγεί ο Πόνος και σε αναζήτηση της πάντοτε φευγαλέας μορφής του γερο-Χρόνου. Ο τελικός του σκοπός; Η απάντηση στο μεγάλο του Γιατί. Γιατί ενώ όλοι προχώρησαν εκείνος ξέμεινε πικρός νοσταλγός του «τότε» και εραστής της μελαγχολίας; Η απάντηση βιωματική και πονεμένη φυσικά, στο τέλος του βιβλίου.

Γιατί χαρακτηρίζετε τα χρόνια του παρελθόντος «μαραμένα»; Πώς είναι δυνατόν κάτι που εξακολουθεί να υπάρχει στη μνήμη του ανθρώπου να θεωρείται μαραμένο; Μήπως επειδή οι άνθρωποι έχουν την τάση να τον βλέπουν έτσι, λόγω του πόνου που ίσως άφησε στο πέρασμά του το ανεκπλήρωτο ή το πλέον ξεθωριασμένο ή μήπως λόγω των όμορφων στιγμών που έφυγαν και κάποιων ονείρων που τελικά δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα;

Νομίζω όπως το είπατε. Κάτι μαραμένο είναι μεν πικρό, κουβαλά όμως το σαγηνευτικό βάρος και τη γοητεία του άλλοτε ακμαίου, κουβαλά τις σκιές ενός παρελθόντος που κάποτε δοξάστηκε και αγαπήθηκε. Τη δύναμη αυτήν την κρυφή του «απομειναρίου» υμνώ στα έργα μου και της έπλεξα εγκώμιο ολόκληρο θεωρώ στα Μαραμένα Χρόνια.

Τελικά ο επιβάτης-πρωταγωνιστής της ιστορίας του βιβλίου σας, μετά την αναδρομή του στο παρελθόν θα παραμείνει ο ίδιος με εκείνον που ξεκίνησε αυτό το ταξίδι;

Αυτό ίσως είναι καλύτερο να το κρίνει ο αναγνώστης μας, τι λέτε; Αλλάζουν τελικά οι εποχές ή αλλάζουμε εμείς οι ίδιοι.

Η ιστορία σας αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας ή μήπως δανείζεται στοιχεία και από την πραγματική ζωή;

Μυθοπλασία ενυπάρχει σε ό,τι αφορά τις οντότητες που αποκτούν ανθρώπινο χαρακτήρα. Πέραν αυτών, κάθε λέξη σε αυτό το βιβλίο την ένοιωσα στο πετσί μου.

Ποιο μήνυμα περνάτε μέσα από βιβλίο σας;

Δε θα έλεγα ένα συγκεκριμένο. Κυρίως την πεποίθηση πως ό,τι τελειώνει πάντοτε διδάσκει, έστω και με έναν γλυκόπικρο τρόπο, καθώς και ό,τι όσα εκτιμήσαμε, λήξαμε ή τελείωσαν από την αναπόφευκτη φθορά του Χρόνου, ας μη βιαστούμε να τα πετάξουμε στα χρονοντούλαπα της ιστορίας. Το βιβλίο αυτό είναι μια ωδή στο παρελθόν, που πάντα όλο και κάτι κρυφό θα έχει ακόμα να μας διδάξει, έστω και μέσω από τα συντρίμμια του.

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό; Τι πιστεύετε προσωπικά ως εμπνευστής και δημιουργός του;

Η γλώσσα και η λυρική περιγραφή ενίοτε απευθύνεται σε κύκλους ενδεχομένως πιο ώριμης, μεστωμένης ηλικίας. Το περιεχόμενο όμως είναι απόσταγμα κάθε εφηβικού ονείρου και εμπειριών που όλοι ανεξαιρέτως έχουμε ζήσει. Θεωρώ πως αν ο αναγνώστης αφήσει τον εαυτό του να αφεθεί στη μαγεία του ταξειδιού και δει τη γλώσσα σαν ένα όχημα, κάθε ηλικία μπορεί να το απολαύσει.


Με το βιβλίο αυτό εγκαινιάζετε τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Κομνηνός»; Θεωρείτε σημαντική την υποστήριξή του για την περαιτέρω προώθηση του έργου σας;

Σαφώς. Οι εκδόσεις Κομνηνός με την άμεση ανταπόκρισή τους, τη διεξαγωγή μιας πανέμορφης παρουσίασης υπό τις αμυδρές στάλες ενός ψιλόβροχου off-season του Ιουλίου, της αμμέριστης υποστήριξής του σε ιστοσελίδες, blogs και στα βιβλιοπωλεία, μικρά και μεγάλα, έχει ήδη δώσει ένα δυναμικό ξεκίνημα σε αυτό μου το ταξείδι. Μόνο τα καλλίτερα προσδοκώ από το μέλλον της συνεργασίας μας.

Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον;

Διάβασμα πολύ, γράψιμο πολύ, μια ιστορία που έχω στα σκαριά χρόνια που θα παντρεύει στοιχεία δυστοπικής φαντασίας με τα αγαπημένα μου σκηνικά των Δυτικών, θέατρο και δραματικές σχολές, και πολύ πολύ τραγούδι ευελπιστώ, ώστε οι Καημοί μας πάντοτε να μελοποιούνται. Τέχνη, τέχνη, τέχνη, έχουμε και ένα χρέος στη Μούσα είπαμε να αποπληρώσουμε!

Υπάρχει κάποια ευχή σας που θα θέλατε οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί; Ποια είναι αυτή;

Η υγεία μας να είναι πρωτίστως καλά που είναι το υπέρτατο αγαθό. Από εκεί και πέρα, να μη σβήσει ποτέ η δίψα μας για δημιουργία και η όρεξη για παραγωγή έργου, σε όποιον τομέα ο καθένας νοιώθει σημαντικό για εκείνον. Το νόημα δεν το βρίσκεις, το χάνεις και το εφευρίσκεις ξανά και ξανά.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 


«Γιατί να μ’ αγκαλιάζει η τύχη, το παράπονο, η απορία που οι άνθρωποι χάνονται; Που σκορπίζουν; Γιατί σαν πιόνια ανήμπορα σε μια σκακιέρα οδηγούνται όλα στα άδυτά της;»

«Δεν θα σου έκανε εσένα καμιά Βασιλεία. Τ’ άδυτα πιο ταιριαστά σου είναι».

«Να μην βασιλέψω κι εγώ στις χαρωπές αναμνήσεις; Κάποιο μειδίαμα, μια στο τόσο να μην το νιώσω; Ένα χαμόγελο σαν πετράδι γλυκό, να στραφταλίζει στη θάλασσα των καρβουνιασμένων ξερόλιθων της καρδιάς μου;»

«Να τους ευλογείς αυτούς τους ξερόλιθους. Κρύβουν δύναμη ακλόνητη και τα βράχια τα πεταμένα, τα σκαριά τα ραγισμένα, οι αυτοκρατορίες οι ξεπεσμένες. Δύναμη κρύβουν τα τείχη της Πόλης τα γκρεμισμένα, οι εκατομμύρια μικρές Αλώσεις. Ποια σημασία θα είχε το ευωδιαστό άνθος της νοσταλγίας, εάν δεν είχε προηγηθεί η συντριβή των όσων έστεκαν κάποτε τόσο αγέρωχα;»

Χαλαρώνω τη λαβή μου τώρα. Ξέρω λίαν καλώς πως η βραχνή και πολυκαιρισμένη σου φωνή ξεστομίζει μονάχα το αληθές.

«Για να έλθει ο θρήνος ο γλυκύς, οφείλεται πρώτα η πτώση».

Κύριε Ράμι, σας ευχαριστώ πολύ για την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας. Καλοτάξιδο το βιβλίο σας, να πολυδιαβαστεί και να εμπνεύσει!

Εγώ σας ευχαριστώ για την πολύ όμορφη αυτή συνέντευξη! Καλή σας συνέχεια σε ό,τι κάνετε!


Βιογραφικό:

Ο Ράμι Αλέξης είναι Ελληνοπαλαιστίνιος συγγραφέας 27 ετών, με έδρα την Αθήνα. Από μικρός ασχολήθηκε με το διάβασμα και τη συγγραφή και μελέτησε την πεζογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, των καθαρευουσιάνων συγγραφέων και διηγηματογράφων, καθώς και την εσωτερική ποίηση των Κωνσταντίνου Καβάφη και Τάσου Λειβαδίτη.
Η αγάπη του για τη λυρικότητα και τη δυναμική της ελληνικής γλώσσας τον οδήγησε στη δημιουργία του μυθιστορήματος «Τα μαραμένα χρόνια», που αποτελεί κράμα μαγικού ρεαλισμού με υπερρεαλιστικές νότες, με έντονο το στοιχείο της ονειρώδους περιγραφής και με στοιχεία για τον λαογραφικό πλούτο της Αττικής γης.
«Τα μαραμένα χρόνια» είναι το τρίτο βιβλίο και το πρώτο του μυθιστόρημα που εκδίδεται, μετά τις συλλογές διηγημάτων «Αλήθειες και Ονείρατα» (Εκδόσεις Ίχνος, 2023) και «Τα Παλιοσίδερα της Πίκρας» (Εκδόσεις Διάνοια, 2024).
Εκτός από τη λογοτεχνία ασχολείται με το Θέατρο, ενώ τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται και στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια