Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Τα δεκαέξι γράμματα" του Μένιου Σακελλαρόπουλου | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς


Συγγραφέας: Μένιος Σακελλαρόπουλος
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 408
Εκδόσεις: Ψυχογιός

Οι άνθρωποι γινόμαστε σκληροί και αγνώμονες απέναντι των άλλων και κυρίως απέναντι στους γονείς μας. Όπως ακριβώς ο Άρης Φαρμάκης που είχε ροπή σε κάθε είδους μπλεξίματα και δεν άκουγε καθόλου τις συμβουλές και τις διδαχές  του πατέρα του, Αργύρη.

Μια αληθινή ιστορία με τη βαρύτητα της ζωής και του θανάτου των δύο αυτών μαζί, μια και το όριο ανάμεσά  τους είναι τόσο ισχνό, σχεδόν αδιόρατο .

Το βιβλίο αυτό είναι η αποκάλυψη των πιο σκοτεινών πτυχών μέσα στα τρίσβαθα της ψυχής. Είναι η άβυσσος που αν χαθείς μέσα της δεν επιστρέφεις ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν πριν. Η σάρκα είναι αναλώσιμη αλλά η σκέψη όχι.

Ο Αργύρης Φαρμάκης, συνταξιούχος πυροσβέστης, γνώρισε την απόλυτη ευτυχία στο πρόσωπο της γυναίκας του Ασπασίας. Όταν την ευτυχία τους συμπλήρωσε ο ερχομός του γιού του Άρη, η ζωή τους δεν μπορούσε να γίνει πιο παραμυθένια. Δυστυχώς, η ευτυχία τους δεν ήταν γραφτό να κρατήσει πολύ. Πάνω στον χρόνο του παιδιού τους, η αρρώστια της Ασπασίας χτύπησε σαν κεραυνός το σπιτικό τους. Και όταν εκείνη έφυγε για το ταξίδι δίχως γυρισμό, ο Αργύρης έμεινε μόνος. Προσπάθησε να σταθεί μάνα και πατέρας μαζί για τον μικρό Άρη, του έδωσε τα πάντα, θυσίασε τις όποιες δικές του ανάγκες για να τον μεγαλώσει.

Όμως η αγάπη της μάνας είναι αναντικατάστατη για ένα παιδί. Η απουσία της από τη ζωή του δημιούργησε ένα απύθμενο κενό στον εσωτερικό του κόσμο. Ο Άρης Φαρμάκης έγινε ένας εκρηκτικός νέος, άκρως αντιδραστικός και αυτοκαταστροφικός καθώς η έλξη που του ασκούσαν τα μπλεξίματα ήταν μεγάλη. Η επιθετικότητα και ο άκρατος εγωισμός του οδήγησαν τη σχέση με τον πατέρα του σε αδιέξοδο. Τους δύο άντρες χώριζε πλέον μια άβυσσος και η αποξένωσή τους φάνταζε μονόδρομος.

Ο Αργύρης,  στο τέλος έμεινε μόνος, καταλήγοντας σε γηροκομείο. Εκεί βρίσκεται αντιμέτωπος με το θεριό της μοναξιάς να τρώει αργά αργά την ψυχή του. Κυκλωμένος από τις αναμνήσεις του γράφει στον γιο του ,δεκαέξι σπαρακτικά γράμματα. Γι' αυτόν τα γράμματα αυτά είναι όλη η περιουσία της ψυχής του, το απαύγασμα της σκέψης του, όλα όσα περνούσαν από το μυαλό του.

Σ' αυτά τα δεκαέξι γράμματα, ο Αργύρης ξαναθυμάται γεγονότα από τη ζωή του με τον γιο του που τον σημάδεψαν ανεξίτηλα...

Σ' αυτά τα δεκαέξι γράμματα, υπάρχει επίσης η παραδοχή της ευθύνης που του αναλογεί για την πορεία που πήρε η σχέση τους...

Σ' αυτά τα δεκαέξι γράμματα τέλος φωτίζονται οι αξίες της ζωής αυτού του ανθρώπου και ο αναγνώστης δεν μπορεί πάρα να υποκλιθεί στην δύναμη της ψυχής του.

