Νέλλη Σπαθάρη: "Είμαι ένας βράχος χαοτικού συναισθηματισμού"


Σήμερα στις Τέχνες φιλοξενούμε την πολυγραφότατη συγγραφέα Νέλλη Σπαθάρη με αφορμή το νέο βραβευμένο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ελκυστής» και φέρει τον τίτλο «Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις».
Πάμε να τη γνωρίσουμε καλύτερα...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Σπαθάρη, πώς θα συστήνατε η ίδια τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Είμαι ένας βράχος χαοτικού συναισθηματισμού. Τρεις αντιθετικοί όροι. Ό,τι πιο δημιουργικό και βασανιστικό συνάμα. Τα απαραίτητα συστατικά για τη λογοτεχνική δημιουργία.

Για ποιο λόγο ασχολείστε με τη συγγραφή; Ποιο είναι το βασικό ερέθισμα που καθόρισε και εξακολουθεί να καθορίζει τη λογοτεχνική σας πορεία;

Με τη συγγραφή γενικότερα ασχολούμαι σε όλη την επαγγελματική μου πορεία. Έχω πλήθος δημοσιευμένων εργασιών μου, από τη διδακτορική μου διατριβή, επιστημονικές μου μελέτες, εκπαιδευτικά βιβλία, πανεπιστημιακά συγγράμματα μέχρι μεταφράσεις. Εμφαίνονται άλλωστε και στο βιογραφικό μου σημείωμα, στο βιβλίο μου. Ωστόσο, άρχισα να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία σε μια χρονική περίοδο ωριμότητας, όταν αποφάσισα να εγκαταλείψω τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες και να στρέψω την προσοχή μου στις σκέψεις που με κατατρύχουν. Γιατί, για μένα, η λογοτεχνική συγγραφή δεν αποτελεί απλά την παρουσίαση μιας πλοκής, αλλά ενός υπόβαθρου υπαρξιακών αναζητήσεων πίσω και πέρα από την πλοκή.

Η λογοτεχνία ανθεί στις μέρες μας; Τι πιστεύετε; Προσφέρει το δικό της λιθαράκι στα γράμματα και τον πολιτισμό μας;

Είναι γεγονός πως εκδίδονται περισσότερα βιβλία από ποτέ. Δεν σημαίνει πως όλα εντάσσονται στην κατηγορία της λογοτεχνίας. Πολλά είναι απλά αφηγήματα. Μερικές φορές, ενδιαφέροντα αφηγήματα. Αλλά η λογοτεχνία έχει κάποια χαρακτηριστικά, κάποιες αφηγηματικές τεχνικές, λογοτεχνικές σχολές και τάσεις ή ανατροπές τους. Όμως, κατά τη γνώμη μου, το να μπορεί κανείς να εκδώσει ένα κείμενό του αποτελεί μια μορφή δημοκρατίας στον χώρο. Θα κριθεί εκ του αποτελέσματος από το αναγνωστικό κοινό. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο.

Εκείνο που με απασχολεί περισσότερο είναι η διακίνηση των βιβλίων, κάτι αντίστοιχο με τη διακίνηση των ιδεών. Ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος αγοράζει χώρο στα βιβλιοπωλεία, στις βιτρίνες, πληρώνει και προωθεί πιο αποτελεσματικά τα βιβλία του. Άρα θα διαβαστούν από περισσότερους και θα κριθούν από περισσότερους. Ίσως, μερικές φορές, και η προβολή να λειτουργεί ως θετικό πρόσημο στην αξιολόγηση. Κάτι που δεν συμβαίνει με τους μικρότερους εκδοτικούς οίκους. Άρα αυτό το οποίο ανέφερα ως δημοκρατία στον χώρο, αίρεται από την άνιση δυνατότητα προβολής.

Μυθιστόρημα ή νουβέλα; Προς τα πού κλίνετε περισσότερο;

Με ενδιαφέρουν και τα δύο είδη για διαφορετικούς λόγους. Στην πρώτη κατηγορία, με το μυθιστόρημα είναι σαν να ανοίγεσαι σε μια πλατιά θάλασσα, ενώ στη δεύτερη, με τη νουβέλα, σαν να διασχίζεις ένα στενό, μερικές φορές και ορμητικό, ποτάμι. Επιλέγω το κάθε είδος θέλοντας να εξυπηρετήσω διαφορετικούς λογοτεχνικούς σκοπούς.

Μάλιστα, εκδοτικά, τα δύο αυτά είδη είναι ισομοιρασμένα:

α) Στάκα καρδιά μου, εκδόσεις Bookoo, νουβέλα, βραβείο Ομίλου UNESCO Τεχνών, Λόγου & Επιστημών

β) Amor fati, εκδόσεις Ελκυστής, μυθιστόρημα

γ) Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις, εκδόσεις Ελκυστής, νουβέλα, βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

δ) Μόνο καλοκαίρια, εκδόσεις Ελκυστής, μυθιστόρημα (μόλις κυκλοφόρησε κι αυτό)

Υπάρχει και η κατηγορία του διηγήματος, με διαφορετική λειτουργία από τα δύο άλλα είδη. Έχω εκδώσει ένα νεανικό διήγημα: Μια καλοκαιρινή παρτίδα σκάκι κι άλλη μια, εκδόσεις Bookoo, βραβευμένο κι αυτό από τον Όμιλο UNESCO. Μπορεί να βρει κανείς στο διαδίκτυο αναρτημένα κι άλλα μου διηγήματα. Ενδεικτικά μπορείτε να διαβάσετε αυτό.

Δέχεστε επιρροές από άλλους αγαπημένους συγγραφείς στα έργα σας ή δεν το θεωρείτε απαραίτητο;

Πριν δεχθεί ένας συγγραφέας επιρροές από αγαπημένους του συγγραφείς πρέπει να έχει εντρυφήσει στη λογοτεχνία και όχι απλώς να έχει διαβάσει λογοτεχνία. Έχοντας δύο πανεπιστημιακά πτυχία στη λογοτεχνία, στην ελληνική και στη γαλλική, δεν μπορεί να μην μιλούν μέσα μου οι λογοτέχνες τους οποίους έχω μελετήσει. Ένας νέος συγγραφέας δεν είναι ένα άγραφο χαρτί σαν ένα νεογέννητο μωρό. Όπως έχει μεγαλώσει σε μια κοινωνία κι ένα πολιτισμό που του ασκούν επιδράσεις και τον διαμορφώνουν, έτσι ένας λογοτέχνης έχει ζυμωθεί με τη λογοτεχνία, η οποία δημιουργεί δεσμούς και γέφυρες ανάμεσα στους λογοτέχνες. Ο συγγραφέας δεν γράφει εν κενώ. Συνδιαλέγεται με σύγχρονους και παλαιότερους συγγραφείς, ενίοτε και εν δυνάμει μελλούμενους, όσο και ουτοπικό κι αν ακούγεται…

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Πολύ απλά, οι σκέψεις που με κατατρύχουν. Μπορεί να ακούγεται απλό και μονοσήμαντο, αλλά δεν είναι. Και οι σκέψεις δεν ακούγονται, δεν «φωνάζουν» μέσα στο κείμενο. Αποτελούν ωστόσο την κινητήρια δύναμη κρυμμένη πίσω από την αφήγηση των γεγονότων.

Έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο βιβλίο και γιατί;

Έχω αδυναμία σε πολλά βιβλία και είμαι λάτρης συγκεκριμένων συγγραφέων. Όμως, η ιδιαίτερη αδυναμία μου είναι Μαρσέλ Προυστ και το μνημειώδες έργο του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Ίσως να το χρωστώ και στον καθηγητή μας της γαλλικής λογοτεχνίας στο ΕΚΠΑ (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας), τον Kohler, τη δεκαετία του ’70 που επί ένα εξάμηνο μας ανέλυε αυτό και μόνο το έργο με ζέση και πάθος.


Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο από τις εκδόσεις «Ελκυστής», η νουβέλα σας που φέρει τον τίτλο «Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις». Άλλο ένα βιβλίο σας που ως τόπο αναφοράς έχει την αγαπημένη σας Ύδρα. Αυτός υπήρξε ο στόχος σας από την αρχή της συγγραφής του;

Η Ύδρα είναι για μένα η «μεγάλη ερωμένη», όπως γράφω και στο οπισθόφυλλο και αναφορές της δεν λείπουν από τα βιβλία μου. Όμως, παρά το γεγονός ότι το όνομά της αναφέρεται ακόμη και στον τίτλο της νουβέλας μου-κάτι που δεν συνηθίζεται- και τα γεγονότα εκτυλίσσονται μεταξύ Ύδρας και Παρισιού, στην ουσία του έργου η Ύδρα ως Ύδρα νοείται λιγότερο από κάθε άλλο έργο μου. Και τούτο διότι η αναφορά της είναι συμβολική. Αποτελεί συγκερασμό του όποιου τόπου-του τόπου που επιλέγεις να επιστρέφεις-και της μνήμης. Είναι η Ιθάκη του καθενός. Δεν είναι τυχαίο που προτάσσω το ποίημα «Επέστρεφε» του Καβάφη με τα συνυποδηλούμενά του. Και η Ιθάκη του, είναι η Ιθάκη ως συγκεκριμένος τόπος; Όχι.

Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που σας ενέπνευσε στο συγκεκριμένο βιβλίο;

Επειδή πιστεύω και συχνά το υποστηρίζω πως ένας συγγραφέας δεν γράφει εν κενώ, πράγματι υπάρχει κάτι πολύ συγκεκριμένο που ενέπνευσε τη νουβέλα μου. Πρόκειται για την απώλεια της οικίας του παππού μου στην Ύδρα μετά από οικογενειακές προστριβές. Και δεν εννοώ την απώλεια ενός περιουσιακού στοιχείου, ενός κτίσματος, αλλά της μνήμης την οποία αυτό έκρυβε μέσα του. Για να κατανοήσετε τη σχέση της συγκεκριμένης οικίας και της μνήμης που ενοικεί στον χώρο, θα μπορούσατε να διαβάσετε την άλλη μου νουβέλα «Στάκα καρδιά μου». Σ’ εκείνη, το κτήριο δεν κινδυνεύει και η μνήμη ζωντανεύει σε κάθε επιστροφή. Εδώ η μνήμη μάχεται με την απώλεια.

Πείτε μας λίγα λόγια για το περιεχόμενο της ιστορίας σας.

Στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος δεν υπάρχει ο «φόβος» να μαρτυρηθεί η υπόθεση, γιατί η υπόθεση καθαυτή είναι το έλασσον του κειμένου. Η εναλλαγή των συναισθημάτων είναι εκείνη που βρίσκεται στο πρώτο επίπεδο κι εκείνη δεν μπορεί να μαρτυρηθεί και να χαθεί το ενδιαφέρον.

Η πρωταγωνίστρια, λοιπόν, αρχιτέκτων που εργάζεται πάνω σε ένα σχέδιο διαχωρισμού ενός Μεγάρου Art Deco σε οριζόντια ιδιοκτησία, δηλαδή σε επιμέρους διαμερίσματα (ας μαρτυρήσω στον αναγνώστη πως πρόκειται για συγκεκριμένο κτήριο στην οδό Μαυρομματαίων-ανήκε στον παππού μου και το έχασε με την χρεοκοπία της Ελλάδας το 1932/ μπορεί να διαβάσει κανείς περισσότερα στο μυθιστόρημά μου Μόνο καλοκαίρια που μόλις κυκλοφόρησε) λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από την Ονφλέρ της Νορμανδίας, τον τόπο των ιμπρεσσιονιστών ζωγράφων, ότι η μητέρα της βρέθηκε νεκρή γερμένη στο καβαλέτο της. Θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπη με τον ετεροθαλή αδελφό της, ο οποίος έρχεται για πρώτη φορά στο νησί να γνωρίσει το περιουσιακό στοιχείο που του αφήνει η μητέρα του. Όλα θα συμβούν σε εκατό σελίδες πίσω από αυτό το λιτό γεγονός. Συγκλονιστικά και καταλυτικά.

«Ανήκεις εκεί που πάντα επιλέγεις να επιστρέφεις». Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη του βιβλίου σας;

Πρόκειται για το απόσταγμα της νουβέλας. Η σύνδεση του τόπου και της μνήμης. Μιας μνήμης η οποία αέναα έρχεται στην επιφάνεια της σκέψης και μόνο ο θάνατος μπορεί να την κάνει να σωπάσει. Επιστρέφεις, λοιπόν, σε έναν τόπο που αγαπάς. Αλλά, το κυριότερο, η μνήμη σε κάνει να επιστρέφεις νοητά πάλι και πάλι και πάλι σε έναν τόπο που η απώλειά του σε κάνει να πονάς. Γιατί αυτός ο τόπος υπάρχει πλέον μόνο στη μνήμη σου. Κάπου είχα διαβάσει πως δεν υπάρχουν τρεις προστακτικές: διάβασε, κοιμήσου, αγάπα. Εγώ προσθέτω και μια τέταρτη, όπως γράφω στο μυθιστόρημά μου Amor fati: Ξέχνα!

Ποιος ο ρόλος της μνήμης στη ζωή του ανθρώπου;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, η μνήμη είναι ο προσθετικός παράγοντας στη ζωή του ανθρώπου. Άλλες μνήμες θα ήθελες να ξεχάσεις, άλλες έχεις την ανάγκη να τις προστατεύσεις από τη λήθη. Και, όταν σε προηγούμενη ερώτησή σας, έγραφα πως καταγράφω τις σκέψεις που με κατατρύχουν σε μια περίοδο ωριμότητας, εννοούσα πως βασικός πυρήνας κάθε συγγραφικής μου προσπάθειας, όσο διαφορετική κι αν είναι αυτή, είναι ο χώρος, ο χρόνος, η μνήμη και η λήθη που αντλούνται από τις προσωπικές αφηγήσεις βιωμάτων.

Υπάρχει κάποιο από τα πρόσωπα του βιβλίου σας στο οποίο καθρεφτίζονται στοιχεία του εαυτού και της προσωπικότητας σας;

Πάντα υπάρχουν στοιχεία του εαυτού μου στα γραπτά μου που μπορεί να κρύβονται ακόμη και σε περισσότερα του ενός πρόσωπα. Στο συγκεκριμένο όμως κείμενο, η αρχιτεκτόνισσα είμαι εγώ. Το όνειρό μου από την παιδική μου ηλικία ήταν να γίνω αρχιτέκτων και ναυάγησε από έντονες συγκρούσεις με τη μητέρα μου κατά την τελευταία σχολική χρονιά. Αυτή η σύγκρουση μάνας και κόρης αποτυπώνεται στο μυθιστόρημά μου Amor fati.Μόνο που πρέπει να προειδοποιήσω πως στη λογοτεχνία ο συγγραφέας είναι ελεύθερος να χειρίζεται και να χειραγωγεί τους ήρωές του όπως θέλει. Αυτό είναι το πιο όμορφο συναίσθημα του συγγραφέα: η ελευθερία. Μην ψάχνετε, λοιπόν, γεγονότα και αλήθειες πίσω από τους ήρωες. Αναζητείστε συναισθήματα. Το διά ταύτα των αυθαίρετων γεγονότων.

Σε ποιες ηλικίες απευθύνεται το βιβλίο σας;

Πρέπει να ομολογήσω πως, σε αντίθεση με το μυθιστόρημά μου Amor fati που θα το συνιστούσα και σε έφηβους, ιδιαίτερα κορίτσια που προετοιμάζονται να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους με βάση τα ενδιαφέροντά τους και μπορούν να δουν πίσω από τις οικογενειακές συγκρούσεις τις δυσκολίες που ενδεχομένως θα μπορούσαν να προκύψουν, η νουβέλα αυτή είναι σκληρή. Μπορεί οι νέοι να είναι πιο ώριμοι από άλλες εποχές, αλλά υπάρχει μια δεξαμενή με πολλά άλλα θέματα για τα οποία θα μπορούσαν να προβληματιστούν.


Η νουβέλα σας αυτή απέσπασε Βραβείο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Νιώθετε μια κάποιου είδους ανταμοιβή γι’ αυτή τη συγγραφική προσπάθειά σας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ένα βραβείο αποτελεί μια μεγάλη ικανοποίηση. Δεν είμαι από εκείνους που ισχυρίζονται πως γράφουν για τον εαυτό τους. Ναι, γράφω για τον εαυτό μου, αλλά αυτό που γράφω θέλω να διαβαστεί και να κριθεί. Και φυσικά, όταν η βράβευση προέρχεται από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, πρόκειται για ένα γεγονός που σου ζεσταίνει την καρδιά.

Ωστόσο, μετρώ πολλές βραβεύσεις, με προεξάρχουσα τη βράβευσή μου από την Ακαδημία Αθηνών στην πανηγυρική συνεδρία των Χριστουγέννων του 1994 για την επιστημονική μου μελέτη με τίτλο «Ιστορική και κοινωνική Λαογραφία ανατολικής Θράκης» (εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, 1997). Προανέφερα και τις δύο βραβεύσεις μου από τον Όμιλο UNESCO Τεχνών, Λόγου & Επιστημών το 2017 και το 2018.

Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι, δεδομένου ότι και σε αυτό το συγγραφικό σας έργο επιλέξατε τις εκδόσεις «Ελκυστής»;

Ναι, είμαι ευχαριστημένη και έχω άψογη συνεργασία με τον εκδότη μου Αχιλλέα Τριαντόγλου. Θεωρώ πως και η ποιότητα της σελιδοποίησης, του εξώφυλλου, της έκδοσης γενικότερα είναι εξαιρετική. Και, επίσης, είμαι της άποψης πως ένας συγγραφέας δεν πρέπει να περιφέρεται από εκδότη σε εκδότη, αλλά να παραμένει σταθερός στη συνεργασία του.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Όχι, δεν έχω σχεδιάσει κάποια παρουσίαση. Τα καλοκαίρια απομακρύνομαι από την πόλη και επιζητώ την ψυχική και πνευματική ξεκούραση.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Να είμαι πλούσια σε ερεθίσματα και να μη σταματήσουν να μου ταλανίζουν το μυαλό. Γιατί αυτό σημαίνει δημιουργία για μένα και κατ’ επέκταση ζωή.


Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Η πόρτα δεν άνοιξε. Αλλά ήταν όλοι παρόντες. Ανεπαισθήτως γλίστρησαν διαμέσου του διαδρόμου στον κήπο. Και τώρα ήταν καθισμένοι στο στρογγυλό τραπέζι κάτω από την αμυγδαλιά. Τέλος καλοκαιριού κι η αμυγδαλιά ήταν βαριά φορτωμένη. Τα κλαδιά κρέμονταν πάνω από το τραπέζι γεμάτα καρπούς. Ο παππούς της απέναντί της. Και το πηγάδι με το πράσινο μαγγάνι πίσω του. Η γιαγιά στα δεξιά του, με τον αέρινο κότσο της, εκείνο το τρεμάμενο προγούλι τής σοπράνο και τα μελαγχολικά της μάτια. Στα αριστερά του ο νονός της, ο πρωτότοκος γιος του. Όχι πραγματικός νονός της. Νονός του αδελφού της, αλλά από την ημέρα που τον βάφτισε, που του έδωσε το όνομα του παππού της, έχασε το δικό του όνομα. Ήταν για όλους «ο Νονός». Δεξιά της γιαγιάς της, η κόρη τους, η φημισμένη γιατρός, η Λία. Η μάνα της, πού ήταν; Την ένιωθε, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει σε ποια θέση καθόταν. Την ήθελε ωστόσο απέναντί της, εκεί που καθόταν ο παππούς της, για να μπορεί να την αντικρίζει κατευθείαν στα μάτια. Στα μάτια της ψυχής της, γιατί άλλα μάτια δεν υπήρχαν. Ο πατέρας της, ο δευτερότοκος γιος, δεν ήταν προσκεκλημένος. Είχε απαρνηθεί την οικογένεια. Δεν ήταν αρεστός. Πολλά τα μυστικά. Και, κατά συνέπεια, πολλά και τα γιατί.

Αν και το σούρουπο απλωνόταν στην Ύδρα κι ο λόφος της Μπουαγιάς έχανε την αντανάκλαση του ηλιοβασιλέματος που είχε ολοκληρωθεί πίσω από τα απέναντι βουνά της Ερμιονίδας, παραδόξως ο κήπος παρέμενε φωτεινός. Της θύμισε την έκθεση του Βαν Γκογκ στο Μουσείο Albertina, στην Βιέννη, όπου έψαχνε ανεπιτυχώς να βρει από πού φωτίζονταν οι πίνακες, αλλά η πηγή του φωτός ήταν άφαντη. Τα πρόσωπα, η φύση, τα πράγματα ακτινοβολούσαν στους πίνακες εκ των έσω. Μια κατανυκτική σιωπή απλωνόταν στο τραπέζι. Ήταν η ώρα του δείπνου. Της μετάληψης. Πιάτα και μαχαιροπίρουνα δεν υπήρχαν απλωμένα. Μια χούφτα αμύγδαλα από την άγια αμυγδαλιά για τον καθένα μπροστά του κι ένα κομμάτι ψωμί. Ένα αντίδωρο. Κι ένα κουσί με καθάριο νερό απ΄ το πηγάδι. Υπήρχαν όμως ποτήρια άδεια.

Πρώτος αναζήτησε το κρασί ο παππούς της. Ακούμπησε τα χείλη του στην άκρη του γυαλιού, αλλά κρασί δεν κύλησε.

«Γιατί έκοψες την κληματαριά;» στράφηκε προς την κόρη του.

«Γιατί πέφταν οι ρόγες και τις πατούσαμε», απάντησε κοφτά η Λία.

Ξαναδοκίμασε τα χείλη του στην άκρη του γυαλιού.

«Μείναμε διψασμένοι», ανταπάντησε. «Πώς θα κοινωνήσουμε; Πώς θα γίνουμε ένα;»

«Δεν χρειάζεται να κοινωνήσουμε. Δεν μας ενώνουν πια πολλά. Δεν είμαστε διψασμένοι ο ένας για τον άλλο. Δεν είναι ανάγκη να είμαστε ένα. Πια».

Βαθιά σιωπή έπεσε στο τραπέζι.

