Βιβλιοκριτική για τη νουβέλα "Παπάς" της Μαρίας Λευκή | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Συγγραφέας: Μαρία Λευκή
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 156
Εκδόσεις: Αρμός


                                                                              Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Δύσκολα μπορεί κανείς να ορίσει τη μοίρα του. Κι αυτό γιατί η μοίρα, δυστυχώς, δεν ορίζεται. Γεμάτη εκπλήξεις και εμπόδια, στέκεται αινιγματική και πάντα σκοτεινή απέναντι στους ανθρώπους. Επιθυμία της, να κρύβει διαρκώς το αληθινό της πρόσωπο. Όσο για τα όνειρα, που παράτολμα ανθίζουν δίχως σταματημό, παραμένουν όνειρα μακρινά, να ραγίζουν τις καρδιές εκείνων, που τόλμησαν κάποτε να ακολουθήσουν τα θέλω τους ή έστω να επιχειρήσουν να πορευτούν το δρόμο που διάλεξαν, έχοντάς εκείνα πάντα μπροστά για οδηγό.

Για ένα ανεκπλήρωτο όνειρο κάνει λόγο κι η Μαρία Λευκή στο δεύτερό της βιβλίο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός», με τίτλο «Παπάς». Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα νουβέλα, με πρωταγωνιστή έναν παπά, που ζει σε ένα μικρό νησί της Ελλάδας, κάποιες δεκαετίες νωρίτερα. Η ιστορία του δεν είναι καθόλου πρωτότυπη. Συνηθισμένη, θα λέγαμε, παρόμοια με τις ιστορίες πολλών άλλων κατοίκων που ζουν και αφιερώνουν τη ζωή τους σε ένα απομονωμένο νησί, πυκνοκατοικημένο και κοσμοπολίτικο το καλοκαίρι, έρημο και σχεδόν νεκρό το χειμώνα. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα της δικής του ιστορίας έγκειται στην ιδιαιτερότητα της προσωπικότητας του ίδιου ως πρωταγωνιστή των γεγονότων που περιγράφονται. Μιλάμε για έναν νέο άνθρωπο, που νιώθει εγκλωβισμένος στη μικρή γη που του ’λαχε για πατρίδα, με το ποίμνιό του να στέκεται αδιάφορο απέναντί του, με την υποκρισία να δεσπόζει παντού, με τις ηθικές αξίες να έχουν καταρρεύσει τριγύρω του ολοκληρωτικά. Κι εκείνος, απογοητευμένος από τη μέχρι τώρα πορεία του, να στέκεται απόμακρος από παντού και με τα μάτια της ψυχής του να ονειρεύεται τις θάλασσες, που κάποτε λαχτάρησε να ταξιδέψει, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, το επάγγελμα του ναυτικού.

Η ίδια του η μοίρα του έκοψε τα φτερά, όμως δε μπόρεσε να του κόψει και την απέραντη αγάπη του για τη θάλασσα. Πάντα εντός του ως η μόνη αληθινή σύντροφός του, η αιώνια ερωμένη του, εκείνη που μπορεί να ακούσει κάθε του λέξη και κάθε του ευχή, να αισθανθεί κάθε δυνατό του χτύπο, να νικήσει κάθε του μεγάλη στενοχώρια. Σ’ αυτήν ο παπάς καταφεύγει πάντοτε για να τον συντροφεύσει στις ώρες ατέλειωτης μοναξιάς του. Σ’ αυτήν καθρεφτίζει την ανάγκη του να ταξιδέψει τα πέρατα της γης κι ακόμη παραπέρα, με την προσδοκία να κατακτήσει την απόλυτη ευτυχία, το άπιαστο όνειρο, την αληθινή ζωή.

Ο ήρωας μας περιγράφει αρκετά από τα χαρακτηριστικά πρόσωπα που πρωταγωνιστούν με τις προσωπικές τους ιστορίες στο νησί, αλλά και της οικογένειάς του, προκειμένου να φέρει τον αναγνώστη πιο κοντά στην πραγματικότητα που εγκλωβίζει το ελεύθερο της ύπαρξής του. Λεπτομερείς οι περιγραφές της συγγραφέως, γεμάτες εικόνες, αποτυπώνουν επακριβώς το σκηνικό, στο οποίο διαδραματίζονται οι μικρές καθημερινές ιστορίες των συγχωριανών του πρωταγωνιστή ήρωα και όχι μόνο.

Ένα ξαφνικό ταξίδι του παπά στην Αμερική θα σταθεί η αφορμή για να εκπληρώσει, έστω και προσωρινά, το μεγάλο του όνειρο, να αφήσει πίσω του τη μικρή του γη και να γνωρίσει ελεύθερος τον υπόλοιπο κόσμο της γης. Και τον γνωρίζει. Στο ταξίδι του ο ήρωάς μας μαθαίνει πολλά, εκπλήσσεται από πολλά, αναθεωρεί για πολλά, αναπροσδιορίζει τις σκέψεις του, συμπεραίνει, οριοθετεί.

Τελικά, ποιο είναι το αληθινό νόημα της ζωής; Να ζει κανείς για τον εαυτό του ή να ζει για τους άλλους; Να ζει εγκλωβισμένος μέσα στις ίδιες του τις ανασφάλειες ή απορρίπτοντάς τες να αποποιείται τα μικρόψυχα πάθη του; Πολλά τα αναπάντητα ερωτήματα, στα οποία καλείται κι ο ίδιος ο αναγνώστης να καταθέσει την δική του προσωπική άποψη.

Παρότι πρόκειται για μια ενιαία ιστορία, με πρωταγωνιστή τον παπά μιας μικρής κοινωνίας, το βιβλίο θα μπορούσε να χωριστεί σε μικροδιηγήματα, όσα και τα κεφάλαια που το απαρτίζουν. Μεστή και καλογραμμένη η γραφή της συγγραφέως, γεμάτη εικόνες, που ταξιδεύουν νοητά τον αναγνώστη στα μέρη τα οποία περιγράφονται, καταφέρνει να ανταποκριθεί στο σημαντικό ρόλο που της ανατέθηκε, να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του ως την τελευταία σελίδα του βιβλίου.

Φυσικά και διαβάζεται απνευστί, καθώς απορρίπτει επιτυχώς τις περιττές πληροφορίες και δεν φλυαρεί. Μια ιστορία αρκετά περιεκτική, που παραπέμπει σε παλιότερες εποχές, πιο νοσταλγικές, αλλά το ίδιο ψυχρές, ανυπόφορες και μίζερες, όπως η σημερινή.

Ένα βιβλίο που προβληματίζει, συγκινεί και διδάσκει.

Ας είναι καλοτάξιδο!


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ένας παπάς σε ένα νησί, λίγες δεκαετίες πίσω. Αντιμέτωπος με το Θεό, τους ανθρώπους, τον εαυτό του. Με σύμμαχο τη θάλασσα.

[…] Κίνησε για τον απογευματινό του περίπατο στην παραλία. Η θάλασσα ήταν η μεγάλη του αγαπημένη. Την αγαπούσε με θρησκευτική λατρεία. Αν αυτή, η λατρεμένη του, δεν είχε πάρει τον πατέρα του στα βάθη του Βισκαϊκού, εκείνος αντί για λειτουργός του Υψίστου θα ήταν τώρα υποπλοίαρχος και θα πήγαινε για καπετάνιος.

[…] Ήθελε να μπορούσε να πει στους συμπατριώτες του τη γνώμη του γι αυτούς. Ήθελε να πει στο Θεό τη γνώμη του γι αυτόν. Οι ενορίτες του ήταν πολύ αδιάφοροι. Ο Θεός του πολύ υπερβατικός. Από τους ενορίτες του έτρωγε απόρριψη και στο Θεό του δεν έβρισκε παρηγοριά. Η μοναξιά που ένιωθε ήταν αφόρητη.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα, Μαρία Λευκή:

Η Μαρία Λευκή γεννήθηκε το 1964 στο Βασιλικό Χαλκίδας. 33 χρόνια στη μέση εκπαίδευση, αρκετό διάβασμα και η ζωή, της έδωσαν ικανό υλικό για να αρχίσει να γράφει. Παρθενική της έξοδος το “11 ελληνικά blues για τον Rory” μια συλλογή διηγημάτων. Σύμμαχος της πάντα η μουσική.