Κορνηλία Τσεβίκ-Μπαϊβερτιάν: "Ζει κανείς με το βιβλίο ξανά και ξανά όσο το αναγιγνώσκει"


Η κυρία Κορνηλία Τσεβίκ-Μπαϊβερτιάν είναι συγγραφέας και μεταφράστρια ενώ παράλληλα συνεργάζεται με πολυπολιτισμικά περιοδικά Ελλάδας και Τουρκίας, στα οποία δημοσιεύει τις βιωματικές μαρτυρίες των Πολιτών. Το τελευταίο της βιβλίο κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις «Τσουκάτου» και φέρει τον τίτλο «Τα σπίτια της γιαγιάς μου». Με ένα άκρως ενδιαφέρον και πλούσιο συγγραφικό έργο στις πλάτες της, εμείς δεν έχουμε παρά να νιώσουμε χαρά και τιμή που τη φιλοξενούμε σήμερα στις Τέχνες.
Ας δούμε τι έχει να μας πει...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Μπαϊβερτιάν, το πρώτο σας βιβλίο κυκλοφόρησε αρκετά χρόνια πριν και συγκεκριμένα το 1995. Ωστόσο, η ενασχόλησή σας με τη συγγραφή προϋπήρχε. Πέρα από την ακαδημαϊκή σας καριέρα, ασχοληθήκατε και με τη λογοτεχνική μετάφραση ελληνικών έργων στην τουρκική γλώσσα. Η ερώτησή μου είναι εύλογη, παρότι αναμενόμενη. Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε, ώστε να κάνετε αυτό το βήμα;

H λογοτεχνία είναι ο χώρος τον οποίο αγαπώ και μέσα στον οποίο βρίσκω τον εαυτό μου. Συνέβαλε οριστικά στο να επιλέξω τον τομέα των σπουδών μου. Αποφοίτησα από το Τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Πόλης και στην συνέχεια εκπόνησα διδακτορικό στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης με θέμα «Το Γλωσσικό Ζήτημα στην Κωνσταντινούπολη, Λόγος και Αντίλογος στην Εφημερίδα Ταχυδρόμος». Κατέχω την ελληνική και την τουρκική, με συνέπεια να δραστηριοποιηθώ και στον μεταφραστικό χώρο. Νομίζω πως όταν ένας άνθρωπος των γραμμάτων ζει στην Τουρκία και είναι γνώστης των δύο γλωσσών, είναι φυσικό να αναμιχθεί στον χώρο της μετάφρασης, είτε ερασιτεχνικά είτε επαγγελματικά.

Από την πρώτη σχολική μου ηλικία διαβάζω πολύ. Πάντα φιλοδοξούσα να συγγράφω κάποιο βιβλίο. Έναυσμα για το πρώτο βιβλίο μου, «Τα Άλματα», στάθηκε ο πρόωρος και ξαφνικός θάνατος του πατέρα μου. Καταπιάστηκα με τη συγγραφή του επηρεασμένη από την δοκιμασία του θανάτου του,. Ήταν ένας τρόπος εξωτερίκευσης των συναισθημάτων μου και εξιλέωσης των σχέσεών μου με τον πατέρα μου. Ενώ αγαπιόμασταν πολύ, κατά την εφηβική μου ηλικία, ήμουν η αντιδραστική κόρη κι αυτός ο αντιδραστικός πατέρας. Μέχρι ότου, στο πέρασμα του χρόνου να ισοπεδωθούν τα συναισθήματα αυτά.. μέχρι που έφυγε... Το πρωτόλειο αυτό βιβλίο είναι ‘αυτοβιογραφική μυθοπλασία’, γράφτηκε πολύ αυθόρμητα και θεώρησα ορθό να μην το πειράξω, να μην το επεξεργαστώ πολύ, για να μην χαλάσω και την συναισθηματική του συνοχή, αυτήν όπως μου βγήκε με την πρώτη. Είναι αλήθεια ότι δεν είχα και το κουράγιο να το κάνω. Ζει κανείς με το βιβλίο ξανά και ξανά όσο το αναγιγνώσκει. Τώρα όμως που το σκέπτομαι, θα μπορούσε να εκπονηθεί και ως λογοτεχνικό είδος, συνδυάζοντας ποίηση και πεζογραφία. Ίσως κάποια μέρα να το κάνω...

Δεδομένου ότι το ενδιαφέρον σας στρέφεται και προς την πεζογραφία, αλλά και προς την ποίηση, ποιο είναι το αγαπημένο σας λογοτεχνικό είδος και γιατί;

Αγαπώ και την πεζογραφία και την ποίηση. Περισσότερο, όμως, μ’ενδιαφέρει η πεζογραφία. Μ’αρέσει να ψάχνομαι και να βρίσκω μέσα στις αφηγήσεις άλλων στοχαστών τους προβληματισμούς της καθημερινότητας του δοκιμαζόμενου ανθρώπου με τα πολύ απλά αλλά και τα πολύ σύνθετα ζωτικά θέματα-ζητήματα. Η ποίηση όμως, με τον έντεχνο τρόπο συγγραφής της μεταφέρει πολύ συναισθηματισμό. Θέλει κουράγιο και αντοχή όταν γεννάς ποίηση...

Η περίοδος του εγκλεισμού παραδεχτήκατε πως σας ώθησε να συγγράψετε το τελευταίο σας βιβλίο, για το οποίο θα κάνουμε λόγο στη συνέχεια. Πέρα απ’ αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη που βιώσαμε όλοι οι άνθρωποι παγκοσμίως, σε γενικότερα πλαίσια, υπάρχει για εσάς κάποια συγκεκριμένη τελετουργία γραφής, δηλαδή συγκεκριμένος χώρος, χρόνος και συνθήκες για να δημιουργήσετε ελεύθερα ή μπορείτε οπουδήποτε και οποτεδήποτε να συγκεντρώσετε τη σκέψη σας και να γράψετε;

Μάλιστα. Υπάρχει αυτή η τελετουργία. Πρέπει να έχω τον κατάλληλο χρόνο αυτοσυγκέντρωσης και να είμαι απομονωμένη στον χώρο μου. Στο σπίτι μου θα έλεγα καλύτερα, το οποίο έχω διαμορφώσει σύμφωνα με τις ανάγκες και τα γούστα μου. Πρέπει να υπάρχει ησυχία και γαλήνη ώστε να αφοσιωθώ και να σκεφτώ το τι θα γράψω. Πουθενά αλλού δεν θα επιχειρήσω να γράψω. Γιατί το γνωρίζω ότι δεν θα τα καταφέρω. Όμως έξω από τον σπιτικό χώρο, κρατώ σημειώσεις, γράφω ιδέες, ή κάνω διορθώσεις. Η συγγραφή δε ενός μυθιστορήματος απαιτεί χρόνο και αδιάκοπη προσοχή.. Ο εγκλεισμός μου παρείχε τις συνθήκες αυτές. Είμαι φιλόλογος στο Ζάππειο Κωνσταντινουπόλεως επί 29 συναπτά έτη, έχω -όπως κάθε άνθρωπος-γυναίκα και μητέρα, οικογενειακές ανάγκες και υποχρεώσεις, αλλά και διάφορες άλλες ασχολίες, που καθιστούν αδύνατη την επεξεργασία κάποιου μακροσκελούς συγγράμματος που απαιτεί αυτοσυγκέντρωση.

Θυμάστε πότε ήταν η πρώτη φορά που γράψατε το πρώτο σας κείμενο; Ποια ήταν η κατάληξή του; Τυπώθηκε ή έμεινε στο συρτάρι και γιατί;

Είμαι απόφοιτη του Ζαππείου. Στο σχολείο μας, το οποίο λειτουργούσε ως κλασικό γυμνάσιο-λύκειο της εποχής, το πιο αγαπητό μάθημα ήταν η Έκθεση. Έγραφα καλές εκθέσεις. Στις τάξεις του λυκείου, συγκεκριμένα στην Β΄Λυκείου, έστειλα μια σειρά διηγημάτων μου, (5 διηγήματα), στην τοπική μας ομογενειακή εφημερίδα, την «Ηχώ». Τα διηγήματα δημοσιεύτηκαν ανά μήνα. Ήταν δική μου η πρωτοβουλία και εξέπληξε ευχάριστα θυμάμαι, και τους δασκάλους μου αλλά και τους υπεύθυνους της εφημερίδας με πρώτο τον αείμνηστο εκδότη της Χαράλαμπο Ρομπόπουλο. Συνέχισα να γράφω κατά διαστήματα. Τα άγουρα εκείνα κείμενά μου, βρίσκονται πλέον στο «Μουσείο των αναμνήσεών μου»!!!


Γεννηθήκατε και εξακολουθείτε και ζείτε στην Κωνσταντινούπολη. Γράφετε τα έργα σας στα ελληνικά, όμως επιλέγετε να μεταφράσετε στην τουρκική γλώσσα και κάποια έργα Ελλήνων δημιουργών που σας ενδιαφέρουν. Αν σας ζητούσαν να συγκρίνετε το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού στην Ελλάδα και την Τουρκία, ποια θα ήταν η γνώμη σας; Ποιο απ’ τα δυο κοινά διαβάζει περισσότερο στις μέρες μας και γιατί;

Δυστυχώς τα συμπεράσματα των ερευνών γύρω από το ζήτημα αυτό δεν είναι ελπιδοφόρα. Έλληνες και Τούρκοι αποτελούν ένα χαμηλό ποσοστό αναγνωστών στον κόσμο. Βέβαια το μορφωτικό επίπεδο της χώρας είναι ο κύριος παράγοντας που επηρεάζει τις πωλήσεις βιβλίων.

Η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα με πολύ πληθυσμό και με νέο δυναμισμό. Η νεολαία αποτελεί το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού της χώρας σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στην δύση και στην Ελλάδα. Οι σπουδαστές- φοιτητές, και διαβάζουν και ενδιαφέρονται για τις νέες εκδόσεις. Όπως ενδιαφέρονται και για τον κινηματογράφο. Υπάρχουν επίσης πολλοί εκδοτικοί οίκοι και πάρα πολλές εκδόσεις. Πράγμα το οποίο οφείλεται στις ευκαιρίες που παρέχει η ψηφιακή τεχνολογία. Το φαινόμενο αυτό επιτρέπει να υπάρχουν πολλές και ποικίλες εκδόσεις. Κάτι παρόμοιο σε μικρότερη κλίμακα ισχύει νομίζω και στην Ελλάδα. Αυτό το οποίο διαφέρει στην Ελλάδα, είναι το κόστος του βιβλίου. Τα βιβλία είναι ακριβά λόγω του κόστους παραγωγής.


Ποια είναι η γνώμη σας για την εκδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα;

Η αλήθεια δεν έχω γνώμη ώστε να σας απαντήσω υπεύθυνα. Ζω την ελλαδική πραγματικότητα εξ αποστάσεως. Καθ΄όλα τα χρόνια της συγγραφικής μου δραστηριότητας, συνεργάζομαι με την εφημερίδα των Κωνσταντινουπολιτών στην Ελλάδα «ο Πολίτης», και τις «Εκδόσεις Τσουκάτου»-Λέμβος.


Θέλω να σταθώ στο τελευταίο σας βιβλίο, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις «Τσουκάτου» και φέρει τον τίτλο «Τα σπίτια της γιαγιάς μου». Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, που μας μεταφέρει στην Πόλη, τις δεκαετίες του 1970 και ’80 και που επικεντρώνει το περιεχόμενό του στα βιώματα της Πολίτικης Ρωμιοσύνης την περίοδο αυτή. Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτό.

Πριν από «Τα σπίτια της γιαγιάς μου», έγραψα την «Πόλη της καρδιάς μας» το 2020. Είναι ένα βιβλίο το οποίο έχει δομικό υπόβαθρο την ‘προφορική ιστορία των Ρωμιών της Πόλης’ με την οποία ασχολούμαι εδώ και μια δεκαετία. Έχω δημοσιεύματα γύρω από τον χώρο αυτόν στην τουρκική και την ελληνική. Μάλιστα συνέγραψα και δυο βιβλία. Το ένα από αυτά τιτλοφορείται «Κωνσταντινουπολίτικη Προσωπογραφία» κι έχει εκδοθεί από τις Εκδόσεις Τσουκάτου. Το άλλο, «Οι Ρωμιοί της Πόλης στον 21ο αιώνα», εκδόθηκε στην τουρκική γλώσσα, από τον Εκδοτικό Οίκο «Πάρος». Επίσης μέχρι σήμερα συνεχίζω τα δημοσιεύματα των συνεντεύξεών μου στον χώρο της προφορικής ιστορίας, σε περιοδικά κι έντυπα. Η εμπειρία αυτή με προίκισε γνωσιολογικά και με προετοίμασε στην συγγραφή του βιβλίου «Τα σπίτια της γιαγιάς μου». Επικεντρώθηκα στις δεκαετίες του ’70 κι ’80, τις οποίες βίωσα κι εγώ προσωπικά, μιας και γεννήθηκα το 1967. Κι εξάλλου ως αφηγήτρια του βιβλίου αποτελώ ‘παράγοντα’ του βιβλίου κι έχω ‘ρόλο’, μάλιστα ενεργό. Η Πολίτικη Ρωμιοσύνη την περίοδο εκείνη, έζησε τις συνέπειες της μετανάστευσης του ελληνικού πληθυσμού στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, λόγω των γνωστών ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν την μοίρα των ελλήνων της Καθ’ημάς Ανατολής. Ενώ η Ελλάδα, η δεύτερη πατρίδα μας, έλαμπε ολοένα στην Δύση εξευρωπαϊζόμενη, οι Ρωμιοί της Πόλης ζούσαμε στην σκιερή ατμόσφαιρα της Ανατολικής Τουρκίας με στερήσεις και ανέχειες υλικές και πνευματικές. Σε αλληλεπίδραση με την Ελλάδα, και τους συγγενείς και φίλους μας που που είχαν πάρει το δρόμο της ξενιτιάς, εμείς ως γηγενείς του τόπου, καλλιεργήσαμε μια υπόσταση και οντότητα ελληνική, δημιουργήσαμε και υπήρξαμε μεταλαμπαδευτές της παράδοσης των Ελλήνων της Πόλης μέχρι σήμερα. «Τα σπίτια της γιαγιάς μου», αντικατοπτρίζουν φαντασιακά τους περιπετειώδεις αγώνες των Ρωμιών στα πρόθυρα της τρίτης χιλιετίας, η οποία άλλαξε τη ζωή, τις αξίες και την τύχη μας στον τόπο που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, στην Κωνσταντινούπολη. Κάθε σπίτι της γιαγιάς είναι σαν ένα βαγόνι τρένου, το οποίο μεταφέρει πολλούς επιβάτες που ως κοινωνοί μιας εποχής της Πόλης, ταξιδεύουν μέσα σ΄έναν άστατο κόσμο.

Υπάρχουν κάποια μηνύματα που θέλετε οπωσδήποτε να περάσετε μέσω της εξιστόρησης των περιπετειών των αγώνων των Ρωμιών της πόλης, έτσι όπως αντικατοπτρίζονται - όπως κι η ίδια παραδέχεστε στον πρόλογο του βιβλίου σας - μέσα από κάθε σπίτι της γιαγιάς σας;

Βεβαίως. Οι αγώνες που έδωσαν και συνεχίζουν να δίνουν οι Ρωμιοί, για την διαφύλαξη του τόπου και των παραδόσεων και του ελληνικού στοιχείου, δεν πρέπει να λησμονούνται, αλλά να αποτελούν υπόδειγμα. Με τον λιγοστό εναπομείναντα ρωμαίικο πληθυσμό μέσα στον μεγάλο ωκεανὀ της σύγχρονης Πόλης, η οποία πολιορκείται ποικιλοτρόπως ηθικά και πνευματικά από νέα συστήματα και πολιτικά τερτίπια, καλούμαστε να κρατηθούμε γερά μέσα από την γλώσσα μας, τα μνημεία μας, τα ιδρύματα, τις εκκλησιές και τα σχολειά μας. Να δώσουμε τον αγώνα της ανθρωπιάς και της πολιτισμικής μας διαφορετικότητας σε ένα γεωγραφικό χώρο δικό μας αλλά και ξένο, γνωστό αλλά και άγνωστο. Με πίστη στον Πανάγαθο Θεό και στην παράδοσή μας.

Τελικά, αξίζει να αγωνίζεται κανείς για να πραγματοποιήσει τα όνειρά του, για να υπηρετήσει τις αξίες του ως άνθρωπος και για να τιμήσει τον τόπο που γεννήθηκε και θεωρεί πατρίδα του; Θα τα καταφέρει στο τέλος να βγει νικητής ή άλλοι είναι αυτοί που δυστυχώς κάθε φορά ορίζουν τη μοίρα του, παρά τη θέλησή του;

Είναι μεγάλη η κουβέντα... Για μένα αξίζει... Ο τόπος στον οποίο γεννιέσαι αποτελεί την μοίρα σου. Πιστεύω πως όσοι γεννηθήκαμε στον γεωγραφικό αυτό τόπο μεταφέρουμε στο DNA μας, ως αξία και σκοπό ζωής, την βαριά ηθική υποχρέωση της υπαρξιακής οντότητας και της συνέχισης της. Κάποιοι από μας, βρίσκονται, ή από σύμπτωση ή από συνειδητή επιλογή στο επίκεντρο των εξελίξεων, με αποτέλεσμα να λειτουργούν ως ‘οπλίτες’. Η σχέση «οι άλλοι και η μοίρα», όπως το θέσατε, κατά την γνώμη μου, έχει να κάνει με το τι νόημα δίνουμε στην ‘μοίρα’ εμείς... Εγώ θα έλεγα ότι αν είναι εντός του σχεδίου της μοίρας μας, τα εμπόδια ξεπερνώνται ή παραμένουν εκεί για να μας ‘διδάξουν’. Αυτό δεν μας βγάζει κερδισμένους ή ηττημένους. Μετράνε η προσπάθεια και ο σκοπός της ζωής από την στιγμή που γεννιόμαστε ως συντελεστές της και όχι ως αυτοί που την προσδιορίζουν...


Υπάρχει ηθικό δίδαγμα στο βιβλίο σας ή ο λόγος που προβήκατε στη συγγραφή του ήταν για να κρατήσετε ζωντανές τις μνήμες μιας εποχής δικών σας ανθρώπων που πλέον δεν υπάρχουν στη ζωή σας;

Στο πρόσωπο της γιαγιάς, η οποία αποτελεί το πρότυπο της παραδοσιακής και σύγχρονης γυναίκας-ρωμιάς με μεγάλη καρδιά, σκιαγραφείται ο δοκιμαζόμενος άνθρωπος ‘μιας εποχής’. Ίσως χρονολογικά δεν απέχουμε εντυπωσιακά από τις δεκαετίες του ’70 και ’80, αλλά όμως σίγουρα η αλλαγή που υπέστη ο κόσμος και η κοινωνία των ανθρώπων είναι τεράστια. Ο άνθρωπος των ημερών μας αποξενώθηκε από τις αξίες και τα πιστεύω του. Ο ατομικισμός ακμάζει εις βάρος του συνανθρώπου μας... Ο υλισμός επικρατεί σε κάθε τομέα και με την χειρότερή του μορφή. Το βιβλίο, προσδοκά να δώσει μηνύματα ανθρωπισμού, του απαλλαγμένου από φυλετικές, εθνικές και κοινωνικές διακρίσεις ανθρώπου. Για να απαντήσω στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, οφείλω να διευκρινίσω ότι τα υπόλοιπα πρόσωπα του βιβλίου, εκτός την γιαγιά, στην πλειοψηφία τους είναι δημιουργήματα φαντασίας. Η γιαγιά αποτελεί το κυρίως υπαρκτό πρόσωπο. Οι διάφορες ιστορίες των ανθρώπων που αναπτύσσονται γύρω από αυτήν είναι μυθοπλαστικά ή σε κάποιες περιπτώσεις εξελίσσονται όπως θα επιθυμούσα εγώ και όχι όπως υπήρξαν στην πραγματικότητα.

Θεωρείτε πως είναι σημαντική η ελπίδα στον άνθρωπο; Μπορεί να φέρει τη νίκη στους όποιους αγώνες του, ή έστω την ανατροπή;

Πιστεύω ότι η ελπίδα παρακινεί «την πίστη» σχετικά με το αντικείμενο της ελπίδας, σχετικά με αυτό που ελπίζουμε. Η πίστη από μόνη της -συμπεριλαμβανομένης και της πίστης στον Θεό-, είναι η κινητήρια δύναμη για όλα. Φέρει και την νίκη και την ανατροπή. Ανάλογα με το μέγεθος της πίστης μας και των αντίστοιχων ενεργειών που θα πραγματώσουμε.

Το βιβλίο σας είναι γραμμένο στο γλωσσικό ιδίωμα των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, ένα ιδίωμα που σιγά σιγά εκλείπει. Να το θεωρήσουμε, λοιπόν, και ως ένα λαογραφικό θησαυρό για την εποχή μας, μια αξιοπρόσεκτη προσπάθεια να σωθεί και η γλωσσική μας παράδοση;

Σαφώς, στο βιβλίο υπάρχουν λέξεις και ιδιωματισμοί της πολίτικης διαλέκτου. Διαφυλάχθηκαν για να προβάλουν την γλωσσική πραγματικότητα του τόπου και των ανθρώπων του. Η γλώσσα αποτελεί αδιάσπαστο μέσο έκφρασης και είναι ο συμπλεκόμενος φορέας στην ιστορία των ανθρώπων του μυθιστορήματος, που χαρίζει ‘την ζωντάνια ψυχής’ αυτών που την χρησιμοποιούν. Νομίζω πως σε αυτό υστερούν και χάνουν τα μεταγλωτισμένα ή μεταφραζόμενα έργα. Κι εκεί φαίνεται η δύναμη της τέχνης του μεταφραστή. Στο να είναι ικανός να μεταφέρει ‘την ψυχή’ του κάθε έργου.

Σκοπεύετε να μεταφράσετε το βιβλίο σας και στην τουρκική γλώσσα ώστε να διαβαστεί από όσο το δυνατόν περισσότερους αναγνώστες ή είναι κάτι που προς στιγμήν δεν σας απασχολεί ιδιαίτερα;

Μάλιστα το σκοπεύω και με απασχολεί. Την μετάφραση θα την κάνω εγώ. Μόλις βρεθεί ο κατάλληλος χρόνος...

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Στις μέρες μας οι έφηβοι ωριμάζουν πρόωρα. Με την λογική αυτή, το βιβλίο παρά τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ γυναικών και ανδρών, οι οποίες σαφώς αγγίζουν και οριακές συναισθηματικές καταστάσεις όπως τον έρωτα και τις ερωτικές σχέσεις των χαρακτήρων του βιβλίου, μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα για το εφηβικό κοινό. Εξάλλου και η αφηγήτρια από μικρό παιδί ξεκινάει στην εξιστόρηση των γεγονότων και συνεχίζοντας ως έφηβη και κατόπιν ως νεαρή κυρία, συμμετέχει στην όλη υπόθεση. Επίσης το βιβλίο έχει ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα αν κρίνουμε από το ήθος και την συμπεριφορά των ανθρώπων που εκπροσωπούν τους διαφορετικούς πολιτισμούς, οι οποίοι για διάφορους λόγους τάχθηκαν να ζουν στην ίδια γη.

Ετοιμάζετε κάτι νέο συγγραφικά ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Θα συνεχίσω τις συνεντεύξεις στα πλαίσια της προφορικής ιστορίας. Ενδέχεται έως το καλοκαίρι να κυκλοφορήσει και ο Β΄Τόμος της ‘Κωνσταντινουπολίτικης Προσωπογραφίας’. Θέλω επίσης να ασχοληθώ και με την μετάφραση του βιβλίου «Τα σπίτια της γιαγιάς μου» στην τουρκική γλώσσα.

Από πού μπορούν οι αναγνώστες να αγοράσουν το βιβλίο σας;

Οι αναγνώστες μπορούν να αγοράσουν το βιβλίο, από το βιβλιοπωλείο «ο Πολίτης» και επίσης από την ηλεκτρονική διεύθυνση των Εκδόσεων Τσουκάτου-Λέμβος. Επίσης το βιβλίο διατίθεται και σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία με τα οποία συνεργάζεται «ο Πολίτης».

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Σε προσωπική βάση, εύχομαι υγεία και μόνον υγεία για τους δικούς μου, την οικογένειά μου κι εμένα. Πιστεύω πως όλα τα άλλα έπονται... Εύχομαι επίσης να αγκαλιάσω τα πρόσωπα τα οποία στερήθηκα λόγω πανδημίας.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

Ευχαρίστως... Από τον Πρόλογο... «Θεωρώ τον εαυτόν μου και την γενεά μου ως τελευταίους μάρτυρες της κουλτούρας του γένους μας, οι οποίοι σήμερα είναι διασκορπισμένοι στα πέρατα της γης... Το ζήτημα της διαφύλαξης του ρωμαίικου πολιτισμού, η αντίστασή μας στο ορμητικό ποτάμι της αλλαγής που διαμορφώνει και αλλάζει τα πάντα μέσα στο διάβα του χρόνου, είναι και θα εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγάλο προβληματισμό μας. Όλα, κι εμείς και οι άνθρωποί μας και ο κόσμος μας θα αλλάξουν. Ωστόσο οφείλουμε να αρθρώσουμε έναν λόγο, μια θύμηση, μια πνοή, μια μελωδία, μια πινελιά από το πέρασμά μας, ως απόδειξη της παρουσίας μας ως τελευταίων γηγενών της καθ’ημάς Ανατολής...»

Κυρία Μπαϊβερτιάν, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συνέντευξη και σας εύχομαι να είστε πάντα δημιουργική.

Κι εγώ σας ευχαριστώ από καρδιάς. Οι ερωτήσεις σας με ώθησαν σε περισυλλογή σχετικά με τον εαυτό μου, τον κόσμο και την ζωή που μας περιβάλλει. Και όχι μόνο... Σας εύχομαι καλή και δημιουργική χρονιά!


Βιογραφικό

Η Κορνηλία Τσεβίκ-Μπαϊβερτιάν γεννήθηκε και ζει στην Κωνσταντινούπολη. Είναι φιλόλογος του Ζαππείου Κωνσταντινουπόλεως από το 1993.
Εκπόνησε Διδακτορική Διατριβή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η διατριβή της «Το Ζήτημα της Γλώσσας στην Κωνσταντινούπολη-Λόγος και Αντίλογος στην Εφημερίδα ο Ταχυδρόμος», εκδόθηκε από τις εκδόσεις Τσουκάτου (2008). Δίδαξε στο Τμήμα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Πόλης (2004-2008).
Έλαβε μέρος σε συνέδρια που είχαν ως θέμα την «Διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας» και την «Εκπαίδευση στην Κων/πολη».
Το πρώτο της βιβλίο, «Τα Άλματα», κυκλοφόρησε από την Εκδοτική Αθηνών (1995).
Μετέφρασε το «Ζητείται Ελπίς» του Αντώνη Σαμαράκη στην τουρκική γλώσσα (1991). Μετέφρασε την ποιητική συλλογή της Καθηγήτριας της Φιλοσοφίας Ιωάννας Κουτσουράδη, «Από το Παραπέτασμα Πίσω», στην τουρκική γλώσσα (2016).
Ασχολήθηκε με θέματα που αφορούν την ιστορία της εκπαίδευσης, την γυναικεία χειραφέτηση και την «προφορική ιστορία» από το 2008.
Την τελευταία πενταετία συνεργάζεται με το πολυπολιτισμικό περιοδικό «PAROS» (στην Τουρκία) και την εφημερίδα «ο Πολίτης» (στην Ελλάδα), όπου δημοσιεύει τις βιωματικές μαρτυρίες των Πολιτών, διανύοντας τον 21ο αιώνα στη σειρά «ΠΡΟΣΩΠΑ και ΑΝΘΡΩΠΟΙ». Ορισμένες από αυτές εκδόθηκαν σε βιβλίο με τίτλο «Κωνσταντινουπολίτικη Προσωπογραφία» από τις εκδόσεις Τσουκάτου (2018). Αντίστοιχη έκδοση υπήρξε στην τουρκική γλώσσα από τις εκδόσεις Πάρος.
Το 2020 εκδόθηκε πάλι από τις εκδόσεις Τσουκάτου, το βιβλίο της «Η Πόλη της καρδιάς μας – Αναμνήσεις και βιώματα από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80».