Ξαφνικά, μέσα στη σιωπή, αντιλήφθηκε κάτι που δεν είχε δει προηγουμένως. Τον προπάππου της καθισμένο στα ασβεστωμένα σκαλάκια δίπλα στο πηγάδι. Μόλις που φαινόταν ανάμεσα στα περιγράμματα του παππού και της γιαγιάς της. Μα πώς δεν τον είχε διακρίνει μέσα στην αχλή; Γιατί καθόταν χωριστά; Γιατί δεν είχε θέση στο τραπέζι; Αυτός ήταν που είχε βάλει τον θεμέλιο λίθο του σπιτιού, αυτός ήταν που είχε δρασκελίσει πρώτος την πόρτα με την καμάρα. Αυτός ήταν που είχε σηκώσει μια-μια τις αμπάρες των παντζουριών και είχε ανοίξει τα παράθυρα στο φως. Αυτός ήταν που είχε αφήσει να ζωγραφίσουν οι ακτίνες του ήλιου το ξύλινο βαμμένο γκρι πάτωμα. Είχε κρατήσει το σπίτι στο φως. Και τώρα ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Μόνο εκείνο το απόκοσμο φως που αναδυόταν από το σκηνικό της σύναξης φώτιζε – για πόσο ακόμη;- τον κήπο.

Μα γιατί κρύβεται η μάνα της; Και ο αδελφός της; Κι αυτός απών; Ίσως γι’ αυτόν να υπήρχε μια δικαιολογία. Δεν τον γνώριζε τον κήπο με τις λεμονίτσες. Δεν είχε μυρίσει ποτέ τον καρπό τους. Ωστόσο, πρόκειται για οικογενειακή σύναξη. Για εκκλησία της οικογένειας. Για μετάληψη στα ιερά και όσια αυτής της οικογένειας. Το προσκλητήριο ήχησε βαθιά μέσα στην ψυχή και την πρόσκληση την έλαβαν όλοι. Την έλαβαν όλοι; Την έλαβαν όσοι είχαν ψυχή; Μα ψυχή δεν έχουν όλοι;

Ήταν ταραγμένη. Δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Ξεμάκραιναν τα πρόσωπα. Όχι τα πρόσωπα, αλλά η αχλή των προσώπων. Ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι κάτι έλειπε από το τραπέζι. Τα λευκά λουλούδια του κήπου. Οι γαρδένιες, τα φούλια, τα γιασεμιά. Αυτά που της έδινε κάθε πρωί η γιαγιά της να τα εναποθέσει στην εικόνα της Παναγίας, στο Μοναστήρι, στο λιμάνι. Αναπόσπαστο κομμάτι της Ύδρας το Μοναστήρι. Αναπόσπαστο κομμάτι του σπιτιού τα λευκά λουλούδια. Σηκώθηκε και πέρασε από γλάστρα σε γλάστρα. Γέμισε την άυλη αγκαλιά της με τα σαρκώδη λευκά πέταλα των λουλουδιών. Και με μια κίνηση, σαν τον ιερέα που ραντίζει με αγιασμό, σκόρπισε τα πέταλα πάνω στο τραπέζι. Πάλι δεν ηρέμησε. Κάτι ακόμη έλειπε. Δεν αρκούσε το άσπιλο λευκό. Τότε μόνο αντιλήφθηκε τον πένθιμο ήχο της καμπάνας του Μοναστηριού. Όχι, λάθος έκανε, δεν χτυπούσε πένθιμα. Σήμαινε την ώρα. Μέτρησε τους χτύπους. Δώδεκα. Έκλεισε ο κύκλος του χρόνου. Έκλεισε ο κύκλος της ζωής. Μήπως και οι δώδεκα χτύποι της ζωής δεν σήμαιναν το πένθος του θανάτου; Να τι έλειπε. Το μοβ του θανάτου.

Σηκώθηκε άλλη μια φορά και κύλησε προς τον τοίχο της μάντρας. Το πέτρινο ντουβάρι που τόσες φορές είχε ασβεστώσει στη ζωή της. Ήταν σούρουπο και τα μοβ δειλινά μόλις είχαν ανοίξει τα πέταλά τους. Τα σάρωσε όλα. Τα αποδεκάτισε βίαια. Και βίαια τα σκόρπισε κι αυτά πάνω στο τραπέζι. Σκέπασαν τα λευκά πέταλα από τις γαρδένιες, τα φούλια, τα γιασεμιά. Σκέπασαν τον παππού της, τη γιαγιά της, τον νονό, τη θεία της. Τον προπάππου της; Δεν έβλεπε. Ήταν μακριά στον χρόνο, στον αιώνιο, άχρονο χρόνο. Δεν μπορούσε να δει.

Υπάρχει τέλος και αρχή; Αρχή και τέλος; Το τέλος είναι μια άλλη αρχή; Ή το τέλος είναι τέλος;

Σιωπή.





Κυρία Σπαθάρη, σας ευχαριστώ θερμά για την κουβέντα μας και σας εύχομαι πάντα πολλές εμπνεύσεις και όμορφες δημιουργίες.

Εγώ ευχαριστώ θερμότατα για την ευκαιρία που μου δίνετε να επικοινωνήσω με τους αναγνώστες σας.


Βιογραφικό:

Η Νέλλη Σπαθάρη (Ελένη Σπαθάρη-Μπεγλίτη) είναι πτυχιούχος της Γαλλικής Φιλολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Ελληνικής Φιλολογίας, τμήματος ΜΝΕΣ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στον τομέα Λαογραφίας του οποίου εκπόνησε και τη διδακτορική της διατριβή («Οι αγγειοπλάστες της Σίφνου. Κοινωνική συγκρότηση, παραγωγή, μετακινήσεις», εκδ. Αρσενίδη, 1992). Συνέχισε μεταδιδακτορικές σπουδές στο Παρίσι, ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στους τομείς της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και της Κοινωνικής και Οικονομικής Ιστορίας. Η μελέτη της «Ιστορική και Κοινωνική Λαογραφία της Ανατολικής Θράκης» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1994 (Α. Α. Λιβάνη, 1997). Διορίστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, δίδαξε στο Πειραματικό Γυμνάσιο και Λύκειο Αναβρύτων και διετέλεσε Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων. Δίδαξε στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) και συμμετείχε στην επιστημονική ομάδα συγγραφής του τρίτομου διδακτικού εγχειριδίου της Θεματικής Ενότητας «Ο Δημόσιος και ο Ιδιωτικός Βίος των Ελλήνων. Οι νεότεροι χρόνοι ΙΙ» ΕΑΠ, 2002). Παράλληλα ανέλαβε να συντάξει για την ίδια Θεματική Ενότητα το «Ανθολόγιο Δοκιμίων για το Δημόσιο και Ιδιωτικό Βίο στην Ελλάδα (19ος-20ος αιώνας)» (ΕΑΠ, 2008). Συνέγραψε το εκπαιδευτικό εγχειρίδιο για τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας με θέμα «Αισθητική Εκπαίδευση και Αγωγή» (Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων, 2000). Έχει δημοσιεύσει εκπαιδευτικά εγχειρίδια για τους μαθητές και τις μαθήτριες της Γ΄ Λυκείου («Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας Γ΄ Λυκείου. Επιλογή και ανάλυση ιστορικών πηγών», εκδ. Πατάκη, 2011 και «Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας Γ΄ Λυκείου. Διαγωνίσματα προσομοίωσης», εκδ. Πατάκη, 2017). Η νουβέλα της «Στάκα καρδιά μου» (εκδόσεις Bookoo, 2020) και το νεανικό διήγημα «Μια καλοκαιρινή παρτίδα σκάκι κι άλλη μια» (εκδόσεις Bookoo, 2020) βραβεύτηκαν από τον Όμιλο για την UNESCO Τεχνών, Λόγου & Επιστημών (2018 και 2017 αντίστοιχα). Το μυθιστόρημά της «Amor fati» κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις Ελκυστής. Βραβεύτηκε το 2022 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για το μυθιστόρημά της «Επέστρεφε – Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις». Έχει πλήθος δημοσιευμένων εισηγήσεων σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, καθώς και άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά. Έχει συμμετάσχει σε εκπαιδευτικά προγράμματα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση από τη γαλλική γλώσσα κειμένων Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, καθώς και παιδικών βιβλίων.