Θα φτάσουν άραγε στον προορισμό τους;

Ο Αργύρης θα πεθάνει στο γηροκομείο μόνος και έρημος. Τώρα με τον θάνατο του πατέρα του ο Άρης θα καταλάβει πολλά.

Ο Άρης Φαρμάκης πήρε ένα μπουκάλι κρασί από μία κάβα στον δρόμο κι ένα ποτήρι και πήγε στην ακροθαλασσιά , εκεί όπου υπήρχαν μόνο γλαροπούλια κι αρμύκια. Κάθισε στην άκρη της παραλίας που δεν είχε κόσμο, για να πενθήσει ήσυχα τον πατέρα του, να του μιλήσει, να του πει πόσο τον αγαπάει και πόσο του λείπει , πόσα λάθη έκανε πριν τον αποχαιρετήσει, πόσο μικρός υπήρξε μπροστά του, πόσο δειλός, πόσο άψυχος, πόσο εγωιστής, πόσο άδειος μέσα του. Να του πει πόσο αγαπάει το σπίτι τους, την αυλή, την ταράτσα, τα κεραμίδια και το πλυσταριό, το ντιβάνι, την κουρτίνα με τα τρία άλφα, εκείνες τις κασέτες των 8-track, το μαγνητάκι του Αγίου Χριστοφόρου, το κράνος ,τη στολή, τις αρβύλες του. Είχε στην τσέπη του και εκείνο το τελευταίο γράμμα, που του έσφιξε την καρδιά περισσότερο από κάθε άλλο. Το ξεδίπλωσε και το ξαναδιάβασε προσεκτικά, ήταν ανακούφιση τα δάκρυά του, ήταν ένα μικρό φτερούγισμα προς τον πλάστη του, ένα μικρό άγγιγμα σ΄ αυτόν που εξακολουθούσε να τον διδάσκει από μακριά, να του φωτίζει δρόμους που δεν είδε ποτέ. Κι ήταν χάδι στην ψυχή του ο γαλήνιος ήχος της θάλασσας που έπαιζε με τα χαλίκια, τα έπαιρνε κοντά της και τα ξαναγύριζε πίσω, ακουμπώντας τα ήρεμα στη θέση τους. Θυμήθηκε όλα του τα λάθη του, ένα προς ένα. Ξάνοιγε σιγά σιγά η μαυρίλα, άρχισαν να αχνοφαίνονται λίγα χρώματα στον ουρανό, όπως στα εσώψυχά του.Τον αγαλλίασε αυτό το κοκκινωπό φόντο, ένιωσε μια ζεστασιά. Πάλι είχε ξεκάθαρη εικόνα μέσα του, όλα πια ήταν τόσο ξεκάθαρα , τόσο στρογγυλά, βαλμένα στη σειρά,  όπως τη διάλεξε εκείνος, ο πατέρας του.

«Συγχώρεσέ με, μπαμπά, σε πίκρανα… Δεν ήμουν αυτό που θα ήθελες, συγγνώμη..  Καλό ταξίδι, μπαμπά… Να ανταμώσεις την μαμά,  θα σε περιμένει…»

 Βούρκωσε, γεμάτος θλίψη και ενοχές, γι’ αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο, τον Αργύρη Φαρμάκη, με τη μαλακή ψυχή από χρυσάφι, γεμάτος καλοσύνη, ταπεινότητα και γλυκύτητα. Ένιωθε ότι ήταν μέσα σε μια κόλαση, γιατί ήξερε ότι κόλαση υπάρχει μονάχα για τους ζωντανούς. Ήθελε να τιμωρήσει τον εαυτό του για τη σκληράδα του, την ασυνέπειά του, την πεποίθησή του ότι ήταν άτρωτος…

Άλλοι άνθρωποι θα λυτρώθηκαν με το φευγιό τους, σε άλλους θα μαύρισε η ζωή με τον θάνατο των δικών τους. Όπως και του Άρη η ψυχή ήταν μαύρη.

Μια αληθινή ιστορία για τη σχέση πατέρα και γιού, που τους χωρίζει άβυσσος και τους ενώνει όμως μια συγκλονιστική εξέλιξη, μέσα από δεκαέξι σπαρακτικά γράμματα.

Διαβάστε το.

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί σαράντα συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 ως το 2017 ήταν στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα.