Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Ιστορία δύο πόλεων" του Τσαρλς Ντίκενς | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς



Συγγραφέας: Τσαρλς Ντίκενς
Έτος έκδοσης: 2018
Σελ.: 368
Εκδόσεις: Ψυχογιός


«Ήταν τα καλύτερα χρόνια, μα συνάμα και τα χειρότερα, ήταν η εποχή της σοφίας, ήταν η εποχή της απερισκεψίας, ήταν η περίοδος της πίστης, ήταν η περίοδος της δυσπιστίας, ήταν η εποχή της Φωτιάς, ήταν η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας, ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε τα πάντα μπροστά μας, δεν είχαμε τίποτα μπροστά μας,  πηγαίναμε όλοι κατευθείαν προς τον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι προς την αντίθετη κατεύθυνση –κοντολογίς η περίοδος εκείνη είχε τόσες ομοιότητες με τη σημερινή, που ορισμένες από τις πιο εντυπωσιακές γραπτές μαρτυρίες επιμένουν να την περιγράφουν αποκλειστικά με επίθετα υπερθετικού βαθμού, προκειμένου να περιγράψουν είτε την καλή είτε την κακή της πλευρά…».
Η πλοκή της "Ιστορίας δύο πόλεων" διαδραματίζεται ανάμεσα στο Λονδίνο και το Παρίσι μεταξύ 1775 και 1793, και περιστρέφεται γύρω από τις περιπέτειες μιας σειράς ανθρώπων, στιγματισμένων από ένοχα οικογενειακά μυστικά κι από άδικες κατηγορίες κατασκοπίας ή προδοσίας. Στις σελίδες του αριστουργήματος “Ιστορία δύο πόλεων”, στην ουσία, δεν ανακαλύπτεις την ιστορία δύο πόλεων, αλλά το δράμα μιας αγάπης και την αυτοθυσία ενός έντιμου ανθρώπου, στο όνομα της αγάπης. Στην εποχή των μεγάλων αλλαγών, όταν η ζωή του ανθρώπου δεν έχει καμιά αξία, αναδεικνύονται και ανθρώπινες αρετές όπως αυτή της αγάπης και της αυτοθυσίας, καθώς πυροδοτούνται γεγονότα μεγάλης κοινωνικής αναταραχής. Ο Τσαρλς Ντίκενς γράφει την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης και δεν την κάνει να είναι διόλου μια τραγωδία.
Βασικός και Κεντρικός ήρωας του ιστορικού αυτού μυθιστορήματος  είναι η Γκιλοτίνα. Η κοφτερή γυναικεία φιγούρα της Γκιλοτίνας. Ματωμένες λεπίδες, κεφάλια που κατρακυλούν στα καλάθια, μαζικές σφαγές, κραυγές για εκδίκηση, τρόμος, άδικοι σκοτωμοί, αιμοδιψής όχλος, το πλήθος να χορεύει οργιαστικά την Καρμανιόλα, το δημοφιλές τραγούδι της Επανάστασης. Η Αγία Γκιλοτίνα!!! Η Γκιλοτίνα είχε αγιοποιηθεί από τον λαό. Ήταν το σημάδι της αναγέννησης της ανθρώπινης φυλής. Αντικατέστησε τον Σταυρό. Το Εθνικό Ξυράφι για βαθύ ξύρισμα. Ήταν αυτή η Γκιλοτίνα, που εξολόθρευε τους εχθρούς της Δημοκρατίας, τους τυράννους, τους καταπιεστές του λαού, νέους και γέρους, κοπέλες και γυναίκες, τους ευγενείς και τους βασιλιάδες, όλοι κόκκινο κρασί για την Γκιλοτίνα… Ο όχλος βάφει το στόμα του με κρασί κόκκινο σαν αίμα, η Γκιλοτίνα κόβει, μύγες βουίζουν γύρω από τα πλήθη διψασμένα για καταδίκες σε θάνατο. Απέκοβε η Γκιλοτίνα τόσα πολλά κεφάλια, που η ίδια και η γη που μόλυνε είχαν ένα κόκκινο χρώμα σήψης. Ο κύριος δήμιος που τη χειριζόταν λεγόταν Σαμψών. Ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα  ή θάνατος -ο τελευταίος, ο ευκολότερος για να δοθεί,ω, Γκιλοτίνα!!Μαζί με την Γκιλοτίνα και η ακονόπετρα που τροχίζανε τσεκούρια, μαχαίρια, σπαθιά, ξιφολόγχες οι κάτοχοι αυτών των όπλων, με το κόκκινο χρώμα που είχαν τα φρενιασμένα τους μάτια, όταν δολοφονούσαν τους φυλακισμένους. Η μαύρη σημαία κυμάτιζε νύχτα μέρα στους μεγάλους πύργους της Παναγίας των Παρισίων. Τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, καλεσμένοι σε εξέγερση ενάντια στους τυράννους της γης, υψώθηκε απ΄ τα χώματα όλης της Γαλλίας. Η Γκιλοτίνα δεν είναι η συμφορά, αλλά μάλλον η απάντηση στη συμφορά…
«Τα κάρα του θανάτου διασχίζουν με θόρυβο, υπόκωφο και τραχύ, τους δρόμους του Παρισιού. Έξι κάρα κουβαλάνε στην Γκιλοτίνα το κρασί της ημέρας. Όλα τα αδηφάγα, αχόρταγα τέρατα που έχει συλλάβει η φαντασία απ΄ τις  απαρχές της ενώνονται σε τούτη τη μία ενσάρκωσή τους, την Γκιλοτίνα...»
Πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι:
η νεαρή, πανέμορφη, μεγαλωμένη ως ορφανή στο Λονδίνο, Λούσι Μανέτ,
ο γιατρός Αλεξάντρ Μανέτ, πατέρας της Λούσι, που εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή της λίγο πριν συμπληρώσει τα 18 της χρόνια (όλα αυτά τα χρόνια ο Μανέτ ήταν κλεισμένος σε ένα στενάχωρο κελί, γνωστό ως Εκατόν Πέντε, Βόρειος Πύργος, στις φυλακές της Βαστίλης, για ένα έγκλημα που δεν είχε διαπράξει),
ο φίλος της οικογένειας τραπεζικός υπάλληλος  Τζάρβις Λόρι, που εργάζεται στον μεγάλο τραπεζικό οίκο της Τέλσονς με καταστήματα στο Λονδίνο και στο Παρίσι,
ο σύζυγός της Λούσι, μαρκήσιος  Σεντ Εβρεμόντ, αποκαλούμενος Τσαρλς Ντάρνεϊ, Γάλλος αριστοκρατικής καταγωγής, αποστάτης της τάξης του και αυτοεξόριστος στην Αγγλία (όπου κάνει μαθήματα Γαλλικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας για να ζήσει), ο οποίος όταν επιστρέφει στο Παρίσι, συλλαμβάνεται και δικάζεται αδίκως για προδοσία και κλείνεται στη φυλακή Λα Φορς (επειδή ήταν Γάλλος εμιγκρές και εχθρός της Δημοκρατίας),
ο συνεπής και έντιμος Τσάρλς Ντάρνι, αφήνει την κόρη του και τη σύζυγό του στην προστασία του πατέρα της στο Λονδίνο και, σπρωγμένος από το αίσθημα του καθήκοντος, αναχωρεί ένα βράδυ κρυφά για να περάσει στη Γαλλία, να βοηθήσει τον φίλο του Τερφίλ Γκαμπέλ, που δικαζόταν με νόμο της Ενιαίας και Αδιαίρετης Δημοκρατίας της Ελευθερίας, της Ισότητας, της Αδελφότητας, ή του Θανάτου,
η δεσποινίς Προς, αφοσιωμένη φίλη της οικογένειας Μανέτ,
ο συνήγορος του Τσαρλς  κύριος Στράιβερ,
ο έκλυτος  δικηγόρος Σίντνεϊ Κάρτον, βοηθός του Στράιβερ , alterego και σκοτεινός σωσίας του Τσαρλς Ντάρνεϊ, μάταια ερωτευμένος με την Λούσι.
Άλλοι δευτερεύοντες ήρωες είναι:   
ο κάπελας  -Πολίτης Ερνεστ Ντεφάρτζ, που είχε καπηλειό στο προάστιο του Σεντ Αντουάν του Παρισιού, που όταν ήταν νεότερος ήταν στην υπηρεσία του γιατρού Μανέτ και ο οποίος Ντεφάρτζ είχε μεγάλη συμβολή στην άλωση της Βαστίλης,
η σκληρή, μνησίκακη και αδίστακτη Πολίτισσα Τερέζ Ντεφάρζ ,
ο Κατάσκοπος και προδότης -το πρόβατο των φυλακών  Μπάρσαντ , η Εκδίκηση , ο Ζακ τρία του Επαναστατικού Σώματος των Ενόρκων,
ο Κλάι καιο Τζέρι Κράντσερ.
Δύο πόλεις, το Λονδίνο και το Παρίσι, στη δίνη της φαύλης κι ανεξέλεγκτης Γαλλικής Επανάστασης, διατρέχουν με τους ανθρώπους τους την επική, γεμάτη αγωνία αυτή αφήγηση, αναδεικνύοντας με έναν μοναδικό τρόπο πώς η Ιστορία μπορεί να διαλύσει τον ανθρώπινο βίο, τα ανθρώπινα πάθη, τις επιθυμίες και τα όνειρα κάθε ατόμου.
Θα καταφέρουν οι ήρωες να επιβιώσουν κάτω από τη φονική σκιά της γκιλοτίνας;
Ένα συγκλονιστικό  βιβλίο για την βία που προκλήθηκε από την τυραννία, την οργή, τη θηριωδία και τον πεινασμένο κανιβαλισμό του όχλου, που χαιρόταν με τους αποκεφαλισμούς και το αίμα . Ένα βιβλίο για τον έρωτα , τον ηρωισμό, την ελπίδα, την εκδίκηση, την φρίκη, την αγριότητα, την αυτοθυσία, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την επανάσταση, την κοινωνική διάκριση , τις δικαστικές αδικοπραξίες  και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Ένα διαχρονικό βιβλίο που ρουφιέται μονοκοπανιά από τον σπουδαιότερο συγγραφέα της Βικτωριανής Εποχής. Η «Ιστορία δύο πόλεων» παραμένει έως σήμερα ένα από τα πλέον αγαπημένα έργα του Ντίκενς, που έχει μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.

Ο Τσαρλς Ντίκενς γεννήθηκε στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας στις 8 Φεβρουαρίου 1812, και ήταν το δεύτερο από τα οχτώ παιδιά της οικογένειάς του. Όταν ο Κάρολος ήταν 12 χρονών, ο πατέρας του μπήκε στη φυλακή για χρέη και ο μικρός αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά. Οι παιδικές του εργασίες είναι παρόμοιες μ' αυτές που περιγράφει στο βιβλίο του "Δαβίδ Κόππερφιλντ”. Η επίσημη εκπαίδευσή του ήταν περιορισμένη, αλλά, καθώς είχε γνώσεις στενογραφίας, πολύ νέος έπιασε δουλειά ως ρεπόρτερ στη "MorningChronicle". Από τη θέση αυτή παραιτήθηκε ύστερα από μερικά χρόνια, όταν πια είχε αρχίσει τη συγγραφική του σταδιοδρομία. Αργότερα έγινε πρακτικογράφος στη Βουλή. Το 1836 δημοσίευσε τον πρώτο τόμο με άρθρα του για την καθημερινή ζωή στο Λονδίνο, με τίτλο "Σκίτσα του Μποζ". Το 1837 ακολούθησε ο δεύτερος τόμος. Το μυθιστόρημά του "Όλιβερ Τουίστ" (1838) θα τον κάνει ευρύτερα γνωστό. Το πρώτο του ταξίδι στην Αμερική (1841) του ενέπνευσε δύο έργα το "Αμερικάνικα σημειώματα" (1842) και το μυθιστόρημα "Μάρτιν Τσασλουάιτ" (1844). Εγκλήματα, αθλιότητα, κτηνωδία και θάνατος συνυπάρχουν με κωμική εφευρετικότητα και απέραντη τρυφερότητα στο έργο του Τσαρλς Ντίκενς. Άλλα σημαντικά έργα του είναι: "Δαβίδ Κόπερφηλντ" (1850), "Τα δύσκολα χρόνια" (1854), "Ιστορία δύο πόλεων" (1859), "Μεγάλες προσδοκίες" (1861)και η Νουβέλα  Χριστουγεννιάτικη νύχτα”. Ο Ντίκενς δεν έπαψε ποτέ να γράφει βιβλία, μυθιστορήματα και διηγήματα, να δημοσιογραφεί και να αρθρογραφεί. Επίσης, ήταν και δεινός επιστολογράφος, καθώς και ταξιδιωτικός συγγραφέας.Πέθανε στο Λονδίνο στις 9 Ιουνίου 1870, στη χώρα κηρύχθηκε πένθος και τον έθαψαν στη γωνία των ποιητών, στο Γουεστμίνστερ Άμπεϋ. Η δημοτικότητά του ήταν εξαιρετική όσο ζούσε και, όπως είπε και ο WalterAllen, "η επιρροή του εξακολουθεί να είναι αισθητή και το έργο του μέρος του λογοτεχνικού κλίματος μέσα στο οποίο ζει ο δυτικός άνθρωπος".