Έρωτας και ηλεκτρονική κατασκοπία | Ένα διήγημα της Ευστρατίας Ι. Σταυράκη Μπρίμπου



Ο Μπάμπης και η Σούλα έκλειναν φέτος σαράντα χρόνια γάμου, αλλά η πραγματική τους σχέση δεν παιζόταν στο σαλόνι, αλλά στην αρχική σελίδα του Facebook. Εκεί, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των καταρρακτών και των πρεσβυωπικών τους γυαλιών, είχε στηθεί μια επιχείρηση κατασκοπείας που θα ζήλευε και η CIA.

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Μπάμπης αγόρασε επιτέλους ένα «έξυπνο» κινητό, με το πρόσχημα να βλέπει τον καιρό και τα νέα της τοπικής ομάδας. Η Σούλα, υποψιασμένη από τη φύση της, δεν έχασε χρόνο. Μόλις ο Μπάμπης ροχάλιζε στον καναπέ μετά το μεσημεριανό παστίτσιο, εκείνη πλησίαζε σαν αίλουρος, έπαιρνε το τηλέφωνο και χρησιμοποιούσε το δάχτυλό του για να το ξεκλειδώσει με το αποτύπωμα.

«Για να δούμε τι κάνει ο κύριος», μουρμούριζε, μπαίνοντας κατευθείαν στο Messenger. 

Εκεί, ο Μπάμπης είχε ανοίξει διάλογο με την κυρία Κατίνα από τον τρίτο όροφο, ανταλλάσσοντας καθημερινά εικόνες με αστράφτοντα φλιτζάνια καφέ, αγγελάκια και τη λεζάντα «Καλημέρα, μια όμορφη Πέμπτη σε όλους τους φίλους!». Η Σούλα έσφιγγε τα δόντια. «Της στέλνει τριαντάφυλλα με χρυσόσκονη! Σε μένα έχει να πάρει λουλούδι από τη βάφτιση του εγγονού μας! Θα του σπάσω το κεφάλι!».

Αλλά και ο Μπάμπης δεν πήγαινε πίσω. Είχε απομνημονεύσει τον κωδικό της Σούλας βλέποντάς την να τον πληκτρολογεί με τον δείκτη, πολύ αργά, φωνάζοντας κάθε γράμμα: «Κάπα, άλφα, δέλτα, έψιλον, ένα, δύο, τρία!». Έτσι, κάθε φορά που η Σούλα πήγαινε στο κομμωτήριο, ο Μπάμπης έκανε φύλλο και φτερό τις αναρτήσεις της.

Μια Τετάρτη απόγευμα, η Σούλα ανέβασε μια φωτογραφία ενός μυώδους κηπουρού που περιποιούνταν κάκτους, γράφοντας: «Η φύση είναι μαγική, κρύβει τόση δύναμη και ομορφιά!». Ο Μπάμπης παραλίγο να πνιγεί με το υπογλώσσιο. «Τι είναι αυτά τα ξετσιπώματα; Ντροπή και αίσχος!» φώναξε στο άδειο σαλόνι. Κι έτσι, αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση, έκανε αμέσως αίτημα φιλίας σε μια τυχαία κοπέλα με μαγιό από την Ταϊλάνδη, η οποία προφανώς ήταν ψεύτικο προφίλ που πουλούσε κρυπτονομίσματα.

Το επόμενο πρωί, ο πόλεμος μεταφέρθηκε στα σχόλια. Η Σούλα είδε το «like» του Μπάμπη στην Ταϊλανδέζα. Ανέβασε αμέσως status: «Μερικοί στα γεράματα ψάχνουν για εξωτικά φρούτα, αλλά θα πάθουν τροφική δηλητηρίαση! Ο νοών νοείτω!».

Ο Μπάμπης, που καθόταν ακριβώς απέναντί της στο τραπέζι της κουζίνας, ρουφώντας τον ελληνικό του καφέ, διάβασε την ανάρτηση. Τα μάτια τους συναντήθηκαν πάνω από την πιατέλα με τα κουλουράκια. Κανείς δεν μίλησε. Η σιωπή ήταν παγερή. Τότε, πληκτρολόγησε έξαλλος κάτω από το σχόλιό της: «Η ζήλεια είναι ασθένεια και ορισμένες πρέπει να κοιτάξουν τα νεύρα τους αντί να ασχολούνται με τους κήπους!».

«Α ναι;» μουρμούρισε η Σούλα και πάτησε «Αναφορά για παρενόχληση» στο σχόλιο του άντρα της.

Το μεσημέρι, το Facebook πήρε την τελική του απόφαση. Λόγω των συνεχών αναφορών και των περίεργων αιτημάτων φιλίας, ο αλγόριθμος κλείδωσε τους λογαριασμούς και των δύο για «ύποπτη δραστηριότητα». Οι οθόνες μαύρισαν. Ο Μπάμπης και η Σούλα κοιτάχτηκαν, ξαφνικά ανυπεράσπιστοι, χωρίς τα ψηφιακά τους όπλα.

«Μπάμπη», είπε η Σούλα με φωνή που έσπαγε τη σιωπή ωρών, «μου χάλασε το Φέισμπουκ».

«Και μένα Σούλα... Με πέταξε έξω το σύστημα», απάντησε εκείνος κατεβάζοντας το κεφάλι.

Κάθισαν για λίγο σκεπτικοί. Χωρίς το Facebook, έπρεπε πλέον να κάνουν το πιο τρομακτικό πράγμα που είχαν αντιμετωπίσει τα τελευταία σαράντα χρόνια: να μιλήσουν ο ένας στον άλλον.

«Φτιάξε έναν καφέ να πάμε στο μπαλκόνι», είπε ο Μπάμπης. «Να δούμε τι κάνει και η Κατίνα στον τρίτο, γιατί από το πρωί δεν έχει ανεβάσει ούτε μια καλημέρα».

Ο αποκλεισμός του Μπάμπη και της Σούλας από το Facebook δεν έφερε την ειρήνη, αλλά τη μεταφορά του μετώπου στο οικογενειακό γκρουπ του Viber, όπου τα παιδιά και τα εγγόνια τους βρέθηκαν ξαφνικά στα χαρακώματα. Ο γιος τους, ο Γιώργος, ο οποίος ήταν λογιστής και η κόρη τους, η Μαρία, η οποία ήταν δασκάλα, είδαν τα τηλέφωνά τους να δοντούνται ασταμάτητα κατά τη διάρκεια της δουλειάς τους.

«Παιδιά, ο πατέρας σας μιλάει με απατεώνες από την Ασία, του έφαγαν το προφίλ και θα μας πάρουν και τη σύνταξη!» έγραψε η Σούλα στο μήνυμά της.

«Η μάνα σας μου έκανε καταγγελία, επειδή ζηλεύει την Κατίνα! Με κάνανε μπλοκ, λες και είμαι τρομοκράτης!» απάντησε αμέσως ο Μπάμπης με κεφαλαία γράμματα, χωρίς καθόλου τόνους.

Η Μαρία προσπάθησε να πάρει τον έλεγχο της κατάστασης. «Μαμά, μπαμπά, ηρεμήστε! Ένας αλγόριθμος σας κλείδωσε επειδή κάνατε συνέχεια αναφορές ο ένας στον άλλον. Δεν σας έκλεψε κανείς τη σύνταξη».

«Τι είναι ο αλγόριθμος; Ο γκόμενος της Ταϊλανδέζας;» επέμεινε η Σούλα.

Βλέποντας την κατάσταση να ξεφεύγει, ο δεκαεξάχρονος εγγονός τους, Αλέξης, ο γιος του Γιώργου, αποφάσισε να αναλάβει δράση ως ο μοναδικός «ειδικός πληροφορικής» της οικογένειας. Πήγε στο σπίτι τους το απόγευμα, με σκοπό να κάνει τη λεγόμενη «ψηφιακή διαμεσολάβηση». Όταν άνοιξε την πόρτα, βρήκε τον Μπάμπη να κάθεται στην πολυθρόνα κρατώντας το κινητό σαν χειροβομβίδα και τη Σούλα στην άλλη άκρη του καναπέ να τον κοιτάζει με δολοφονικό βλέμμα, έτοιμη να του χυμήξει.

«Λοιπόν, γιαγιά, παππού, ακούστε με», είπε ο Αλέξης, παίρνοντας τα κινητά τους. «Θα σας φτιάξω ξανά τα προφίλ, αλλά με έναν όρο. Θα υπογράψετε Συνθήκη Ειρήνης του Διαδικτύου».

