Μύθος αντί επιστήμης: Ένα δοκίμιο του Χρήστου Ντικμπασάνη


ΜΥΘΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ 

Τα συστήματα εξήγησης, είτε είναι μυθικά, μαγικά, είτε θρησκευτικά, αγκαλιάζουν τα πάντα. Εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς. Απαντούν σε όλες τις ερωτήσεις. Λογοδοτούν για την καταγωγή, το παρόν, ακόμη και για το μέλλον του σύμπαντος. Είναι εύκολη η άρνηση του τύπου εξήγησης, που προσφέρουν οι μύθοι ή η μαγεία. Δεν είναι δυνατόν όμως να αμφισβητηθεί η ενότητα και η συνοχή τους, γιατί, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, απαντούν σε κάθε ερώτηση και λύνουν κάθε δυσκολία με ένα απλό και μοναδικό a priori επιχείρημα. Στην προσπάθειά τους να εκπληρώσουν τη λειτουργία τους και να ανακαλύψουν μία τάξη μέσα στο χάος του κόσμου, οι μύθοι και οι επιστημονικές θεωρίες ενεργούν σύμφωνα με την ίδια αρχή. Και στις δύο περιπτώσεις επιδιώκεται να εξηγηθεί ο ορατός κόσμος από αόρατες δυνάμεις, να συναρθρωθεί αυτό που δέχεται την παρατήρηση με αυτό που υπάρχει στην ανθρώπινη φαντασία. Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ο κεραυνός ως έκφραση της οργής του Δία, ή ως ηλεκτροστατικό φαινόμενο. Είναι δυνατόν να ειδωθεί μια αρρώστια ως αποτέλεσμα κάποιας κατάρας ή μιας μικροβιακής μόλυνσης. Σε κάθε περίπτωση όμως, το εξηγούμενο φαινόμενο θεωρείται ως το ορατό αποτέλεσμα μιας κρυμμένης αιτίας, η οποία συνδέεται με το σύνολο των αόρατων δυνάμεων, που υποτίθεται ότι κυβερνούν τον κόσμο. Στη μυθική ή επιστημονική αναπαράσταση του κόσμου, που κατασκευάζει ο άνθρωπος, συμβάλλει πάντοτε καθοριστικά η φαντασία του. Γιατί, αντίθετα με ό,τι συνήθως πιστεύεται, η επιστημονική διαδικασία δε συνίσταται απλώς στην παρατήρηση και τη συσσώρευση πειραματικών δεδομένων, ώστε να παραχθεί μια θεωρία. Μπορούμε να εξετάζουμε ένα αντικείμενο για πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να καταλήξουμε στην παραμικρή αξιόλογη επιστημονική παρατήρηση. Με σκοπό να αποκομίσουμε μια παρατήρηση κάποιας αξίας, πρέπει να έχουμε ευθύς εξαρχής μια ορισμένη ιδέα εκείνου, που υπάρχει για να παρατηρηθεί. Πρέπει να έχουμε αποφασίσει τι είναι δυνατό. Η επιστήμη εξελίσσεται, επειδή ξαφνικά αποκαλύπτεται μια άγνωστη πτυχή των πραγμάτων, γεγονός που δεν οφείλεται πάντοτε στην εμφάνιση κάποιας καινούργιας εργαλειακής λογικής, αλλά σ’ένα νέο τρόπο εξέτασης των αντικειμένων, της θεώρησής τους, δηλαδή υπό νέα γωνία. Αυτή η ματιά οδηγείται αναγκαστικά από μια ορισμένη ιδέα γι’αυτό που μπορεί όντως να είναι η «πραγματικότητα». Εμπλέκει πάντοτε μία ορισμένη αντίληψη για το άγνωστο, τη ζώνη δηλαδή που βρίσκεται πέρα από αυτό που η λογική και η εμπειρία μας επιτρέπουν να πιστεύουμε. Σύμφωνα με τους όρους του Πήτερ Μενταβάρ, η επιστημονική έρευνα αρχίζει πάντα με την ανακάλυψη ενός πιθανού κόσμου ή ενός κομματιού του. Με τον ίδιο τρόπο αρχίζει και η μυθική σκέψη, σταματά όμως εδώ. Αφού κατασκευάσει αυτό που θεωρεί, όχι μόνο ως τον καλύτερο κόσμο, αλλά και ως το μόνο πιθανό, προσαρμόζει χωρίς κόπο την πραγματικότητα στο πλαίσιο που δημιούργησε. Κάθε γεγονός, κάθε συμβάν ερμηνεύεται σαν ένα σημάδι εκπεμπόμενο από τις δυνάμεις που κυβερνούν τον κόσμο και το οποίο αποδεικνύει την ύπαρξή τους και την σπουδαιότητά τους. Αντίθετα, για την επιστημονική σκέψη, η φαντασία δεν είναι παρά ένα στοιχείο του παιχνιδιού. Σε κάθε σταθμό οφείλει να εκτεθεί στην κριτική και στο πείραμα, ώστε να περιορίσει τη μερίδα του ονείρου στην εικόνα του κόσμου που επεξεργάζεται. Για την επιστήμη υπάρχουν πολλοί πιθανοί ή δυνατοί κόσμοι, αλλά ο μόνος ενδιαφέρων είναι ο υπάρχων και ο οποίος έχει δώσει από καιρό τις αποδείξεις του. Η επιστημονική διαδικασία αντιπαραθέτει συνεχώς αυτό που θα μπορούσε να είναι με αυτό που είναι. Αυτό είναι το μέσον για να κατασκευαστεί μια αναπαράσταση του κόσμου, όσο το δυνατόν πιστότερη σ’αυτό που ονομάζουμε «η πραγματικότητα».

Πράγματι, η επιστημονική διαδικασία αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια για να ελευθερωθεί η έρευνα και η γνώση από κάθε συγκίνηση. Ο επιστήμονας επιχειρεί να εξαιρεθεί από τον κόσμο, που προσπαθεί να καταλάβει. Προσπαθεί να μπει στην άκρη, να πάρει τη θέση ενός θεατή, ο οποίος δεν αποτελεί μέρος του κόσμου που μελετά. Με το συγκεκριμένο στρατήγημα, ο επιστήμονας ελπίζει, ότι θα αναλύσει αυτό που θεωρεί «πραγματικό κόσμο γύρω του». Έτσι αυτός ο λεγόμενος «αντικειμενικός κόσμος» καταλήγει να μην έχει πνεύμα και ψυχή, χαρά και λύπη, επιθυμία και ελπίδα. Ο εν λόγω αντικειμενικός κόσμος διαχωρίζεται απολύτως από τον οικείο στην καθημερινή μας εμπειρία κόσμο. Αυτή η συμπεριφορά αποτελεί τη βάση όλου του δικτύου γνώσης, που αναπτύχθηκε στη δυτική επιστήμη, από την Αναγέννηση και μετά. Μόνο με τον ερχομό της μικροφυσικής εξαφανίστηκαν τα σύνορα μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου. Ο αντικειμενικός κόσμος δεν είναι πια τόσο αντικειμενικός, όπως έμοιαζε άλλοτε.

Αντίθετα η ανάγκη μύθων, συμπεριλαμβανομένων και των κοσμογονικών, φαίνεται πως είναι κοινό χαρακτηριστικό κάθε πολιτισμού και κάθε κοινωνίας. Φαίνεται ότι οι μύθοι συμβάλλουν στη συνοχή της ανθρώπινης ομάδας, δένοντας τα μέλη της με την πίστη σε μία κοινή καταγωγή. Πιθανότατα αυτή ακριβώς η πίστη επιτρέπει στην ομάδα αν διακρίνεται από τις άλλες και να ορίζει τη δική της ταυτότητα. Αν και η ανθρώπινη εξέλιξη αναφέρεται συχνά με τρόπο, που αντιπαραθέτει πληθυσμούς πολιτισμένων και υποπολιτισμικών, όμως η ομοιότητα της ανθρωπότητας, από την άποψη του είδους, εμποδίζει τη θεωρία της εξέλιξης να παίζει έναν τέτοιο ρόλο – εκτός ίσως αν οι άνθρωποι θελήσουν κάποια μέρα να διαφοροποιηθούν από τους κατοίκους κάποιου άλλου πλανήτη. Επιπλέον, ένας μύθος περιέχει κάποιου είδους γενική εξήγηση, που δίνει στη ζωή μια σημασία και ηθικές αξίες. Τίποτα δε δείχνει, ότι η θεωρία της εξέλιξης θα μπορούσε να παίξει έναν τέτοιο ρόλο, παρά τις πολλές απόπειρες που έχουν γίνει.


Φωτογραφία εξωφύλλου: Michael Longmire