Το βλέμμα της ελευθερίας: Ένα ποίημα του Χρήστου Ντικμπασάνη


Το χέρι μου τρέμει καθώς γράφω
για εσένα, Ελευθερία,
σε ώρες αβέβαιες πληγωμένου Δεκέμβρη
Σύννεφα σκοτεινά κατεβαίνουν επίβουλα
Δονούν οι άνεμοι τις στέγες των σπιτιών,
τρομάζοντας τα πουλιά που πέφτουν στο χώμα
Η μορφή μου διαθλάται στη γυαλιστερή επιφάνεια των δρόμων
Τα πουλιά ραμφίζουν μηχανικά τη γαλακτώδη σκιά μου
Απομυζούν τα τριχοειδή αγγεία
της υποδουλωμένης πολιτείας μου
Με πυρετό τριγυρίζω στους δρόμους
Μαζεύω τα σκορπισμένα οστά των προγόνων μου
Χιλιάδες φωνές τρυπούν το μυαλό μου
Δεν αρνιέμαι, δε λησμονώ το χέρι σου, Ελευθερία,
που με χάιδευε καθώς η καρδιά μου
χτυπούσε σαν τρελή
μπροστά στη ματωμένη Αγία Τράπεζά σου
Σε λατρεύω
συνθέτοντας τις άπειρες νότες
της φλεγόμενης μορφής σου
Δε μπορώ να ξεχάσω δε μπορώ
το βλέμμα σου που με βοηθά να ζήσω


Φωτογραφία: Tamara Menzi