«Τι είναι αυτό, παιδάκι μου;» τον ρώτησαν και οι δύο μ’ ένα στόμα.

Ο Αλέξης κάθισε ανάμεσά τους και άρχισε να πληκτρολογεί, ενώ ο Γιώργος και η Μαρία παρακολουθούσαν με βιντεοκλήση για να σιγουρευτούν ότι δεν θα θρηνήσουν θύματα.

«Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα…» μουρμούριζε ο Μπάμπης.

«Όρος πρώτος», διάβασε εκείνος με σοβαρότητα. «Ο παππούς διαγράφει την Ταϊλανδέζα και δεν ξανακάνει like σε καμία γυναίκα που φοράει λιγότερα ρούχα από το πλεκτό της γιαγιάς».

«Δεκτόν», μουρμούρισε ο Μπάμπης. «Έτσι κι αλλιώς, κρυπτονομίσματα ήθελε να μου πουλήσει, δεν ήθελε εμένα».

«Όρος δεύτερος», συνέχισε ο Αλέξης. «Η γιαγιά σταματάει να παραμονεύει πότε θα στείλει καφεδάκι η κυρία Κατίνα. Το "Καλημέρα" δεν είναι φλερτ, είναι απλώς κοινωνική υποχρέωση, στα πλαίσια της καλής γειτονίας».

«Να της στέλνει σκέτο καφέ τότε, όχι με καρδούλες!» πέταξε η Σούλα, αλλά έγνεψε καταφατικά, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς.

«Και όρος τρίτος», κατέληξε ο Αλέξης: «Κανένας από τους δύο δεν θα χρησιμοποιεί το δάχτυλο του άλλου για να ξεκλειδώνει κινητά την ώρα του ύπνου. Αυτό είναι παράνομο, το είδα στο TikTok».

Από την οθόνη της βιντεοκλήσης, ο Γιώργος άναψε ένα τσιγάρο από την ανακούφιση. «Αλέξη, αν τα καταφέρεις, θα σου πάρω το PlayStation που τόσο πολύ ήθελες», ψιθύρισε.

Μετά από δύο ώρες εκπαίδευσης, όπου ο Αλέξης τους έμαθε τι σημαίνει «spam» και πώς να κάνουν hide μια ανάρτηση χωρίς να καλούν την αστυνομία, η ειρήνη αποκαταστάθηκε. Τα προφίλ άνοιξαν ξανά. Το ίδιο βράδυ, ο Μπάμπης ανέβασε μια φωτογραφία της Σούλας από την κουζίνα, να φτιάχνει τυρόπιτα, με τη λεζάντα: «Η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου, σαράντα χρόνια μαζί και σαράντα χρόνια έχει ψήσει…».

Η Σούλα έκανε αμέσως like, άφησε σχόλιο «Ο άντρας μου ο λεβέντης» με δέκα αυτοκόλλητα με τριαντάφυλλα, και μετά γύρισε και του είπε: «Μπάμπη, είδες τι ωραία τα έφτιαξε ο μικρός; Για δες όμως... αυτή η ξαδέρφη σου η Χρυσούλα, γιατί σου έβαλε "καρδούλα" αντί για "like"; Για μπες λίγο στα μηνύματά σου να δω κάτι...»

Έτσι, η ιστορία του Μπάμπη και της Σούλας έκλεισε με τον πιο αυθεντικό, αθάνατο ελληνικό τρόπο: με μια ανακωχή που κράτησε ακριβώς όσο χρειαζόταν για να μπει το επόμενο «like». Τα παιδιά επέστρεψαν στις δουλειές τους, ο Αλέξης κέρδισε το PlayStation του με το σπαθί του, και οι δύο συνταξιούχοι συνέχισαν να ζουν τον έρωτά τους με τον παραδοσιακό, νεοελληνικό τρόπο: με αγάπη, γκρίνια και ανοιχτά τα ραντάρ των social media, μην τυχόν και χάσουν «κανένα επεισόδιο!» Γιατί τελικά, ο γάμος θέλει υπομονή, αλλά η κατασκοπεία θέλει καλό Wi-Fi!

 

Υ.Γ. Η ιστορία είναι φανταστική και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια