Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Αληθινή ζωή" του Μπράντον Τέιλορ | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

 


Συγγραφέας: Μπράντον Τέιλορ 

Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 360
Εκδόσεις: Κάκτος

Ο Γουάλας και οι  φίλοι του: Μίλερ, Κόουλ, Βίνσεντ,  Έμμα, Λούκας και Ίνγκβε είχαν έρθει σε αυτή την πόλη με τη λίμνη, στα Μεσοδυτικά για μεταπτυχιακές σπουδές στη βιοχημεία. Η μικρή τους τάξη ήταν η πρώτη του είδους αυτού εδώ και αρκετό καιρό, και η πρώτη εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες που περιλάμβανε έναν μαύρο.

Ο Γουάλας ήταν ένας νεαρός από την Αλαμπάμπα, μαύρος και γκέι. Πριν λίγες εβδομάδες είχε πεθάνει ο πατέρας του Γουάλας.

Ο Λούκας  και ο Ίνγβε ήταν λίγο -πολύ ερωτευμένοι από το πρώτο έτος, αλλά ο Ίνγκβε ήταν στρέιτ. Ο Βίνσεντ ήταν το αγόρι του Κόουλ. Ο Μίλερ ήταν ερωτευμένος με τον Γουάλας…

Ο Γουάλας δεν έβγαινε συχνά μαζί με τους συμφοιτητές του, δεν πήγαινε στα αγαπημένα τους μπαρ, ούτε ήταν στην παρέα τους συχνά. Δεν πήγαινε μαζί τους επειδή ποτέ δεν ένιωθε ότι τον ήθελαν στ΄ αλήθεια. Αισθανόταν έντονα το αίσθημα της αποξένωσης από αυτούς τους ανθρώπους, που αποκαλούσε φίλους του. Ίσως η φιλία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ελεγχόμενη σκληρότητα. Ίσως αυτό κάνουν μόνο, καταστρέφουν ο ένας τον άλλον και περιμένουν για αντάλλαγμα καλοσύνη. Ή μήπως φταίει απλώς ο Γουάλας, που του λείπουν οι φίλοι, που του λείπει η κατανόηση του τρόπου που λειτουργεί η φιλία; Καλύτερα να φαντάζεσαι τους φίλους σου χαρούμενους, παρά να βλέπεις τη δυστυχία τους από κοντά. Η δυστυχία των άλλων, η επιμονή της δυστυχίας, είναι ίσως το μόνο που τους συνδέει. Μόνο η προοπτική μεγαλύτερης δυστυχίας τους κρατάει μέσα στον οριοθετημένο κόσμο του μεταπτυχιακού. Κατανοεί ο Γουάλας όμως τη σκληρότητα. Κατανοεί τη βία, έστω κι αν η φιλία του διαφεύγει. Ξέρει πώς οι άνθρωποι μπορούν να διαμελίσουν ο ένας τον άλλο.

Πάντα ο Γουάλας έμενε στο περιθώριο. Η δυστυχία του προέρχεται από τους άλλους.  Αλλά δεν ήταν ο μόνος που περνούσε δύσκολα. Δεν ήταν ο μόνος που ένιωθε ένα αίσθημα ανεπάρκειας. Υπάρχουν τόσο πολλά προβλήματα στον κόσμο. Υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν παντού, κάθε στιγμή. Ποιος είναι ευτυχισμένος, αληθινά ευτυχισμένος, ποτέ; Τι μπορεί να κάνει κάποιος μπροστά σε όλα αυτά; Μόνο να προσπαθεί να γλιστράει πλευρικά έξω από τα όρια της ζωής του, στον όποιο γκρίζο χώρο τον περιμένει…

Υπήρχαν πάντα καλοί λευκοί άνθρωποι που αγαπούσαν τον Γουάλας. Αλλά καμία ποσότητα αγάπης δεν θα φέρει ποτέ τον Μίλερ πιο κοντά του. Καμία ποσότητα επιθυμίας. Πάντα θα παραμένει ένας μικρός χώρος αναμεσά τους, ένας χώρος όπου άνθρωποι, όπως ο Ρομάν, θα ριζώνουν και θα του λένε άσχημα και απαίσια πράγματα. Είναι το μέρος στην καρδιά κάθε λευκού ατόμου, όπου ο ρατσισμός ζει και ανθίζει, όχι μια απέραντη πεδιάδα, αλλά μια μικρή ρωγμή.

Πάντα ο Γουάλας δούλευε πολύ στα εργαστήρια. Εκεί ο Γουάλας είχε συνεχείς προστριβές με την Ντάνα, η οποία κατέστρεψε μερικά πειράματα.  Είχε αρκετά κενά ο Γουάλας στις γνώσεις του γύρω από την αναπτυξιακή βιολογία και μια ανεπάρκεια τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης, τα οποία είχε κλείσει σταθερά τα τελευταία χρόνια μέσω της μελέτης και μαθημάτων.   

Ο Γουάλας από τη στιγμή που έφτασε στη Σχολή αποφάσισε να απαλλαγεί από την παλιά ζωή του σαν να ήταν φιδόδερμα. Αυτό είναι το πραγματικά υπέροχο, του να μένεις σε ένα μέρος με το οποίο δεν είσαι δεμένος. Δεν μπορείς να διεκδικήσεις αυτό που ήσουν προτού φτάσεις εκεί, και τα μόνα που ξέρουν όλοι για σένα είναι αυτά που τους λες εσύ. Στα Μεσοδυτικά ήταν δυνατό για εκείνον να γίνει μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού του, μια εκδοχή χωρίς οικογένεια και χωρίς παρελθόν, φτιαγμένη αποκλειστικά απ΄ ό,τι εκείνος πρόσφερε. Νιώθει όλη την ιστορία της ζωής του σκοτεινή, κρύα και απόμακρη, αλλά είναι μέσα του, έχει πήξει, σαν το αίμα που στεγνώνει. Η ψυχή του ήταν μια μαυρίλα, μια πληγή που είχε κακοφορμίσει. Ένας ψηλός και μαύρος, που το πρόσωπό του ήταν σαν το πρόσωπο του θανάτου, ένα κτήνος, τον είχε βιάσει στην Αλαμπάμπα, πολλές φορές, όταν ήταν εννέα χρονών μικρό παιδί. Εκείνες τις νύχτες ο Γουάλας έπαψε πια να είναι άσπιλος, έπαψε να είναι αγνός, ανέγγιχτος, είχε σπιλωθεί.  Όταν το αντιλήφθηκε η μάνα του  τον χαστούκισε και τον είπε πουστάρα και αδελφή. Όταν τα άφησε πίσω του όλα, όταν πήρε τα χρήματα για να πάει στη σχολή και να φύγει μακριά, τα σφράγισε όλα πίσω του, γιατί όταν πας σε ένα άλλο μέρος, δεν χρειάζεται να κουβαλάς το παρελθόν μαζί σου. Μπορείς να το παρατήσεις στη γη.

 Έρχεται μια στιγμή που πρέπει να αφήσεις το παρελθόν να μείνει εκεί που είναι, παγωμένο και ανυπόφορο. Πρέπει να το αφήσεις, αν σκοπεύεις να συνεχίσεις να κινείσαι, αν πρόκειται να επιβιώσεις, γιατί το παρελθόν δεν χρειάζεται μέλλον. Δεν έχει καμία χρησιμότητα γι΄ αυτό που θα συμβεί. Το παρελθόν είναι άπληστο, πάντα σε καταπίνει, πάντα παίρνει. Αν δεν το κρατήσεις πίσω σου. Εάν δεν φτιάξεις ένα φράγμα για να το συγκρατήσει. Θα εξαπλωθεί και θα σε  πάρει μαζί του και θα σε πνίξει.  Το παρελθόν δεν είναι ορίζοντας που σιγά-σιγά χάνεται.  Αντίθετα, προχωράει μια στιγμή κάθε φορά, βαδίζοντας σταθερά προς τα εμπρός μέχρι να διεκδικήσει τα πάντα και να γίνουν ξανά αυτό που ήταν κάποτε. Όταν  μας φτάνει το παρελθόν μας, γινόμαστε φαντάσματα. Δεν μπορείς  να ζήσεις όσο ζει το παρελθόν σου. Ή το ένα ή το άλλο…

Ένα βιβλίο για την φιλία, την ομοφυλοφιλική επιθυμία, το σεξουαλικό αντικείμενο, τον πόθο, τους γκέι,  τις επιθυμίες, τον φυλετικό ρατσισμό, τη ματαίωση, τη σκληρότητα  και την εχθρότητα των άλλων,  τις τραγωδίες των ανθρώπων,  τον εγωισμό, την ομορφιά, τη μοναξιά, την αποξένωση, την κατάθλιψη, τον πόνο, την βία, τον βιασμό, τις προσωπικές πληγές, τις βαριές σκιές της παιδικής ηλικίας, το παρελθόν, το μέλλον,  την ελευθερία, την ελπίδα, την οικειότητα ,τη συγχώρεση και  την ζωή.

Διαβάστε το.

Ο Μπράντον Τέιλορ γεννήθηκε το 1989 στην Αλαμπάμπα .Σπούδασε στο Auburn University του Μοντγκόμερι και ακολούθησε μεταπτυχιακό πρόγραμμα στη βιοχημεία , και αργότερα , το 2016 , άρχισε καριέρα στη δημιουργική γραφή ως υπότροφος του Lamda Litterary Foundation  του    Kimbilio Fiction  και του Tin House Summer Writers Workshop.