Έμμυ Μπαξοπούλου: "Υπήρξα και ακόμη είμαι, πρωτίστως, αναγνώστρια της ποίησης"



Τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για την ποίηση και μας το αποδεικνύει εμπράκτως με τα ποιήματά της, αποτυπώματα, ομολογουμένως, του βαθύτερου εσωτερικού της κόσμου. Πρόσφατα κυκλοφόρησε τη δεύτερή της ποιητική συλλογή εμπνευσμένη, κυρίως, από αυτήν την αρκετά πρωτόγνωρη, αλλά και δύσκολη, θα λέγαμε, κατάσταση του εγκλεισμού που βιώσαμε και συνεχίζουμε να βιώνουμε υπό το φόβο της διαιώνισης του φαινομένου της πανδημίας. Μιλάμε για την ποιήτρια Έμμυ Μπαξοπούλου που σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στις Τέχνες.
Ας την γνωρίσουμε καλύτερα στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Για ποιο λόγο αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την ποίηση; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που καθόρισε την συγγραφική σας πορεία;

Από πολύ μικρή, είχα ακούσματα από τη μητέρα μου που όντας λάτρης της ρομαντικής ποίησης, αρεσκόταν να εκφράζει το συναίσθημα της σε κάθε ευκαιρία, απαγγέλλοντας. Μπαίνοντας στην εφηβεία, οι εξερευνήσεις μου στην οικογενειακή βιβλιοθήκη, με οδήγησαν ν' ανακαλύψω ανάμεσα σε άλλα,  ποιητικές συλλογές και ανθολογίες. Ξεκινώντας μ’ αυτές, η ενασχόληση μου με τη γραφή, αποτέλεσε κομμάτι του εφηβικού μου κόσμου και  στην πορεία, κομμάτι ενός δικού μου κόσμου που με ώθησε σε μια σταθερή σχέση ζωής θα έλεγα με την ποίηση. Υπήρξα και ακόμη είμαι, πρωτίστως, αναγνώστρια της ποίησης. Αντλώ μεγάλη παρηγοριά. Και για πολλούς λόγους και συγκυρίες, μετά τα σαρανταπέντε, αν και  ερασιτέχνης, ένοιωσα πιο ελεύθερη να κάνω το βήμα της επικοινωνίας των δικών μου γραφτών.

Υπάρχουν κάποιοι ποιητές που αποτέλεσαν πρότυπο για εσάς μέχρι τώρα κι αν ναι μπορεί ο αναγνώστης να εντοπίσει στοιχεία τους στα δικά σας ποιήματα;

Όπως σας έλεγα, στις εφηβικές μου αναζητήσεις ο πρώτος ποιητής που κυριολεκτικά με συγκλόνισε, με μάγεψε, ήταν ο Σεφέρης. Πέρα απ’ αυτό, νομίζω ότι κάθε ποιήτρια και  ποιητής που «γνωρίζουμε»,  αφήνει μέσα  μας τα χνάρια του. Παρθενογένεση δεν υπάρχει ούτε στην τέχνη. Περισσότερο ή λιγότερο φιλτραρισμένες, οι επιρροές υπάρχουν, καμιά φορά τις αντιλαμβάνομαι πολλές άλλες όχι. Ίσως είναι πιο καθαρές στον αναγνώστη, γιατί εγώ δε μπορώ να πάρω απόσταση απ’ τα γραφτά μου. 

Θεωρείτε πως στην Ελλάδα της σημερινής εποχής υπάρχει αναγνωστικό κοινό που να στηρίζει τις προσπάθειες των υπηρετών της ποίησης;

Δεν έχω μια ολοκληρωμένη εικόνα της εκδοτικής σοδειάς στο χώρο της ποίησης. Γνωρίζω πως πλέον των 60.000 τίτλων λογοτεχνικών έργων, εκδίδονται κάθε χρόνο. Αυτή είναι μια μεγάλη παραγωγή που αν και διαθέσιμη, πρέπει να βρίσκονται οι δρόμοι για να είναι προσβάσιμη στους αναγνώστες. Πέραν αυτού που είναι τεράστιο θέμα, πιστεύω πάρα πολύ στην διάδραση, αυτό που στη φυσική μαθαίνουμε σαν δράση και αντίδραση ανάμεσα στις δυνάμεις που ασκούνται σ τα σώματα. Με άλλα λόγια θα μπορούσαμε να αντιστρέψουμε  το ερώτημα: Κατά πόσο οι προσπάθειες των ποιητών υπηρετούν το κοινωνικό γίγνεσθαι, τι και πόσο συνεισφέρουν στην υπόθεση της κοινωνικής συνειδητοποίησης και χειραφέτησης για την ανατροπή;

Παρόλες τις δυσκολίες πήρατε την απόφαση να προχωρήσετε στην έκδοση της δεύτερης ποιητικής σας συλλογής. Θεωρείτε πως είναι χρέος του κάθε ποιητή να μοιράζεται το έργο του όταν το ολοκληρώνει;

Μπορώ να μιλήσω μόνο για τη δική μου εμπειρία. Υπάρχουν περίοδοι πολύ παραγωγικές και άλλες λιγότερο ή καθόλου. Γράφω σε χαρτάκια, σε ανύποπτες στιγμές, αυτό που μου φανερώνεται, ασύνδετα κι αποσπασματικά. Άλλες φορές επεξεργάζομαι μια αρχική ιδέα. Γράφω με διαφορετικούς τρόπους. Η σύνθεση και παρουσίαση αυτού του υλικού είναι μια ξεχωριστή διαδικασία που για μένα έχει μια προσθετική αξία, γιατί στόχος της είναι η διάρθρωση ενός κατά το δυνατόν ολοκληρωμένου νοηματικά και αισθητικά, αυτοτελούς ποιητικού λόγου. Και απλά έρχεται μια στιγμή που νιώθω πιο έτοιμη να το μοιραστώ.

Μέχρι τώρα οι συλλογές μου έχουν μια κλασική διάρθρωση. Κάθε ενότητα είναι μια θεματική, θα έλεγα ποιητική αφήγηση. Κι αυτό έχει να κάνει με το πώς εγώ διαπαιδαγωγήθηκα σαν αναγνώστρια.

Από πού αντλείτε έμπνευση συνήθως για να γράψετε ένα ποίημα;

Από οτιδήποτε νομίζω, αν και δεν μου είναι φανερή η πηγή τις περισσότερες φορές.

Ας μιλήσουμε τώρα για τη δεύτερή σας ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε πρόσφατα και έχει τον τίτλο «Ό,τι απομένει δαίμονες και άγγελοι».  Πείτε μας δυο λόγια γι’ αυτήν.

Νομίζω πως είμαι η λιγότερο κατάλληλη να μιλήσω  για αυτήν. Μπορώ να σας πω όμως, ότι είναι γέννημα αυτής της πρωτόγνωρης καθημερινότητας που ζήσαμε και ζούμε, της κοινωνικής αποστασιοποίησης, του φόβου, της εμποδισμένης σε όλα τα επίπεδα έκφρασης του πηγαίου, του όμορφου και  του δοτικού της ζωής. Σ' αυτή την δυστοπική πραγματικότητα εγώ ένιωσα ότι καλούμαι να νοηματοδοτήσω  απ’ την αρχή τη ζωή μου.

Θα εντοπίσουμε στα ποιήματά σας προσωπικά στοιχεία της γράφουσας;

Μα δε γίνεται αλλιώς. Υπάρχουν και ολόκληρα ποιήματα μου, που καταλαβαίνω ότι είναι πιο κλειστά, πιο ερμητικά στο να «ξεκλειδωθούν», ακριβώς γιατί ιχνηλατούν πολύ προσωπικά στοιχεία.

Είναι το δεύτερο βιβλίο που κυκλοφορείτε από τις εκδόσεις «Φίλντισι». Είστε ευχαριστημένη από το εκδοτικό σας σπίτι;

Νιώθω πολύ τυχερή. Η γνωριμία και συνεργασία μου με την ψυχή των εκδόσεων Φίλντισι, την κ. Σίσση Καπλάνη, στάθηκε μια εξαιρετικά υποστηρικτική δύναμη  για μένα. Με τον επαγγελματισμό και τη συνέπεια που τη διακρίνουν. Την ευχαριστώ θερμά για τη ματιά της και για την ευκαιρία που μου έδωσε.

Απόλαυσα μεγάλο σεβασμό και ελευθερία, σε κάθε επιλογή που είχε να κάνει με το στήσιμο της έκδοσης. Και νομίζω, εξ αιτίας αυτών των χαρακτηριστικών στην συνεργασία μας, ότι πετύχαμε ένα αισθητικά θελκτικό  αποτέλεσμα.

Παρόλο που και τα δύο βιβλία σας αποτελούν πνευματικά σας παιδιά, παίρνω το θάρρος να σας ρωτήσω αν τρέφετε ιδιαίτερη αδυναμία στο πρώτο ή το δεύτερο και γιατί.

Δε ξέρω αν μεσολαβήσει περισσότερος χρόνος, πως θα τοποθετούμαι απέναντι στα γραφτά μου. Προς το παρόν (σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η κάθε γραφή), συνεχίζουν να μου επιστρέφουν την συγκίνηση που τα δημιούργησε.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο ποιητή που επιθυμεί να κάνει τα πρώτα του βήματα στον χώρο της λογοτεχνίας; Αξίζει η προσπάθεια;

Δεν νομίζω ότι κατέχω κάποια βεβαιότητα που να μπορεί να τεκμηριώσει μια συμβουλευτική προσέγγιση στο θέμα που θίγετε. Η αξία της τέχνης είναι κατά τη γνώμη μου, ότι τρυφερεύει τον άνθρωπο και τον κάνει, θέλει δε θέλει, να νιώθει τον άλλο. Ο κόσμος του εμείς παύει να είναι ουτοπία, αλλά έστω στιγμιαία, γίνεται υπαρκτός, αληθινός κι αναγκαίος.

Δεδομένου των συνθηκών που υπάρχουν στις μέρες μας πώς σκοπεύετε να προωθήσετε το βιβλίο σας; Με κάποια διαδικτυακή παρουσίασή του ίσως ή προγραμματίζετε και εξ επαφής μιας και ανοίγουν πλέον οι χώροι εκδηλώσεων;

Ελπίζω να πάνε καλά τα πράγματα, να ομαλοποιηθεί η καθημερινότητα μας και να έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω δια ζώσης τη συλλογή μέσα στο καλοκαίρι. 

Εδώ θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για την ευκαιρία που μου δώσατε με αυτή τη συνέντευξη.

Και τώρα μια πιο γενική ερώτηση. Θεωρείτε πως ένας λογοτέχνης μπορεί να ζήσει αποκλειστικά από το έργο του στην Ελλάδα;

Από το λογοτεχνικό του έργο μόνον, το θεωρώ δύσκολο. Αν ασχολείται ευρύτερα με το χώρο πχ. Κριτική, μετάφραση, μελέτη κ.λ.π. της λογοτεχνίας, ίσως είναι πιθανότερο

Ετοιμάζετε αυτήν την περίοδο κάποιο νέο σας βιβλίο ή είναι πολύ νωρίς ακόμα για κάτι τέτοιο;

Συνεχίζω να νιώθω έντονα και αντιφατικά συναισθήματα αυτή την περίοδο. Το βίωμα αυτό τροφοδοτεί την ανάγκη μου να γράφω. Αν από αυτό προκύψει κάτι που θα αντέξει στο χρόνο και θα πάρει ένα εκδοτικό δρόμο, μένει να φανεί.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Εύχομαι ο χώρος της τέχνης και του πολιτισμού, όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι που επιχειρούν σ αυτό το κομμάτι, να πάψουν να είναι αόρατοι για την πολιτεία, να αμείβονται για τη δουλειά τους, να μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Γιατί, έγινε αυτή την πρωτοφανή περίοδο που ζήσαμε, φανερό σε όλους μας, ότι ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, είναι ζωτική ανάγκη για να είμαστε ζωντανοί, για να παραμένουμε ή να γινόμαστε    άνθρωποι.

Από πού μπορεί κανείς να προμηθευτεί το βιβλίο σας;

Φυσικά από τις εκδόσεις Φίλντισι, αλλά και από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο.

Κυρία Μπαξοπούλου, σας ευχαριστώ θερμά για την όμορφη συζήτηση που κάναμε και σας εύχομαι κάθε καλό στην προσωπική και συγγραφική σας πορεία.

Κι εγώ, και πάλι σας ευχαριστώ.

Βιογραφικό:

Η Έμμυ Μπαξοπούλου γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα.
Τα χρόνια της μοιράστηκαν ανάμεσα στον Βορρά και στον Νότο. Πέρασε την παιδική της ηλικία στην Αθήνα, τη νιότη της στη Θεσσαλονίκη, αυτό που λέμε μέση ηλικία στην Ερμούπολη της Σύρου, όπου ζει και δουλεύει μέχρι και σήμερα.
Το 2019 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή της «λειψό πλευρό» από τις εκδόσεις Φίλντισι.