Χριστόφορος Νικολάου: "Το γράψιμό μου ξεκινά πρωτίστως από το διάβασμα"


Ο συγγραφέας που φιλοξενούμε σήμερα στις Τέχνες διαγράφει μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία, ωστόσο, είναι αυτή που τον οδήγησε στη δημιουργία και στην έκδοση της πρώτης του συλλογής διηγημάτων. Μιλάμε για τον Χριστόφορο Νικολάου και το βιβλίο του με τίτλο «ΑΟΡΑΤΑ ΜΕΛΗ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πηγή».
Ας δούμε τι έχει να μας πει...


Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Νικολάου, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Σίγουρα όχι ως συγγραφέα. Έχω μια “πρωινή” δουλειά που είναι η επιστημονική έρευνα και η οποία απορροφά τον μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και της ενέργειάς μου. Πέρα από την επιστήμη, είμαι μανιακός ακροατής καλής μουσικής, θεατής καλού σινεμά, λάτρης του καλού ποδοσφαίρου και ως προς τη λογοτεχνία θα έλεγα πως είμαι ένας αρκετά συστηματικός και αναλυτικός αναγνώστης. Διαβάζω όση και όσο καλύτερη λογοτεχνία μπορώ να βρω. Σε ό,τι αφορά τη συγγραφή δεν είμαι τόσο συστηματικός. Γράφω αποσπασματικά, όποτε βρίσκω χρόνο, αλλά περνώ την περισσότερη ώρα ξαναδιαβάζοντας, σβήνοντας, διορθώνοντας και εν τέλει ξαναγράφοντας. Θα έλεγα λοιπόν πως είμαι απλά ένας φανατικός αναγνώστης που τυχαίνει να γράφει.

Πέρα από την ακαδημαϊκή σας καριέρα, έχετε καταπιαστεί με την ποίηση και την πεζογραφία. Η ερώτησή μου είναι εύλογη, παρότι αναμενόμενη. Γιατί γράφετε; Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε, ώστε να κάνετε αυτό το βήμα προς τη λογοτεχνία;

Δεν νομίζω ότι η λογοτεχνία είναι κάτι που με τραβούσε από μικρό. Σε νεότερη ηλικία προσπάθησα να γίνω δημοσιογράφος και ακόμα και σήμερα η πρώτη μου παρόρμηση στο γράψιμο είναι το non-fiction, ο σχολιασμός και η καταγραφή πραγματικών γεγονότων ακόμα και με κάποιες “λογοτεχνικές” ελευθερίες. Η ποιητική απόπειρα στην οποία αναφέρεστε, τα “Χακί Χαϊκού” (Φαρφουλάς, 2010), είναι πιο πολύ ένα παιχνίδι που επινοήσαμε με τον φίλο Τάσο Ζαφειριάδη για να διασκεδάσουμε τη βαρεμάρα της στρατιωτικής θητείας. Στη λογοτεχνία νομίζω ότι στράφηκα κυρίως από τις επιρροές που απέκτησα με τα χρόνια διαβάζοντας. Μου δημιουργήθηκε έτσι μια επιθυμία να εκφραστώ με αφηγηματικό λόγο διαβάζοντας άλλους, με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτόν που σπρώχνει ένα παιδί να γίνει ποδοσφαιριστής αφού έχει δει τους ήρωές του στο γήπεδο ή την τηλεόραση. Φίλοι, στους οποίους έδειξα κάποια πρώτα κείμενά μου, με ενθάρρυναν να το κάνω πιο συστηματικά και κάπως έτσι προέκυψαν τα διηγήματα.

Εντοπίζετε κοινά στοιχεία ανάμεσα στο επιστημονικό και το λογοτεχνικό κείμενο; Εσείς ως επιστήμων δυσκολευτήκατε να προσαρμόσετε το ύφος της γραφής σας σε άλλες, πιο ανάλαφρες δομές του λόγου, προκειμένου να γίνετε αποδεκτός στο αναγνωστικό κοινό, αυτό που βλέπει το βιβλίο ως μέσο ψυχαγωγίας και όχι ως μέσο ενημέρωσης και γνώσης;

Βρίσκω πολλές ομοιότητες στη διαδικασία της συγγραφής ενός ακαδημαϊκού και ενός λογοτεχνικού κειμένου. Δεν θεωρώ ότι το δεύτερο είναι πιο ανάλαφρο, ούτε ότι το πρώτο είναι πιο σοβαρό. Και τα δύο βασίζονται στην ίδια διαδικασία, να επικοινωνηθεί δηλαδή μια ιδέα (ή περισσότερες), με τρόπο που να συγκινήσει και εν τέλει να πείσει τον αναγνώστη ότι είναι κάτι που αξίζει την προσοχή του. Εκτός από ερευνητής είμαι και ενεργός εκπαιδευτικός και στο μυαλό μου η ψυχαγωγία είναι ο καλύτερος τρόπος μετάδοσης και απόκτησης γνώσεων. Από αυτήν την άποψη, θεωρώ ότι η ακαδημαϊκή μου εμπειρία μάλλον με βοηθά στο να συγκροτήσω έναν δομημένο λόγο και να διατηρήσω την αφηγηματική συνοχή των ιστοριών που γράφω. Συχνά βρίσκω ότι στήνω την εξιστόρηση ενός διηγήματος με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που ετοιμάζω μια διάλεξη. Η δομή, η αρχιτεκτονική είναι κάτι που θαυμάζω στην τέχνη είτε είναι λογοτεχνία, είτε μουσική ή σινεμά και είναι μεγάλο κοπλιμέντο όταν κάποιος μου λέει ότι το βλέπει και στα δικά μου κείμενα.

Δεδομένου ότι το ενδιαφέρον σας στρέφεται και προς την πεζογραφία, αλλά και προς την ποίηση, ποιο είναι το αγαπημένο σας λογοτεχνικό είδος και γιατί;

Δηλώνω παντελώς αδαής ως προς την ποίηση. Έχω διαβάσει κάποιους κλασσικούς Έλληνες και ξένους ποιητές και παρότι υπάρχουν στίχοι που με συγκινούν βαθιά και ολόκληρα ποιήματα που μπορώ να απαγγείλω απ’ έξω, η ποίηση δεν είναι κάτι που διαβάζω. Λατρεύω π.χ. τον Σαίξπηρ που θεωρώ ότι είναι ο μεγαλύτερος ποιητής, αλλά δεν αγοράζω βιβλία ποίησης και δεν γνωρίζω καθόλου τον σύγχρονο χώρο. Η λογοτεχνία με τραβά πολύ περισσότερο, νομίζω λόγω της προαναφερθείσας αγάπης μου για τις πιο “γειωμένες” αφηγηματικές προσεγγίσεις που εμπεριέχουν την δημοσιογραφία, την ρεαλιστική πρόζα (non-fiction) και την ιστορία.


Δέχεστε επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς ή ποιητές στα έργα σας;

Οπωσδήποτε. Σε κάποιες στιγμές ανασφάλειας φοβάμαι ότι τα κείμενα μου είμαι πολύ φτωχά χωρίς αυτές. Για να παραφράσουμε έναν ποιητή μας, θα μπορούσα να πω ότι, αν αποσυνθέσουμε τα “Αόρατα Μέλη” αφήνοντας έξω τον Μπόρχες, τον Κορτάσαρ, τη Βιρτζίνια Γουλφ ή τον Τζούλιαν Μπαρνς και τον Τζον ΜακΓκρέγκορ (για να αναφερθούμε και σε κάποιους σύγχρονους), θα μας μείνουν μερικές καλές ιδέες και κάποιες στιγμές πραγματικής έμπνευσης. Όμως με αυτές μονάχα, δεν θα τα ξαναφτιάχναμε. Οι επιρροές είναι πολύ σημαντικές και σίγουρα χωρίς αυτές δεν θα είχα γράψει ούτε λέξη. Το γράψιμό μου ξεκινά πρωτίστως από το διάβασμα.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Εδώ είναι δύσκολο να αποφύγω την κοινοτοπία να πω ότι έμπνευση μπορούν να είναι, υπό προϋποθέσεις, σχεδόν τα πάντα. Από μια επίσκεψη στο νοσοκομείο ή μια επεισοδιακή πτήση, ένα ιστορικό γεγονός που διάβασα κάπου, ένα πιο προσωπικό βίωμα όπως η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου ή ένα μέρος που επισκέφθηκα και που φαντάζομαι ως το σκηνικό για μια ιστορία. Από εκεί και πέρα όμως, η έμπνευση είναι φευγαλέα. Χρειάζεται χρόνος, προσήλωση και προσπάθεια για να αποκτήσει σχήμα. Από τα δώδεκα διηγήματα που είναι τα “Αόρατα Μέλη”, μόνο ένα, το “Η Δάφνη στο δωμάτιο της”, γράφτηκε μονομιάς μέσα σε λίγες ώρες. Όλα τα υπόλοιπα, όσο πρωτότυπα κι αν τα βρίσκει κανείς (ή και όχι) χρειάστηκαν πολλά “περάσματα” για να λειανθεί και να πάρει η αρχική ιδέα μια μορφή που να με ικανοποιεί.

Θεωρείτε ότι υπάρχει συνταγή για τη συγγραφή ενός καλού βιβλίου;

Σαφώς και όχι και ευτυχώς, αλλιώς θα διαβάζαμε συνεχώς το ίδιο βιβλίο. Αν με ρωτάτε για τα “συστατικά” ενός καλού βιβλίου, το μόνο που μπορώ είναι ότι χρειάζονται πολλά πράγματα αλλά δύο απαραίτητα είναι τα ίδια που χρειάζονται για κάθε όμορφο πράγμα που μπορεί να δημιουργήσει κανείς από μια κομψή επιστημονική θεωρία έως ένα καταπληκτικό μενού εστιατορίου. Και αυτά είναι αφ’ ενός η πηγαία, πραγματική περιέργεια και αφ’ ετέρου η προσήλωση, το μεράκι για να δουλευτεί και να εκλεπτυνθεί μια αρχική, καλή ιδέα. Μπορεί να διασκεδάζουμε με πολλά και πολύ διαφορετικά βιβλία, αλλά τα πραγματικά μεγάλα έργα συνδυάζουν αυτά τα δύο στοιχεία. Αρχικά υπάρχει ένα κεντρικό θέμα που μας αφορά όλους, γιατί ο δημιουργός το έχει συλλάβει μελετώντας σε βάθος την ανθρώπινη συνθήκη. Έπειτα, με λεπτομερή και προσεκτική δουλειά, ο συγγραφέας έχει εκθέσει αυτό το θέμα με τρόπο τέτοιο που να μπορεί πραγματικά να αγγίξει τους πάντες. Προφανώς και δεν είναι καθόλου εύκολο. Γι’ αυτό είναι σπάνιο και υπέροχο όταν συμβαίνει. Οι αναγνώστες είμαστε αλιείς μαργαριταριών. Ανοίγουμε εκατοντάδες στρείδια αλλά οι θησαυροί κρύβονται μέσα σε πολύ λίγα.

Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα στηρίζει τις προσπάθειες των νέων συγγραφέων και ποιητών;

Δεν το νομίζω αλλά το καταλαβαίνω απόλυτα, ως αναγνώστης και ο ίδιος, γιατί είναι πολύ δύσκολο να μπορεί κάποιος να είναι ενημερωμένος με την τρέχουσα λογοτεχνική παραγωγή (που δεν είναι καθόλου μικρή). Διαβάζω αρκετά αλλά οι ρυθμοί της ζωής μας είναι τέτοιοι που είναι πολύ δύσκολο να δώσεις ευκαιρίες σε νέους, πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς. Είναι πιο πολύ ένα πρακτικό ζήτημα. Με τον ίδιο τρόπο που βλέπω πολύ λιγότερες νέες ταινίες, στην προσπάθειά μου να προλάβω να καλύψω τον όγκο των κλασσικών, παλιότερων αριστουργημάτων, έτσι δεν προλαβαίνω να διαβάσω νέους συγγραφείς, εκτός αν μου προταθούν μετ’ επιτάσεως από φίλους ή αν τους έχει πια εντοπίσει η κριτική. Εδώ θα βοηθούσε πολύ η ύπαρξη και η υποστήριξη μιας φιλαναγωστικής κουλτούρας από μικρή ηλικία. Προσωπικά, άρχισα να διαβάζω αρκετά μεγάλος. Πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια κάνοντας catch-up με τον Ντοστογιέφσκι, τον Κάφκα, τον Μάρκες, τον Τζόις και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Αν το σχολείο και το γενικότερο κλιμα με είχαν σπρώξει να τους διαβάσω νωρίτερα, ο χρόνος αυτός θα είχε κερδηθεί και θα τον είχα αφιερώσει ευκολότερα στην ανακάλυψη νέων συγγραφέων.

Θεωρείτε πως είναι χρέος του κάθε δημιουργού να μοιράζεται το έργο του όταν το ολοκληρώσει; Εσείς στην προκειμένη περίπτωση, γιατί πήρατε την απόφαση να εκδώσετε το πρώτο σας βιβλίο;

Γράφουμε πρώτα για εμάς, μετά για τους κοντινούς μας ανθρώπους και μόνο εφόσον αυτός ο στενός κύκλος είναι πραγματικά ικανοποιημένος, έχει νόημα να προσπαθήσουμε να τον διευρύνουμε. Κάποτε αστειεύτηκα προλογίζοντας ένα διηγημά μου, που θα δημοσιευόταν σε έναν συλλογικό τόμο, γράφοντας ότι είναι “το πρώτο κείμενο που θα διαβαστεί από κάποιον που δεν είναι η γυναίκα μου”. Σε κάποια φάση ξεκίνησα κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, να στέλνω με email σε ένα στενό κύκλο φίλων, αντί ευχών, ένα διήγημα. Πήρα την απόφαση να προτείνω τα “Αόρατα Μέλη” σε υποψήφιους εκδότες όταν αυτοί οι φίλοι θεώρησαν ότι τα κείμενά μου θα μπορούσαν να “μιλήσουν” και σε ανθρώπους που δεν με είχαν γνωρίσει ποτέ.


Ας αναφερθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτό. Πρόκειται, λοιπόν, για μία συλλογή διηγημάτων, δώδεκα στον αριθμό, που φέρει τον τίτλο «ΑΟΡΑΤΑ ΜΕΛΗ» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πηγή». Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό του. Τι θα διαβάσει ο αναγνώστης πιάνοντας το βιβλίο αυτό στα χέρια του;

Πρόκειται για δώδεκα ιστορίες που έχουν γραφτεί μέσα σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, σχεδόν δεκαπέντε χρόνων. Είναι αρκετά ετερόκλιτες σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο, τη δομή και το ύφος. Κάποιες βασίζονται σε ιστορικά γεγονότα όπως ο Ισπανικός και ο Ελληνικός Εμφύλιος ή πραγματικά πρόσωπα όπως ο Σεργκέι Προκόφιεφ. Άλλες εμπνέονται από μικρές καθημερινές τραγωδίες: μια μητέρα που προσπαθεί να φτιάξει τη σχέση της με την αποξενωμένη έφηβη κόρη της ή αντίθετα μια κόρη που παρατά την καριέρα της ως χορεύτρια για να φροντίσει τη μητέρα της που πάσχει από άνοια. Κάποιες εκκινούν από προσωπικές ιστορίες, ενώ αλλες είναι εντελώς φανταστικές. Μερικές είναι φανταστικές σε ό,τι αφορά και το ύφος, μιλούν δηλαδή για φαντάσματα, τηλεπαθητικούς και ανθρώπους με σπάνιες ιδιότητες. Υπάρχει όμως κάτι που τις ενώνει όλες και αυτό είναι η διαχείριση του πένθους, της απώλειας σε πραγματικό ή και συμβολικό επίπεδο.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για να κοσμήσει το εξώφυλλό του βιβλίου σας; Τελικά, μήπως τα Αόρατα Μέλη, όπως απεικονίζονται στο αρκετά ελκυστικό εξώφυλλό του, είναι οι αφανείς ήρωες για τους οποίους θα μιλήσουν οι πρωταγωνιστές των ιστοριών σας; Μήπως είναι αυτοί που στην πραγματικότητα πρωταγωνιστούν στις ζωές τους, παρότι έχουν περάσει στο στάδιο της αφάνειας;

Ναι, είναι ακριβώς έτσι. Παρότι, όπως σας είπα παραπάνω, τα “Αόρατα Μέλη” γράφονταν αποσπασματικά για κοντά δεκαπέντε χρόνια, με έναν παράξενο τρόπο κατάλαβα κάποια στιγμή πως ό,τι κι αν προσπαθούσα να γράψω κατέληγε να έχει θέμα του τον θάνατο. Εδώ δεν πρωτοτυπώ βέβαια. Νομίζω ότι λίγο-πολύ κάθε μορφή δημιουργίας καθοδηγείται από τη σχέση μας με την θνητότητα, την ανάγκη αποδοχής της και την διαπραγμάτευση του πόνου που μας προκαλεί η απώλεια των άλλων. Ως τίτλος, τα “Αόρατα Μέλη” είναι μια προσπάθεια απόδοσης ενός ψυχιατρικού όρου που στα αγγλικά είναι “ghost limb” και αναφέρεται στην αίσθηση που έχει ένας ακρωτηριασμένος όταν “θυμάται” το χαμένο μέλος του, όταν νιώθει δηλαδή πόνο, φαγούρα, ζέστη ή κρύο σε ένα χέρι ή ένα πόδι που έχει εδώ και καιρό αποκοπεί από το κορμί του. Το εξώφυλλο, για το οποίο τα εύσημα θα πρέπει να αποδωθούν στην κ. Λυδία Χατζημάρκου από τις Εκδόσεις “Πηγή”, αποπειράται να αποτυπώσει αυτό το αίσθημα της άυλης παρουσίας αυτών που δεν είναι πια μαζί μας.

Ξεπερνά ποτέ την απώλεια ο άνθρωπος που μένει πίσω; Τι πιστεύετε;

Νομίζω πως ναι. Σε κάποια στιγμή στην Μπαγκαβάντ Γκιτά, ο Κρίσνα αποκαλύπτεται στους θνητούς ως “ο χρόνος, ο καταστροφέας των κόσμων”. Ο χρόνος σαρώνει υλικές και άυλες υποστάσεις. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί κανείς να συνηθίσει, να αποδεχτεί και με το οποίο να μην μπορέσει να συμφιλιωθεί αν περάσει αρκετός χρόνος. Αυτό είναι το “κουτί της Πανδώρας” μας, με την έννοια ότι, από μια άποψη, είναι κακό όταν συνηθίζουμε κακές πρακτικές και βλαβερές συμπεριφορές. Την ίδια στιγμή όμως είναι και η μεγάλη μας δύναμη. Δεν υπάρχει τραύμα που να μην μπορεί να επουλωθεί με τον χρόνο. Την επώδυνη αλλά και λυτρωτική διαδικασία της επούλωσης είναι που έρχεται να σκιαγραφήσει η τέχνη. Η ζωή πάντα συνεχίζεται.


Ποια είναι τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε μέσα από τις ιστορίες του βιβλίου σας;

Η τέχνη δεν είναι σύστημα πίστης για να παρέχει μηνύματα κι εδώ βλέπω μια ακόμα ομοιότητά της με την επιστήμη. Σε έναν κόσμο που διψάει για βεβαιότητες και δέχεται μηνύματα από παντού, από τη θρησκεία έως τις πιο μοντέρνες εκδοχές της, όπως είναι η “αυτοβοήθεια”, η διαφήμιση και το influencing, η τέχνη οφείλει να λειτουργήσει διαλυτικά. Η λογοτεχνία προσκαλεί τον αναγνώστη να αμφιβάλλει και να βρει μέσα σε ένα κείμενο τα δικά του ερωτήματα, όχι τις απαντήσεις. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει και σε μένα, καθώς γράφω.

Θα εντοπίσει ο αναγνώστης στους ήρωες σας στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Σίγουρα. Ανήκω στην κατηγορία αυτών που πιστεύουν ότι ενόσω γράφουμε, αυτοβιογραφούμαστε. Για εμένα υπάρχει και μια επιπλέον διάσταση, καθώς θα έλεγα ότι γράφοντας αυτοψυχαναλύομαι κιόλας, με την έννοια ότι απολαμβάνω να γίνομαι κάποιος άλλος, να ανακαλύπτω φοβίες ή επιθυμίες που δεν γνώριζα ότι είχα. Έτσι κάποιος θα βρει στα κείμενά μου έναν εμμονικό αναγνώστη (“Πλάσματα της Αβύσσου”), έναν καταπιεσμένο δημοσιογράφο (“Η πραγματική ιστορία του Μιγκέλ Πεδρόλα”) ή έναν ρομαντικό ιδεαλιστή (“Ο άνθρωπος στο παγκάκι”). Θα βρει όμως και πράγματα που ίσως δεν είμαι, αλλά που θα ήθελα να είμαι όπως π.χ. ένας πιο στοργικός γιος ή εγγονός (“Αplomb”, “Οικογενειακή Επίσκεψη”), ένας προστατευτικός γονέας (“Η Δάφνη στο Δωμάτιό της”) ή πράγματα που φοβάμαι μήπως καταλήξω όπως π.χ. ένας παρανοϊκός συγγραφέας (“Σε στάση άβολη”) ή ένας μοναχικός γέρος (“Σιγή Ασυρμάτου”).

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Δουλεύω με νέους σε συστηματική βάση και μπορώ να σας πω ότι οι έφηβοι σήμερα, ό,τι και αν τους προσάπτουμε, είναι η πιο ώριμη και καλλιεργημένη εκδοχή της γενιάς τους. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει βιβλίο για ενήλικες που να μην μπορεί άνετα να διαβαστεί σήμερα και από μια δεκαπεντάχρονη μαθήτρια. Τα “Αόρατα Μέλη” θα εκτιμηθούν σίγουρα περισσότερο από κάποιον/α με μια ελάχιστη αναγνωστική εμπειρία που θα του/της επιτρέψει να εντοπίσει κάποιες λογοτεχνικές και ιστορικές αναφορές. Αλλά θέλω να ελπίζω ότι η εμπειρία θα είναι εξίσου καλή και χωρίς αυτές.


Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Πηγή»; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά για την περαιτέρω προώθηση του έργου ενός συγγραφέα;

Θεωρώ ότι για έναν πρωτοεμφανιζόμενο είναι το βασικότερο. Είμαι ευγνώμων στις Εκδόσεις “Πηγή” για το ενδιαφέρον και την εμπιστοσύνη που έδειξαν στα κείμενά μου καθώς και για τη φροντίδα με την οποία τα περιέβαλαν. Το πρώτο βήμα για να βρει ένα βιβλίο το δρόμο του προς το αναγνωστικό κοινό είναι προφανώς να βρει την εμπιστοσύνη ενός εκδότη. Δεν είναι εύκολο.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές μέλλον;

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στα μέσα Απριλίου στην Αθήνα και είχα τη χαρά να μιλήσουν για αυτό δύο εξαιρετικά ταλαντούχοι άνθρωποι, ο ερευνητής και συγγραφέας Άκης Παπαντώνης και η κινηματογραφίστρια Φαίδρα Βόκαλη. Λόγω της δουλειάς μου έχω αρκετούς φίλους και εκτός Αθηνών κι έτσι υπάρχουν σκέψεις για να γίνει μια επόμενη στο Ηράκλειο Κρήτης (όπου εργάστηκα στο Πανεπιστήμιο για δέκα χρόνια) κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι.

Επόμενα συγγραφικά βήματα κάνετε ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Είναι σίγουρα πολύ νωρίς καθώς έχω την τύχη να μην βιοπορίζομαι από τη συγγραφή, οπότε δεν νιώθω καμία πίεση. Υπάρχει υλικό που έχει γραφτεί και ξαναγράφεται εδώ και χρόνια, όπως εξάλλου συνέβη με τα “Αόρατα Μέλη” και που κάποια στιγμή μπορεί να βρει το δρόμο του. Για παράδειγμα υπάρχουν πάνω από 100 χιλιάδες λέξεις από κείμενα ενός μάλλον αταξινόμητου είδους, στο οποίο μου αρέσει να αναφέρομαι με τον όρο “αληθοπλασίες”, δηλαδή μικροδιηγήματα βασισμένα σε πραγματικά, ιστορικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι αρκετά ώριμα, ώστε να μπορούν να θεωρηθούν “επόμενο βήμα”. Δεν βιάζομαι.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

Μπορώ να σας διαβάσω ένα μικρό μέρος από το “Aplomb. Ιστορία σε πέντε ποζισιόν”, το διηγήμα με το οποίο κλείνει η συλλογή.


Κύριε Νικολάου, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική.

Σας ευχαριστώ κι εγώ για αυτήν την ευκαιρία να μιλήσουμε για τα “Αόρατα Μέλη”.


Βιογραφικό:

Ο Χριστόφορος Νικολάου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978.
Σπούδασε Χημεία και Βιολογία. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα προσπάθησε να γίνει δημοσιογράφος, αλλά τελικά εργάστηκε ως ερευνητής στον τομέα της Βιοπληροφορικής στην Αθήνα, τη Βαρκελώνη και τη Βοστώνη. Από το 2010 έως το 2020 ήταν Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Σήμερα είναι ερευνητής στο Κέντρο Βιολογικών Ερευνών «Αλέξανδρος Φλέμινγκ». Ζει στην Αθήνα με τη γυναίκα του και τον γιο του.

Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Χακί Χαϊκού» (2010), από κοινού με τον Τάσο Ζαφειριάδη, με ποιήματα εμπνευσμένα από τη στρατιωτική θητεία. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και σε διαδικτυακά περιοδικά λόγου, ενώ το διήγημά του «Ο άνθρωπος στο παγκάκι» έχει βραβευτεί σε διαγωνισμό από την εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας. Τα «Αόρατα Μέλη» είναι η πρώτη συλλογή διηγημάτων του.