Αναστασία Β. Μήτσου: "Η εποχή μας πρέπει «να ειπωθεί» και ποιητικά"


«Η ποίηση είναι το θησαυροφυλάκιο της γλώσσας μας, όπως και κάθε λαού» υποστηρίζει η σημερινή μας καλεσμένη στις Τέχνες κι όχι άδικα. Είναι η ποιήτρια Αναστασία Β. Μήτσου που πρόσφατα κυκλοφόρησε την τέταρτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Μπαλάντα της Βροχής» από τις εκδόσεις «Βακχικόν».
Πάμε να την γνωρίσουμε καλύτερα...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Μήτσου, για ποιο λόγο αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την ποίηση;

Είναι δύσκολο ν’ απαντήσω στο «για ποιο λόγο……», κι αυτό γιατί δεν είναι υπόθεση απόφασης η ασχολία με την ποίηση, είναι, κι ας μού συγχωρεθεί η λέξη, υπόθεση «αποκάλυψης». Ανεπαίσθητα και μυστικά, εκεί στα πρώτα εφηβικά χρόνια, σού αποκαλύπτεται ένας άλλος κόσμος, παράλληλος σε αυτόν που ζεις (τον πραγματικό), τον οποίο επιθυμείς να δεις, να ερμηνεύσεις, να εκφράσεις με κώδικες εκείνου του κόσμου, του ποιητικού. Νοιώθεις κατά καιρούς τους αισθητήρες του να σε υποβάλουν σε μια διαδικασία εσωτερικής ανησυχίας, διέγερσης και ανάτασης για να δεις τον πραγματικό κόσμο από τη δική του οπτική γωνία, ας πούμε, και να τον ανασυνθέσεις με όπλα το στίχο, τη ρίμα, τη μουσικότητα. Εγώ, τουλάχιστον, κάπως έτσι το ένοιωσα, και πιστεύω ότι όποιος βίωσε αυτό το «χρίσμα χάριτος», το ίδιο θα απαντούσε, με διαφορετικά, βέβαια, λόγια. «Σε βρίσκει η ποίηση» (όπως λέει ο ποιητής μας Τίτος Πατρίκιος), ή «την βρίσκεις την ποίηση» σε χρόνο ανύποπτο. Κρούει την θύρα της ψυχής σου, την ανοίγει χωρίς, συνήθως, να περιμένει απόκριση…, και σε…. ξεσηκώνει. Αυτή η πρώτη συνάντηση καθορίζει και την πορεία σου. Σ’ αυτή τη συνάντηση, «το ταλέντο ως χάρισμα της φύσης σ’ εσένα», σού φωτίζει τις πρώτες Λέξεις, σε μαγεύει να τις πλέξεις σε στίχο και μελωδία….. Χωρίς να το συνειδητοποιήσεις καν, ο ποιητικός κόσμος γίνεται ανάγκη ζωτικής σημασίας για σένα… Έξω από αυτόν ασφυκτιάς. Οι ανάσες σου ψάχνουν για οξυγόνο. Αλλά και πολλοί παράγοντες (εσωτερικοί ή εξωγενείς) επηρεάζουν αυτή την πορεία, το αν δηλαδή ο «ευλογημένος» από αυτή τη συνάντηση θα εξελιχθεί σε δημιουργό και υπηρέτη της ποίησης ή, απλά, θα την αποζητά ως καταφύγιο και βάλσαμο. Θεωρώ ως πιο σημαντικό παράγοντα, το πόσο βαθιά θα χαράξει την ευαισθησία σου το άροτρό της, κι είναι άροτρο της ποίησης οι Λέξεις, γυμνές από τη στίλβη του ψέματος, δυνατές μόνο στην Αλήθεια και στην Ομορφιά. Σιγά – σιγά γίνονται ο καταδικός σου κώδικας με τον οποίο θέλεις να επικοινωνήσεις την αλήθεια σου, τους φόβους σου, τις αγωνίες σου, τους προβληματισμούς σου. Ασχολήθηκα, λοιπόν, με την ποίηση γιατί δεν γινόταν αλλιώς, ήταν μια διαρκής εσώτερη ανάγκη να «πω» τα πράγματα με τις δικές της Λέξεις, διάφανες και ανυπόκριτες, κι αυτό έγινε σε πολύ μικρή ηλικία….., ούτε που άκουσα τον χτύπο στην πόρτα…, μάλλον τον ένοιωσα….

Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος της ποίησης στις μέρες μας; Τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;

Ο ρόλος της ποίησης στις μέρες μας είναι ο ίδιος, θα έλεγα, που ήταν πάντα. Όλες οι εποχές, όσο διαφορετικές κι αν είναι ή φαντάζουν να είναι, έχουν τους ίδιους λόγους να έχουν ανάγκη την ποίηση. Πρώτα – πρώτα, η ποίηση είναι το θησαυροφυλάκιο της γλώσσας μας, όπως και κάθε λαού. Είναι ο Ανθός του Άλατος που διατηρεί αναλλοίωτα: ιδέες, αξίες, ιδανικά, οράματα και στοχασμούς των ανθρώπων στο διάβα τους. Και μόνο αυτοί οι λόγοι θα ήσαν αρκετοί για να υπολογίζεται η Ποίηση ως σημαντικό αντίδοτο στη φθορά, στον εκφυλισμό, στην αλλοτρίωση. Όμως, της Ποίησης ο ρόλος είναι και πολλά άλλα: προσεγγίζει με τον μοναδικό της τρόπο όσα αιώνια και πανανθρώπινα ταλανίζουν την ψυχή του ανθρώπου και τον κρατούν ανήσυχο και φοβισμένο απέναντι στο θάνατο, στον έρωτα, στην ελευθερία, στο άγνωστο, και με τους στοχασμούς της μαλακώνει και γλυκαίνει το μέσα του. Η υψηλή ποίηση, επίσης, έχει τη δύναμη να γκρεμίζει τα τείχη που χωρίζουν τους ανθρώπους ή τους εγκλωβίζουν σε φυλακές, να αδερφώνει και να ενώνει λαούς ολόκληρους. Βέβαια, δεν προσπερνάει η ποίηση και την ομορφιά του κόσμου, «γυμνή», όμως, «από αντανακλάσεις και ιριδισμούς», όπως ανέφερα κάποια άλλη στιγμή. Η ποίηση μπορεί να αδράξει με την αμφίσημη δύναμη των Λέξεών της, τις ευαίσθητες χορδές του αναγνώστη, να τον μεταμορφώσει, έστω για λίγο, δυνάμει επαναστάτη απέναντι στην ασχήμια και την καταβαράθρωση της ζωής όπως αυτή εξελίσσεται, να τον αφυπνίσει ως προς το πόσο απέχει η Αλήθεια της ύπαρξής του και της πραγματικής ζωής, από το θέατρο στο οποίο εξαναγκάστηκε και παγιδεύτηκε να παίζει. Υπ’ αυτή την έννοια, η δύναμη της Ποίησης είναι καταλυτική. Κάνει τη ζωή καλύτερη, υποφερτότερη, αλλά και πιο διεκδικητική, είτε σε ατομικό, είτε σε κοινωνικό επίπεδο. Ας θυμηθούμε πόση δύναμη έδωσε η ποίηση, μελοποιημένη πιο πολύ, σε αγώνες, σε εξεγέρσεις, αλλά και σε καταπιεσμένους, υποδουλωμένους, φυλακισμένους, μελλοθάνατους….. Ας θυμηθούμε και πόσο τρυφερή, ευαίσθητη, ερωτική μεταμορφώνει τη ζωή σε στιγμές χαράς, ευτυχίας, ανάτασης… Για όλους τους παραπάνω λόγους και πολλούς άλλους, καταλαβαίνετε πόσο την έχει ανάγκη η εποχή μας.

