Κώστας Άγας: "Αγαπώ όλα μου τα τραγούδια γιατί είναι βιωματικά"


Ένας ακόμη εργάτης της τέχνης της στιχουργικής είναι και ο ταλαντούχος, αυτοδίδακτος μουσικός Κώστας 'Αγας. Ο κύριος 'Αγας ακουμπάει τις σκέψεις του στο χαρτί με έναν ιδιαίτερο τρόπο, μιας και ο ίδιος μπορεί και αντιλαμβάνεται τον λυρισμό που κρύβουν οι στίχοι του και με τη βοήθεια ταλαντούχων ανθρώπων, προχωρά στη μελοποίησή τους. Το ύφος του γλαφυρό, κάποιες φορές ερωτικό και τις περισσότερες «ταξιδιάρικο». Με όπλο του την εξαιρετική του πένα μας μεταδίδει, μας επικοινωνεί και μοιράζεται μαζί μας μέσα από τους στίχους του τα όσα συμβαίνουν ενδόμυχά του. Με μια πληθώρα εξαιρετικών συνεργασιών στο χώρο της μουσικής, έρχεται σήμερα να μας συστήσει τις επιτυχημένες δουλειές του και να μας συστηθεί μέσα από αυτές. Επιτρέποντάς μας να περιπλανηθούμε για λίγο στον κόσμο του, τον καλωσορίζουμε στις Τέχνες με σκοπό να τον γνωρίσουμε καλύτερα.

Ας διαβάσουμε τα όσα ενδιαφέροντα μας είπε..

Συνέντευξη στη Βάσω Κανιώτη


Κύριε Άγα, καλώς βρεθήκαμε. Θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω τους λόγους για τους οποίους σας γοήτευσαν οι στίχοι και θελήσατε να ασχοληθείτε μαζί τους. Αποτέλεσε για σας έναν τρόπο έκφρασης η στιχουργική;

Καλώς βρεθήκαμε και καλή χρονιά! Σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτήν τη συνέντευξη! Λοιπόν, ο λόγος που άρχισα να γράφω στίχους, σε ηλικία 21 ετών περίπου, όταν ακόμη ήμουν φοιτητής, ήταν ένας και μοναδικός: η προοπτική να ενωθούν με μελωδίες και να «μετουσιωθούν» σε τραγούδια! Αν δεν υπήρχε αυτή η «προοπτική», μάλλον δεν θα έγραφα στίχους [π.χ. με σκοπό να εκδώσω ποιητική συλλογή]. Αλλά και το αντίστροφο: αν δεν υπήρχε προοπτική οι μελωδίες που έχω σκαρώσει – και όπως δείχνουν τα πράγματα θα συνεχίσω να σκαρώνω – να ενωθούν με στίχους και να γίνουν τραγούδια, μάλλον δεν θα τις είχα σκαρώσει [π.χ. με σκοπό να εκπονήσω ορχηστρικά έργα].

Η αγάπη σας για τα μουσικά όργανα ξεκίνησε από νεαρή ηλικία και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την αυτοδίδακτη εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου. Μιλήστε μας γι' αυτή την ενασχόλησή σας.

Το όργανο που γνωρίζω – ή τέλος πάντων νομίζω ότι γνωρίζω – είναι το μπουζούκι. Η οικογένειά μου πάντα είχε αγάπη με τη μουσική κι έτσι στο σπίτι μας υπήρχαν μουσικά όργανα, ανάμεσα στα οποία μεγάλωσα. Η μητέρα μου έπαιζε πιάνο κι ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι και μαντολίνο. Κάποια στιγμή, σε ηλικία 14 ετών, ξεκρέμασα από τον τοίχο του σπιτιού μας το μπουζούκι, άρχισα να το γρατζουνάω και... αυτό ήταν! Από τότε ξεκίνησα να μαθαίνω από μόνος μου τα μυστικά αυτού του μουσικού οργάνου χωρίς να διαβάζω νότες, πάντα με τη βοήθεια του «μουσικού αυτιού» που διαθέτω. Σε αυτό βοήθησε και η «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» της αναβίωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού εκείνα τα χρόνια, με τις κομπανίες με ειδίκευση στα παλιά ρεμπέτικα και παλιά λαϊκά που συνεχώς εμφανίζονταν [μιλάμε για λίγο πριν τα μισά των 80ς]! Έτσι, θυμάμαι ότι κάθε φορά που η ΕΡΤ έπαιζε το σήριαλ «Το μινόρε της αυγής», έπιανα το μπουζούκι και στηνόμουν μπροστά στην τηλεόραση για να συνοδεύω κι εγώ ό,τι τραγούδι θα ακουγόταν στο επεισόδιο!


