Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Μνήμες της ρίζας" του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου | Γράφει η Βασιλική Πανταζή

 




Ποιητής: Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 76
Εκδόσεις: Κουκκίδα

                                                                             Γράφει η Βασιλική Πανταζή

Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου  «Μνήμες της ρίζας».

Ανθοφόρος  η μούσα  σκηνοθετεί  στίχους ανθρωπιάς και  πυκνούς στοχασμούς με έντονο το ζητούμενο της αξίας και σημασίας της  ατομικής και συλλογικής μνήμης αλλά και των καλά κρυμμένων αξιών της ζωής.

Διεγερτικό της ψυχής του αναγνώστη το συναισθηματικό ξεχείλισμα με το οποίο ντύνει επιδέξια ο ποιητής  την ενδιαφέρουσα  και πλούσια θεματική. Ατομικές και συλλογικές ξεχασμένες αλήθειες,  δοσμένες με μια μοναδική αρχιτεκτονική κι ένα ξεχωριστό ύφος.

Ένας ποιητικός διάπλους με αμέτρητους κολυμβητές εύχομαι να γίνει η ψυχική συγκομιδή σου, Δημήτρη.

Εύδρομη και καλοτάξιδη!

                

«Μνήμες της ρίζας»

Μοιάζει να λιγοστεύουν
όλα ξαφνικά
με την τριβή του χρόνου
λες πως τρεμοσβήνουν,
μα όλα εδώ κρυμμένα μέσα μας,
μάς οδηγούν, μάς ορμηνεύουν,
μάς στηρίζουν.
Δεν ξέρω λόγια να σου γράψω
τέτοια φίλε μου
που οι ποιητές γεμίζουν τις σελίδες,
μα γράφω λόγια της καρδιάς
σαν οι φωνές των στίχων σου
στα μύχια διαδηλώνουν
και τα βαθιά νοήματα
τα έσω μου οργώνουν.

Οι λέξεις σου δονήσεις που υφαίνουν,
της φιλοσοφίας την πόρτα λες χτυπούν
ακόμα κι αν σωπαίνουν.

Γυμνός μες στις κραυγές σου περιφέρεσαι,
ανεβοκατεβαίνεις σκαλοπάτια,
σταθμεύεις μες στα ξέφωτα
σμήνη φωνήεντα τα χνάρια.

Ρυτίδες στριμωγμένες οι αλήθειες σου,
ριζώνουνε, θεριεύουν κι αγριεύουν,
ελιές, αμπέλια, θάλασσες, βουνά,
μύθοι και παραμύθια, αίμα και ιδρώτας,
αθάνατα συστατικά,
νερό κι αέρας αιώνια φυλαχτά.

Για λίγο ήρθαμε κι εμείς
γινόμαστε ρίζες με τα χρόνια που περνάνε,
σιγά-σιγά πέφτουν τα φύλλα μας
μα μένουνε στη γη τα αρώματά μας.

Κι είναι το ταξίδι παράξενο πολύ
στου χρόνου το ανάλγητο αλέτρι,
χρυσόσκονη γινόμαστε,
φιλόδοξο αστέρι.

Ο κύκλος πάντα διαφορετικός
στης ιστορίας το διάσελο φαντάζει,
όνειρο που ανανεώνεται διαρκώς
στο τέλος όμως συννεφιάζει.

Μία μία γδύνω τις λέξεις σου,
με καίει το μελάνι σου πολύ,
βέλη στα σπλάχνα μου οι «μνήμες»,

τραγούδια του Οδυσσέα
σπαρταρούν μέσα στις ρίμες.

Μοιάζει η χαρά με κόκκινο ποδήλατο
αγάπη και λαχτάρα και ελπίδα,
πάθος αχόρταγο σαν έρωτας,
ζωή παιχνίδι με λεπίδα.

Μικρή στεριά ο τόπος μας,
αθάνατο ακρωτήρι,
κάστρο μες στη Μεσόγειο
της δόξας πατητήρι.

Για τον Μέσα Ήλιο
το ΄σκασε η πατρίδα μας
απ’ την ψυχρή Ευρώπη

στο τρίστρατο του κόσμου
εκεί στη μέσα θάλασσα
αγκυροβολημένη,

ορθή μέσα στα κύματα
με τρύπια τη χλαμύδα να επιμένει.

Ληστές και βάρβαροι,
ξερόλες πειρατές,
λύκοι, κομπάρσοι,
μοντέρνοι στοχαστές
αδιάκριτα του τόπου μας
ξύνουν τις πληγές.

Κι οι μαθητές του Πλάτωνα;

άλλα μαθαίνουν σήμερα,
αλλιώτικα μιλάνε,
ό, τι έχει απομείνει ξεπουλάνε.

Και τώρα πες μου ποιητή,
χρόνια και χρόνια πόσα πρέπουν
να τελειώσει το υφάδι της πατρίδας;
πόσα να λάμψει το αρχαίο φως,
δοξάρι της ελπίδας;

Άκου να μάθεις ποιητή,
ο Μέγα Αλέξανδρος έμαθα ότι ζει

κι εσύ που γράφεις ποιήματα ωραία

θα ήταν σημάδι ευοίωνο
αν έχεις νέα του Οδυσσέα.

Βασιλική Πανταζή,  8 Δεκεμβρίου 2020