Ποια ήταν η πρώτη σας δουλειά, την οποία υπογράψατε στιχουργικά και πώς νιώσατε όταν ακούσατε για πρώτη φορά τους στίχους σας μελοποιημένους; Ποια συναισθήματα σας γέννησε αυτό το άκουσμα;

Η πρώτη μου δισκογραφική δουλειά λεγόταν «Οι μικρές μας οι στιγμές» και εκδόθηκε την άνοιξη του 1999. Όταν έπιασα στα χέρια μου το cd μου, όπου στίχοι, μουσική αλλά και παραγωγή έφεραν, όλα, τη δική μου «υπογραφή», με κυρίευσε ενθουσιασμός! Όχι άδικα, μιας και μέχρι εκείνη τη στιγμή το γεγονός ότι «κάποιος βγάζει δικό του δίσκο» φαινόταν στα μάτια μου σαν «κάτι μυθικό, κάτι απλησίαστο»! Στην πορεία κατάλαβα, φυσικά, ότι το να δισκογραφήσεις τα τραγούδια σου, και μάλιστα με αξιοπρεπή ήχο, είναι, εντέλει, το πλέον εύκολο! Αυτός, δε, ο ενθουσιασμός, που με κυρίευσε όταν εκδόθηκε η πρώτη δισκογραφική δουλειά μου, με εμπόδιζε να δω ότι ο εν λόγω δίσκος ήταν... «βουτηγμένος» μέσα στις ατέλειες και αφέλειες: Ότι δηλαδή η παραγωγή του ήταν πρωτόλεια και ημι-ερασιτεχνική, μιας και ακόμη δεν ήξερα τίποτα ούτε από τη διαδικασία ηχογράφησης και δισκογράφησης, ούτε και σε ποιους πρέπει να απευθυνθώ γι’ αυτήν. 

Υπήρξε κάποιο γεγονός στη ζωή σας  που νιώσατε την ανάγκη να το μεταφέρετε μέσα στους στίχους σας;

Όλοι οι στίχοι μου, σε όλα τα τραγούδια μου, είναι βιωματικοί, δηλαδή βασίζονται σε αληθινά περιστατικά και προέκυψαν από μια εσωτερική ανάγκη μου να τους γράψω. Άλλωστε, από τότε που έγραψα τα πρώτα μου, πρωτόλεια και ακατέργαστα τραγουδάκια, μέχρι αυτή τη στιγμή, η διαδικασία είναι ίδια και απαράλλαχτη: Θα ζήσω ένα γεγονός, το οποίο θα μου δημιουργήσει έντονη την επιθυμία να το διηγηθώ με στίχους και μελωδίες! Τότε θα πω στον εαυτό μου: «αυτό το γεγονός βάλε το στην άκρη του μυαλού σου και κάποια στιγμή, όταν θα έχεις χρόνο και διάθεση, κάνε το τραγούδι».  

Θα ήθελα να μας κάνετε μια σύντομη ανασκόπηση της «μουσικής» ζωής σας, των μουσικών σας «ζευγαρωμάτων» και των καλλιτεχνών με τους οποίους έχετε συνεργαστεί και να μας μιλήσετε για όλα αυτά.

Μέχρις στιγμής έχω εκδώσει οκτώ [8] δισκογραφικές δουλειές, όλες σε στίχους, μουσική, ενορχήστρωση και παραγωγή από εμένα τον ίδιο. Αυτές είναι κατά χρονολογική σειρά :

1. Οι μικρές μας οι στιγμές [1999]


2. Του Αιγαίου η Μοναξιά [2000]

3. Η τριήρης και άλλα αληθινά παραμύθια [2003]


4. Κώστας Άγας IV [2005]


5. Οι εκδρομές των Κυριακών [2009, αποκλειστικά σε έκδοση βινυλίου 275 συλλεκτικών αντιτύπων]

6. ... και στο βάθος φώτα σε μώλο Αττικό [2012]


7. Του Αιγαίου η Μοναξιά ΙΙ – Η Απάντηση [2015]

8. Κάραβος [διπλό cd, 2019].

Καμία απ’ τις παραπάνω δισκογραφικές εργασίες δεν «διοχετεύθηκε» σε δισκοπωλεία. Όλες, και όλα τα αντίτυπά τους, διακινήθηκαν από εμένα τον ίδιο, είτε χέρι με χέρι είτε ταχυδρομικώς, και μάλιστα ως δώρο [συνήθως ανέλπιστο και αναπάντεχο]. Από τραγουδιστές που έχουν περάσει από τις δισκογραφικές δουλειές μου, ο μόνος γνωστός είναι ο εξαιρετικός – και σαν ερμηνευτής και σαν άνθρωπος – Γιάννης Κούτρας. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους τραγουδιστές μπορεί να μην είναι αυτό που λέμε «πρώτα ονόματα», πλην όμως έχουν γράψει τη δική τους ουσιώδη και λαμπρή ιστορία στο χώρο του τραγουδιού. Φερ’ ειπείν, η «βασική τριπλέτα» ερμηνευτών, που συμμετέχει στη 2η δισκογραφική δουλειά μου, Μαρία Φραγκούλη / Μαρία Λουλάκη / Παναγιώτης Καραδημήτρης, έχει γράψει τη «δική της ιστορία» στις μουσικές σκηνές, νυκτερινά κέντρα κλπ της Θεσσαλονίκης και έχει αγαπηθεί απ’ το σαλονικιώτικο κοινό. Η Ειρήνη Δασκαλάκη, που συμμετέχει στην 3η δισκογραφική δουλειά μου, έχει επίσης γράψει τη «δική της ιστορία» στις μουσικές σκηνές της Αθήνας επί πολλά χρόνια. Όσο για τον Τάκη Κωνσταντακόπουλο, που συμμετέχει στην 8η και 9η δισκογραφική δουλειά μου, μάλλον τα λόγια είναι περιττά για το ήθος του, την ακεραιότητά του και, φυσικά, την ανεκτίμητη προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι από διαφορετικά «πόστα»: συναυλίες, συμμετοχές σε δίσκους, τηλεοπτικές εκπομπές στην ΕΡΤ κλπ. Επίσης, ο αγαπημένος κι αδελφικός συνεργάτης μου Δημήτρης Φράγκος – βασική ανδρική φωνή στο σύνολο της δισκογραφίας μου – έχει κι αυτός μεγάλη σταδιοδρομία στις μουσικές σκηνές και στα νυκτερινά κέντρα σε όλη την Ελλάδα [ενώ από δισκογραφικής απόψεως είχε συμμετοχή μόνο στα δικά μου, μόλις πρόσφατα έβγαλε, επιτέλους, τον πρώτο προσωπικό δίσκο του, γεμάτο «γλυκόπιοτα» λαϊκά τραγούδια]! Στον δε τελευταίο μου διπλό δίσκο με τίτλο «Κάραβος» τις περισσότερες ερμηνείες έχουν επωμισθεί «φρέσκιες» γυναικείες φωνές, προερχόμενες  από νέα κορίτσια με ήθος, γνώση και παιδεία, κάποια εκ των οποίων ... δεν αποκλείεται να μας απασχολήσουν στο μέλλον. Τέλος, να αναφερθώ και στους έμπειρους και δεξιοτέχνες μουσικούς που έχουν συμμετάσχει στους δίσκους μου, όπως ο Θάνος Γκιουλετζής στο βιολί, ο Αλέκος Βασιλάτος στο κοντραμπάσο, ο Νίκος Σακελλαράκης στις τρομπέτες, ο Αλέξανδρος Τσάμης στα κρουστά και τόσοι τόσοι άλλοι. Και ιδίως να μνημονεύσω τον επί 19 έτη αγαπημένο και αδελφικό συνεργάτη μου, τον κιθαρίστα Γιώργο Ματεντζόγλου, ο οποίος, δυστυχώς, «έφυγε» τόσο νωρίς και τόσο ξαφνικά όταν τέλειωσαν οι ηχογραφήσεις του τελευταίου δίσκου μου. Όσους, δε, περνάνε απ’ το στούντιο για να συνδράμουν στις δικές μου ηχογραφήσεις τους αισθάνομαι – όλους ανεξαιρέτως – σαν «οικογένειά μου». 

Πιστεύετε πως είναι καλύτερα να συνεργάζεσαι με πολλούς μουσικούς ή θα προτιμούσατε ένα και μόνο «μουσικό» ταίρι;

Είμαι φανατικά υπέρ της άποψης «συνεργασίες με όσο το δυνατόν περισσότερους μουσικούς και περισσότερους τραγουδιστές και μάλιστα προερχόμενους από όσο το δυνατόν διαφορετικές “μουσικές περιοχές”»! Οι «περίκλειστες μουσικές παρέες», οι «μουσικές – καλλιτεχνικές κλίκες» και άλλα συναφή ποτέ δεν μου άρεσαν και ποτέ δεν με έβρισκαν σύμφωνο. Φυσικά, τις στιγμές που σκαρώνω τους στίχους και τις μελωδίες μου είμαι ολομόναχος για να «παλέψω» με αυτά που συμβαίνουν στο κεφάλι μου, με τις εμμονές μου, με αναμνήσεις από τα βιώματά μου κλπ, αλλά και με τραγούδια που αγαπώ και λαχταρώ να πάρω από αυτά ιδέες και κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου όλα αυτά να «μετεξελιχθούν» σε δικά μου τραγούδια. Όμως, όταν παίρνω την απόφαση ότι «αυτά τα τραγούδια θα τα ηχογραφήσω και θα τα κάνω δίσκο», τότε... εκεί γίνομαι κοινωνικός και εξωστρεφής «όσο δεν πάει άλλο»! Εκεί η επιθυμία μου είναι «να περάσουν απ’ το στούντιο όσο το δυνατόν περισσότεροι μουσικοί για να τα παίξουν και όσο το δυνατόν περισσότεροι ερμηνευτές για να τα τραγουδήσουν»!   

Θα σας ζητήσω να ξεχωρίσετε κάποια από τα τραγούδια σας. Ποιο είναι αυτό που ακούτε συνέχεια στο σπίτι; Ή ποιο είναι αυτό που σας εκφράζει περισσότερο;

Αχ, δύσκολη ερώτηση, μιας και όλα τα τραγούδια μου τα αγαπώ, καθόσον όλα είναι βιωματικά. Ωστόσο, από το σύνολο της δισκογραφίας μου θα ξεχωρίσω το «Στο Κερατσίνι – στη Δραπετσώνα», το οποίο είχα γράψει σε ηλικία 24 – 25 ετών και πραγματικά μού διεύρυνε τους ορίζοντες της τραγουδοποιίας μου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα τραγούδια που έγραφα είχαν ως «κεντρικούς ήρωες» συνομήλικούς μου, δηλαδή νέους ανθρώπους ηλικίας 20-25 ετών: τη συμφοιτήτριά μου που ερωτεύθηκα, αλλά ντρεπόμουν να της το ομολογήσω, τους φίλους με τους οποίους βρισκόμασταν για καφέ κλπ. Με αυτό το τραγούδι, όμως, για πρώτη φορά «αγκάλιασα» με τους στίχους μου ανθρώπους που ανήκαν σε τελείως διαφορετικό «ηλικιακό κύκλο» από τον δικό μου, που θα μπορούσαν να είναι ακόμη και παππούδες μου! Με αυτό το τραγούδι συνειδητοποίησα ότι «αν θες να γράψεις τραγούδια, φρόντισε να είσαι όσο το δυνατόν πιο ανοιχτός στη θεματολογία σου».  


Οι ερμηνευτές απολαμβάνουν την αγάπη του κόσμου όταν ανεβαίνουν πάνω στη σκηνή. Για τους στιχουργούς, όμως, πως λαμβάνεται αυτή η αγάπη;

Για τους στιχουργούς αυτή η αγάπη λαμβάνεται με τον εξής τρόπο: Όταν κάποιος ακροατής ακούσει το τραγούδι και αισθανθεί ότι τα λόγια του «γράφτηκαν γι’ αυτόν», για «τις δικές του ιστορίες», για «τα δικά του βιώματα»! Άλλωστε, όποιος παρακολουθεί το προφίλ μου στο fb, ίσως να έχει διαπιστώσει ότι κάθε φορά που παρουσιάζω ένα καινούριο τραγούδι μου από εκεί το προλογίζω με τις φράσεις: «Τώρα, φίλοι μου, το τραγούδι ξεφεύγει από εμένα και γίνεται δικό σας, κτήμα σας, για να βρείτε σε αυτό κάτι απ’ τις δικές σας ιστορίες»!

Τι αποτελεί για σας πηγή έμπνευσης; Τι είναι αυτό που μπορεί να σας επηρεάσει και να σας παροτρύνει να πιάσετε μολύβι και χαρτί;

Η μόνη πηγή έμπνευσής μου είναι η καθημερινότητά μου, η ίδια μου η ζωή. Με ό,τι, φυσικά, περιλαμβάνει: πράγματα που έζησα, πράγματα που είδα κι άκουσα, σκέψεις που πέρασαν απ’ το μυαλό μου, ένα βιβλίο που διάβασα, μια ταινία ή μια θεατρική παράσταση που είδα... Άλλωστε η κάθε μέρα που ζούμε είναι τόσο πλούσια, σαν μια «μικρή αιωνιότητα»! Γι’ αυτό και όσο πιο ανοιχτοί είμαστε, τόσο περισσότερα θα πάρουμε! Κι ο ρόλος που επιτελεί στη ζωή μου το σκάρωμα στίχων και μελωδιών αυτός ακριβώς είναι: να εμβαθύνω με αυτόν τον τρόπο σε στιγμές και πτυχές της καθημερινότητας, για να ανασύρω από αυτές τη βαθύτερη ομορφιά και ουσία τους και, κατ’ επέκταση, για να συνειδητοποιώ ακόμη περισσότερο ότι εντέλει και το παραμικρό που ζούμε είναι «δώρο Θεού». 

Ο καλλιτεχνικός χώρος είναι, ομολογουμένως, ένας δύσκολος χώρος. Υπήρξαν φορές που λόγω κάποιων κακών συγκυριών ή δυσκολιών σκεφτήκατε να τα παρατήσετε;

Ω, η δική μου δουλειά, από την οποία βιοπορίζομαι, δεν έχει καμία, μα καμία απολύτως σχέση με μουσική. Στον καλλιτεχνικό χώρο υπάρχω – μέσω των τραγουδιών μου και του δισκογραφικού μου έργου και μόνο – από μεράκι, και με μοναδικό σκοπό να παίρνω δύναμη και αισιοδοξία μέσα από τη διαδικασία του τραγουδο – γραψίματος  αλλά και της ηχογράφησης / δισκογράφησης. Συνεπώς, τις «δύσκολες συγκυρίες», που ενδεχομένως θα συναντούσα αν είχα φιλοδοξίες να σταδιοδρομήσω επαγγελματικά από το τραγούδι και τους δίσκους, δεν τις έζησα κι έτσι... δε μπορώ να απαντήσω γι’ αυτές. Πάντως, οι φορές που «σκέφτηκα να τα παρατήσω» ερχόντουσαν σχεδόν την ίδια χρονική στιγμή: όταν οι ηχογραφήσεις του εκάστοτε δίσκου μου – από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο – βρίσκονταν στην τελική ευθεία τους! Σε εκείνο το χρονικό σημείο πάντα με επισκέπτεται η σκέψη: «αυτή θα είναι η τελευταία δισκογραφική μου δουλειά, δεν έχω τίποτα περισσότερο να πω με τα τραγούδια και τους δίσκους μου» και λέω στα παιδιά του στούντιο Artracks [επί 20 έτη «δεύτερο σπίτι μου»]: «αγαπημένοι μου συνεργάτες, κάπου εδώ θα χωρίσουν οι δρόμοι μας». Και πάντα δεν περνάει ούτε ένας μήνας και πάλι... ξανά η «αφεντιά» μου στο στούντιο Artracks με καινούρια τραγούδια που αδημονούν και λαχταρούν να δισκογραφηθούν και, φυσικά, για νέες «περιπέτειες ηχογραφήσεων και δισκογραφήσεων»! Και κάπως έτσι... ακόμη συνεχίζω και, όπως δείχνουν τα πράγματα, έχω σκοπό να συνεχίζω για πολύ ακόμη!  

Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά βήματά σας; Τι ετοιμάζετε αυτό το διάστημα;

Ήδη έχει ολοκληρωθεί η ηχογράφηση, αλλά και η τελική μίξη [εκτός από κάποιες «λεπτομέρειες»] για την καινούρια δισκογραφική μου δουλειά! Θα είναι ο 9ος δίσκος και θα έχει τίτλο «Δύο Κύκλοι Τραγουδιών (Τι είδες στο ταξίδι σου, φως μου; / Έλα, αγάπη μου, να γράψουμε τραγούδια)». Σύμφωνα με τα πλάνα, ο δίσκος αυτός θα εκδοθεί αποκλειστικά σε μορφή συλλεκτικού βινυλίου 300 αντιτύπων, όπου σε κάθε όψη βινυλίου θα υπάρχει κι ένας κύκλος τραγουδιών. Ευελπιστώ ότι – πρώτα ο Θεός – μέσα στο 2021 θα έχω στα χέρια μου τα αντίτυπα του εν λόγω δίσκου βινυλίου [για να τα προσφέρω κι αυτά σαν δώρο]. Για όσους θέλουν να πάρουν μια γεύση απ’ αυτόν τον επερχόμενο δίσκο, υπάρχουν δύο δείγματα στο YouTube, ένα από κάθε κύκλο τραγουδιών: Το τραγούδι «Της λίμνης τα φεγγάρια» απ’ τον κύκλο «Έλα, αγάπη μου, να γράψουμε τραγούδια», το οποίο το παρουσιάζω με το βιντεοκλίπ του, και το τραγούδι «Το κερί» απ’ τον κύκλο «Τι είδες στο ταξίδι σου, φως μου;». Επιπλέον, έχουν ήδη μαζευτεί πολλά ακόμη τραγούδια στο συρτάρι, τα οποία άρχισαν κι αυτά να αδημονούν, και μάλιστα έντονα, για να πάρουν το δρόμο τους για δισκογράφηση. Θα δούμε...


Φτάνοντας προς το τέλος θα ήθελα να σας ρωτήσω γενικότερα πως αντιμετωπίζετε εσείς προσωπικά μια τέχνη που φιμώνεται από τις συγκυρίες και αν αυτό μπορεί να γίνει λόγος που θα σας κάνει να τα παρατήσετε;

Νομίζω ότι η τέχνη, ή καλύτερα η δημιουργία τέχνης, δεν μπορεί να φιμωθεί, ακόμη και κάτω απ’ τις πιο δύσκολες συνθήκες. Κι αυτό επειδή από τη φύση της πηγάζει απ’ την ψυχή του ανθρώπου κι από την ανάγκη του να λυτρωθεί μέσω αυτής. Η τέχνη, ή καλύτερα η δημιουργία τέχνης, είναι πάντα ένας χείμαρρος, ο οποίος, όσα φράγματα κι αν χτίσουν στο διάβα του, θα βρίσκει τον τρόπο να ρέει, ακόμη κι αν απ’ το νεράκι του εντέλει θα ξεδιψάσουν ελάχιστοι! Κι επειδή – ακόμη και μετά από τόσα χρόνια, αλλά και τόσα τραγούδια και τόσους δίσκους – ο δικός μου ο «χείμαρρος», σε ό,τι αφορά την προσωπική μου τραγουδοποιία – δισκογραφία, εξακολουθεί να ρέει, και μάλιστα πιο ορμητικός από κάθε άλλη φορά, δεν έχω σκοπό να τα παρατήσω, τουλάχιστον όχι σύντομα. Όταν νιώσω ότι αυτός ο «χείμαρρος» στέρεψε, όταν θα πω και πραγματικά θα το εννοώ «αυτά είναι τα τελευταία μου τραγούδια, ό,τι ήταν να πω με το δισκογραφικό έργο μου το είπα», τότε, φυσικά, θα τα παρατήσω.

Σας ευχαριστούμε θερμά και σας ευχόμαστε να πορεύεστε με υγεία και επιτυχία, τόσο επαγγελματική όσο και προσωπική!

Κι εγώ σας ευχαριστώ μέσα απ’ την καρδιά μου για το βήμα που μου δώσατε να μιλήσω «για τα δικά μου»! Το 2021 να σας φέρει υγεία, ευτυχία και πολλές όμορφες στιγμές.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:

Ο Κώστας Άγας γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Κι επειδή στο σπίτι που μεγάλωσε υπήρχαν παντού μουσικά όργανα [πιάνο, το οποίο έπαιζε η μητέρα του, μαντολίνο και μπουζούκι που έπαιζε ο πατέρας του], από πολύ μικρή ηλικία άρχισε να ενδιαφέρεται για την εκμάθηση μουσικού οργάνου. Τελικά, ως μαθητής Γυμνασίου, κατέληξε στο μπουζούκι, στην εκμάθηση του οποίου είναι αυτοδίδακτος. Άλλωστε, έχει πολύ καλό «μουσικό αυτί» και μπορεί να παίξει στο μπουζούκι οποιαδήποτε μελωδία ακούσει! Τα μουσικά του ακούσματα είναι κυρίως παλιά ρεμπέτικα, λαϊκά και έντεχνα των μεγάλων μας συνθετών, τα οποία αγαπά πολύ να παίζει στο μπουζούκι, αλλά και όλο το φάσμα της ροκ μουσικής, που είναι η άλλη μεγάλη του αγάπη [από το παλαιό ροκ και μπλουζ/ροκ των 60ς και 70ς μέχρι χέβι μέταλ των 80ς]! Και φυσικά λατρεύει τους «τραγουδοποιούς», αυτούς δηλαδή που τα κάνουν όλα μόνοι τους, και στίχους και μουσική και ερμηνεία: Και Έλληνες τραγουδοποιούς [Λοϊζο, πρώτο και καλύτερο, Σαββόπουλο, Θανάση Παπακωνσταντίνου κλπ] και ξένους τραγουδοποιούς [απόCat Stevens μέχρι τον πολύ αγαπημένο σύγχρονο Βρετανό τραγουδοποιό Richard Hawley]!
Τα πρώτα του τραγούδια άρχισε να τα γράφει στα φοιτητικά χρόνια του στη Θεσσαλονίκη γύρω στο 1991, έχοντας ως «ήρωες» των τραγουδιών συμφοιτητές και συμφοιτήτριές του! Αυτά τα «πρωτόλεια» τραγούδια τα έγραφα σε κασέτες, που ηχογραφούσε στο φοιητητικό του δωμάτιο με τη φωνή του και το μπουζούκι του, τις οποίες στη συνέχεια μοίραζε σε φίλους και γνωστούς! Την περίοδο 1996 – 1998 υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του κάνοντας ατέλειωτες ώρες σκοπιάς [ιδίως «γερμανικά νούμερα»]! Και για να περνάνε ανώδυνα αυτές οι ατέλειωτες ώρες του «σκοπάνθρωπου», στριφογυρνούσαν συνεχώς στο μυαλό του κατά την ώρα της σκοπιάς ιδέες για μελωδίες, στίχους, θέματα τραγουδιών κλπ! Έτσι, όταν απολύθηκε απ’ το στρατό, εκτός από την αγωνία για επαγγελματική αποκατάσταση – η δουλειά του, απ’ την οποία βιοπορίζεται, δεν έχει καμία σχέση με μουσική – τον έπιασε άλλη μια «αγωνία» : Έπρεπε οπωσδήποτε να ηχογραφήσει το υλικό του – τα τραγούδια που «μαζεύτηκαν» τόσα χρόνια – σε δίσκο, έπρεπε οπωσδήποτε να βγάλει την προσωπική του δισκογραφική δουλειά! Και τελικά... ούτε που κατάλαβε ότι, ασκώντας τη δύσκολη και πολύ υπεύθυνη δουλειά απ’ την οποία βιοπορίζεται, έφτασε, εντέλει, σε σημείο να ηχογραφήσει επτά (7) δισκογραφικές δουλειές! Αυτές, δε, τις δισκογραφικές δουλειές, σε δικούς του στίχους, μουσική και ενορχήστρωση, τις έβγαλε ο ίδιος, με δική του παραγωγή και δικά του έξοδα, και στη συνέχεια δεν τις προώθησε στο εμπόριο! Τις διακίνησε ο ίδιος, είτε ταχυδρομικώς είτε χέρι με χέρι, προσφέροντάς τες κυρίως ως δώρο, απρόβλεπτο και ανέλπιστο, όχι μόνο σε συγγενείς και φίλους, αλλά και σε αγνώστους.