Δέχεστε επιρροές από άλλους αγαπημένους ποιητές στα έργα σας ή δεν το θεωρείτε απαραίτητο;

Όλοι όσοι γράφουν, θεωρώ ότι δέχονται επιδράσεις από όσους θαυμάζουν και αγαπούν περισσότερο, ακόμη και οι πιο ταλαντούχοι. Αυτό, βέβαια, γίνεται ασυνείδητα. Κανείς δεν θα πει: «α! αυτός μου αρέσει, θα προσπαθήσω να εκφραστώ σαν κι αυτόν». Αυτό συνιστά απροκάλυπτη μίμηση και δεν είναι, βέβαια, δημιουργία. Προσωπικά, μου αρέσουν πολλοί ποιητές, ξένοι και δικοί μας, και επιστρέφω να τους ξαναδιαβάσω με λαχτάρα. Κατεβαίνουν και ξανακατεβαίνουν από το ράφι της βιβλιοθήκης μου οι: Μαγιακόφσκι, Χικμέτ, Λόρκα, Γέιτς, Γουίτμαν, Μπωντλαίρ, Έντγκαρ Πόε, Ντίκινσον, Αχμάτοβα, Χήνυ……, αλλά και Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος, Αναγνωστάκης και Λειβαδίτης, Κατσαρός, Δάλλας και Μέσκος, Δημουλά και Αγγελάκη – Ρουρκ….., και πολλοί άλλοι, ανάμεσά τους άσημοι ή άγνωστοι, εξίσου όμως σημαντικοί με τους παραπάνω για μένα. Δεν μπορώ λοιπόν να πω ότι κάποιοι από αυτούς με επηρεάζουν, τουλάχιστον συνειδητά. Αποδέχομαι όμως ότι κάποιες επιδράσεις είναι αναπόφευκτες και αυτό θα το κρίνουν οι ειδικοί, όπως επίσης αποδέχομαι το ότι όσο περισσότερο θαυμάζουμε και προτιμούμε κάποιον, τόσο κινδυνεύουμε να πέσουμε θύματα της μίμησης. Μόνο το πηγαίο ταλέντο, αν το διαθέτουμε, μάς σώζει τέτοιες στιγμές.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Έμπνευση για μένα μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε με βρίσκει σε μια «ευαίσθητη στιγμή»… Κι όταν λέω «ευαίσθητη στιγμή» εννοώ μια στιγμή προσωπικού πόνου ή αγωνίας για κάτι το επαπειλούμενο από το ψέμα, την ασχήμια, την αήθεια, τον καιροσκοπισμό, την αδικία, την εκμετάλλευση. «Ευαίσθητη στιγμή» εννοώ επίσης μια στιγμή ανάτασης από κάτι που «μού έδειξε και κατέδειξε» η φύση, η αθωότητα, η καλοσύνη, η ανιδιοτέλεια… Τα έφερε και η ζωή έτσι (μπορεί να ήταν και του υποσυνείδητου προτροπή) να παραμείνω κοντά σε ανθρώπους που δίνουν ολημερίς μάχες επιβίωσης, όπως σε αγρότες αφοσιωμένους στη γη, σε ανθρώπους του μεροκάματου (μπορεί και διπλού), σε ανθρώπους που για να κρατήσουν τις δουλειές τους, θυσιάζουν προσωπική και οικογενειακή ζωή, και που όλοι αυτοί έγιναν έμπνευση δημιουργίας. Το δε «κάτι» που ανέφερα στην αρχή, εκτός από τους ίδιους τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους, μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο, ένα ολομόναχο αρμυρορείκι ας πούμε που το λυγίζει η αρμύρα και ο άνεμος, μια πόρτα που την κλείνει απότομα ένα δυνατό ρεύμα αέρα, η καρδιά ενός ηλιοτρόπιου, ένα ρόδο ή ρόδι, μια άγρια ορχιδέα….., ένας θυρεός….. Ποτέ δεν ξεχνώ τους στίχους της μεγάλης Ρωσίδας ποιήτριας Άννας Αχμάτοβα, σχετικούς με «Τα μυστικά της Τέχνης»: «……./ Να ξέρατε μονάχα από τι σκουπίδια/ γεννιούνται τα ποιήματα, ντροπή δεν ξέρουν,/ σαν πικραλίδα κίτρινη στο φράχτη,/ σαν κολλιτσίδα και λοποτιά./………./ Κραυγή θυμωμένη, φρέσκιας πίσσας μυρωδιά,/……….»

Θεωρείτε ότι υπάρχει συνταγή για τη συγγραφή ενός καλού βιβλίου; Ή η συνταγή τελικά είναι η έλλειψη αυτής κατά τη δημιουργία;

Όχι, δεν υπάρχει συνταγή. Εξάλλου, το ζητούμενο στην Τέχνη είναι να «βρει» ο κάθε δημιουργός τον καταδικό του τρόπο έκφρασης, και, αν είναι δυνατόν, να κομίσει κάτι νέο στην Τέχνη που υπηρετεί. Υπ’ αυτή την έννοια, ναι!...., η έλλειψη συνταγής, με προϋπόθεση βέβαια το πηγαίο ταλέντο, μπορεί να είναι εγγύηση επιτυχίας. Μόνο στην πεζογραφία θα πρέπει κάποιοι όροι να έχουν τη βαρύτητά τους. Παραδείγματος χάρη, οι ήρωες και η εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται αυτοί, θα πρέπει να είναι «κατά το εικός και δοκούν». Η Ποίηση όμως επιτρέπει πολλά όρια ελεύθερης έκφρασης…. Κάποτε μού έκαναν εντύπωση κάποιες απόψεις σύγχρονων του ποιητή Μπωντλαίρ και διάσημων λογοτεχνών, σχετικές με την προσωπικότητα του μεγάλου αυτού ποιητή: «Ο Μπωντλαίρ είχε ένα ελάττωμα, μεγάλο για συγγραφέα, το οποίο ο ίδιος δεν υποψιαζόταν: ήταν αμαθής…, ήξερε πολύ λίγα…., ο εξωτερικός κόσμος ελάχιστα τον ενδιέφερε. Τον έβλεπε ίσως, αλλά οπωσδήποτε δεν τον μελετούσε», ο δε Προυστ είπε (για τον Μπωντλαίρ) ότι: «ξεπερνούσε το όριο χωρίς να το καταλαβαίνει». Αυτή όμως η έλλειψη, κατά κάποιον τρόπο, θεωρητικού υποστηρίγματος και συνταγής, δεν τον εμπόδισε να γράψει μεγάλη ποίηση.

Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα στηρίζει τις προσπάθειες των Ελλήνων ποιητών και πιο συγκεκριμένα των νέων; Τι πιστεύετε;

Θεωρώ ότι λίγοι διαβάζουν Ποίηση στην Ελλάδα, και από αυτούς οι περισσότεροι δείχνουν την προτίμησή τους στους κλασικούς πλέον και στους αναγνωρισμένους. Τώρα, όσον αφορά στους νέους ποιητές, το αναγνωστικό τους κοινό, στην αρχή τουλάχιστον της εμφάνισής τους, περιορίζεται σ’ ένα περιβάλλον γύρω από την προσωπικότητα του ποιητή απαρτιζόμενο από γνωστούς, φίλους, συνεργάτες, ενδιαφερόμενους του ευρύτερου επαγγελματικού του χώρου…. Σιγά – σιγά, αν η ποίησή του έχει κάτι να πει, βρίσκει και άλλους αποδέκτες. Έτσι, όσοι διαβάζουν ποίηση θα τον «βρουν», θα τον «γνωρίσουν» και θα τον «αναγνωρίζουν». Είναι και το ότι σήμερα κυκλοφορούν πολλά νέα ποιητικά βιβλία. Αυτό, βέβαια, δεν είναι καθόλου κακό, αρκεί ο καθένας μας να μη βιάζεται για την αναγνώριση. Ταπεινά και υπομονετικά, ν’ αφήνει το χρόνο ν’ αποδείξει την πραγματική του αξία.

Παρόλες τις δυσκολίες της σημερινής εποχής εσείς πήρατε την απόφαση να προχωρήσετε στην έκδοση των βιβλίων σας. Θεωρείτε πως είναι χρέος του κάθε συγγραφέα να μοιράζεται το έργο του όταν το ολοκληρώνει;

Ναι, θεωρώ ότι ένας συγγραφέας, όταν ολοκληρώνει το έργο του, πρέπει να το μοιράζεται με το κοινό. Όσο κι αν ο καθένας μας ισχυρίζεται ότι γράφει για να εκφραστεί, αν έχει κάτι να πει γιατί να μην το μοιραστεί με κάποιους, έστω λίγους, που μπορεί να ανασαίνουν στους ίδιους με αυτόν ρυθμούς; Ποιο το όφελος να μείνει κλεισμένο στο συρτάρι του; Αν θα πρέπει να μείνει εκεί, είναι ένα διάστημα προς όφελος του έργου, για να το ξανακοιτάξει δηλαδή ο δημιουργός από μια απόσταση και να το εκτιμήσει με μια «δεύτερη ματιά».

Τρέφετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο από τα βιβλία σας και γιατί;

Όχι, δεν τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο. Τα αγαπώ όλα, για τους δικούς του και δικούς μου λόγους το καθένα. Μιλώ για το καθένα με την ίδια ζέση και λαχτάρα. Είναι η ζωή, είτε από τη μια της όψη, είτε από την άλλη, κι εγώ τη λαχταρώ τη ζωή για όσα δεν είναι, τη σέβομαι για όσα μπορεί και είναι, τη θρηνώ για όσα έχασε και χάνει……, την ονειρεύομαι παρά τις ματαιωμένες πτήσεις της, θυμώνω για όσους την τσαλαπατούν, την υποβιβάζουν, την κλέβουν από τους αδύναμους και την υπολογίζουν μόνο για πάρτη τους.


Το βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου είναι η τέταρτη κατά χρονική σειρά εκδοθείσα ποιητική σας συλλογή. Φέρει τον τίτλο «Μπαλάντα της Βροχής» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Τι υποδηλώνει ο τίτλος αυτός;

Ο τίτλος μιας ποιητικής συλλογής μπορεί να σηματοδοτεί κάτι, μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι μια φράση από ένα ποίημα ή ο τίτλος ενός ποιήματος που «έκατσε» τρυφερά στην ψυχή του ποιητή. Για μένα, ο τίτλος «Μπαλάντα της βροχής» είναι συνειδητή επιλογή. Ως φράση υπάρχει και στην αρχή του βιβλίου (στο δεύτερο ποίημα της συλλογής) και στο τέλος του βιβλίου (στο τελευταίο ποίημα). Στην αρχή ως μια διαρκής επίκλησή μου προς αυτή (την τρυφερή βροχή) για να μαλακώσει τη σκληράδα ετούτου του κόσμου, στο τέλος ως ευχή να γίνει βάλσαμο στις πληγές του, αλλά και «να ανθήσει την καρδιά της πέτρας», να «στέρξει τη δίψα της» και ν’ ανοίξει τα φυλλοκάρδια της. Θα έλεγα, δηλαδή, ότι λειτουργεί ως σύμβολο – βάλσαμο, μιας και το σώμα της συλλογής κουβαλάει το βάρος της πίκρας και του θυμού για τις πληγές του κόσμου, αλλά και για την απαξίωση των θυσιών όλων εκείνων που οραματίζονται έναν καλύτερο κόσμο και θυσιάζονται γι’ αυτό τους το όραμα.

Πείτε μας λίγα λόγια για το περιεχόμενό της συλλογής σας.

Ποιήματα αυτόνομα ή ευρύτερες ποιητικές συνθέσεις απαρτίζουν τη συλλογή. Μέσα σ’ αυτά, συνήθως, εικονοποιείται ο άνθρωπος να κουβαλάει το φορτίο τού άχθους που φορτώθηκε ακούσια ή εκούσια, μιας και η πάντα υπερισχύουσα δύναμη της κάθε εξουσίας καταφέρνει να τον παγιδεύει και να τον καθιστά αντικείμενο εκμετάλλευσης, υποταγής στην ανάγκη και στο φόβο, άβουλο παίχτη (μαριονέτα) σ’ ένα θέατρο που στήθηκε και επιβλέπεται αέναα από αυτή, έτσι που να βρίσκεται εγκλωβισμένος σ’ ένα παιχνίδι πλασματικής ελευθερίας κι ευτυχίας….. Δυστυχώς, τού επέβαλαν με τον τρόπο τους τη μάσκα ως αναγκαίο εξάρτημα προστασίας και επιτυχίας. Παράλληλα, εικόνες από τη φύση λειτουργούν ως μέτρο σύγκρισης μεταξύ ελευθερίας – ανελευθερίας, δικαιοσύνης – αδικίας, φυσικού – αφύσικου, παγίδευσης – απεγκλωβισμού… Μαζί με όλα αυτά, η μνήμη της θυσίας ανθρώπων που τάχθηκαν στο χρέος και στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής, η οποία όμως τόσο επιτηδευμένα φροντίζεται από τους παραχαράκτες της ιστορίας να εξασθενεί, να υποβαθμίζεται, να απαξιώνεται πολλές φορές.

Όμως...
ξεπλένεται του ανθρώπου το αίμα, τι θαρρείς...
αστράγγιστο το καταπίνει η γη
– πλύματ’ αθώων στης απληστίας τα θέμελα.
Κι αν είν’ για κάτι να δικάσω τα νερά
για τούτο τ’ άδικο μονάχα τα δικάζω:
π’ ούτε μια θάλασσα, μια λίμνη έστω,
ποτάμι ένα,
έστω και μια πηγούλα τοσηδά
τ’ άλικο «της θυσίας» το νερό δεν κράτησαν
κόκκινο, κατακόκκινο, ως τα χείλη τους ψηλά.
Κι αν είπαν πως «ποτάμι κύλησε στη γη το αίμα»:
ποια ειρωνεία!
ούτ’ ένα βότσαλο δε βρήκα κατακόκκινο.
Ξεπλένεται του ανθρώπου το αίμα, τι θαρρείς,
κι ούτε ν’ απορείς γιατί
ξεχνιούνται τόσο γρήγορα οι ρημαγμένοι.

Ποιήματα μιας ελεύθερης κι αδέσμευτης γραφής, αφηγηματικού χαρακτήρα, που ξεδιπλώνουν μία αυτόνομη σύγχρονη τραγική πραγματικότητα. Είναι η πραγματικότητα εκείνη, η οποία, παρότι σύντομη και αρκετά αφαιρετική, περιέχει πάμπολλες εικόνες, που παρασύρουν τον αναγνώστη ακριβώς στο τοπίο που ξεκάθαρα μεταφέρεται η σκέψη της ποιήτριας. Απώτερος σκοπός ο άμεσος προβληματισμός όλων, η αφύπνιση και η εξάλειψη της αρρωστημένης αδράνειας που κατακλύζει τα πάντα. Συμφωνείτε πως η ποίησή σας εμπεριέχει την αγανάκτηση, την απόγνωση και την επιθυμία της επανάστασης για την εξασφάλιση της πολυπόθητης αλλαγής;

Ναι, συμφωνώ… Πώς, εξάλλου, να αρνηθώ κάτι που το εισπράττει ο αναγνώστης; Αν και θεωρώ ότι από την καρδιά τής ποίησής μου (μετά από προσεκτική προσέγγιση) αναδύεται και ο στοχασμός γύρω από ζωή – θάνατο, ασχήμια – ομορφιά, Αλήθεια – Ψέμα, ωστόσο αυτή η προσέγγιση μού ανοίγει το δρόμο να εκφράσω όσα αναφέρατε στο ερώτημά σας. Δεν αρνούμαι ότι όλα αυτά είναι ζητούμενα των Λέξεών μου και απώτερος στόχος της ποίησής μου… Θεωρώ πως είναι καιρός πια να βγει η ποιητική αναζήτηση από την εσωστρέφεια των δημιουργών της, την λαβυρινθώδη ενδοσκόπησή τους, και να περιπλανηθεί στα δύσκολα μονοπάτια της εποχής μας. Η εποχή μας πρέπει «να ειπωθεί» και ποιητικά. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η μεγάλη ποίηση, από την εποχή ακόμη της Τραγωδίας και από όλους τους μεγάλους της Ποίησης μετά, μέσα από την άλλοτε διακριτική κι άλλοτε ρεαλιστική αναψηλάφηση της εποχής που γράφονταν, προσέγγιζε τα μεγάλα προβλήματα των ανθρώπινων κοινωνιών, «κοίταζε» τις πληγές του ανθρώπου και του κόσμου γενικότερα, στηλίτευε την κάθε εξουσία και ανομία, αλλά και αφουγκράζονταν τις αιώνιες και πανανθρώπινες αγωνίες.


Ποια είναι περιληπτικά τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε μέσα από το συγκεκριμένο σας έργο;

Κυρίως, η αναζήτηση και ανακάλυψη της Αλήθειας που βιώνουμε, γυμνής από τα ποικιλτά ενδύματα με τα οποία την έντυσαν διάφοροι επιτήδειοι κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας, και της επαναστατικής φύσης του ανθρώπου (γιατί πιστεύω ότι από τη φύση του ο άνθρωπος, λαβωμένου ή αλώβητος, είναι επαναστατικός απέναντι σε όσα αλλοτριώνουν τη ζωή), στοιχεία τα οποία έχουν τη δύναμη να τον οπλίσουν με ελπίδα, όνειρο, αντίσταση και ορμή να γκρεμίσει «τείχη» και «επάλξεις» των όποιων ισχυρών της γης.

Θα εντοπίσει ο αναγνώστης στα ποιήματά σας στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Αν και αυτό θα το κρίνουν όσοι γνωρίζουν από κοντά πώς πορεύτηκα στη ζωή μου (σκληρή ζωή με δουλειά από τα πρώτα παιδικά χρόνια, μακρόχρονη επαγγελματική εργασία, δράσεις σε συλλογικότητες κοινωνικές), ωστόσο μπορώ να πω (με όση ταπεινότητα επιβάλλει η αυτογνωσία και ο αυτοσαρκασμός) ότι πάλεψα και παλεύω για το μερίδιο ευθύνης που μού αναλογεί. Πάντα ήμουν πολιτικοποιημένο άτομο, με απασχολούσαν τα κοινωνικο - πολιτικά δρώμενα, και προσπαθώ να τα ερμηνεύσω με τη ματιά ανθρώπου που δεν βολεύτηκε, δεν εξαργύρωσε ιδέες και ιδεολογία για καμιά «ταχτοποίηση». Η ίδια μου η ζωή, όπως τη βίωνα, μού έδειχνε τα πατήματα, και αυτό θεωρώ ότι, έστω και ασυνείδητα, μπορεί να πέρασε μέσα στην ποίησή μου και να αποτυπώθηκε συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα.

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, ενήλικες και εφήβους. Νομίζω ότι οι έφηβοι σήμερα είναι το πιο υγιές κομμάτι της κοινωνίας μας…., και πάντα έτσι ήταν. Οι έφηβοι είναι από τη φύση τους ονειροπόλοι, ρομαντικοί, οραματιστές ενός καλύτερου κόσμου, αγνοί, τρυφεροί, αλλά και αυστηρά διεκδικητικοί. Είναι οι πιο υποψιασμένοι και γι’ αυτό το βιβλίο μου απευθύνεται πρώτα και κύρια σ’ αυτούς. Όταν λέω: «……./ μάθε τα δάχτυλά σου, αργασμένα/ να τολμούν/ της αγκινάρας τα σφιχτά, σκληρά, να ξεφλουδίζουν/ πέταλα/ ώσπου την τρυφερή καρδιά τους βρουν/ χάρισε λίγες μόνο απ’ του χρόνου σου τις ώρες/ στου ηλιοτρόπιου τη σκούρα καρδιά,/ μέτρα μια – μια πώς πλάθει τις φωλιές για το σπόρο:/ εκεί θ’ ανακαλύψεις πώς γεωμετρεί/ της άλλης Δίκης το μολύβι…», σ’ αυτούς, κυρίως, απευθύνομαι.

Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά στην καλύτερη και επιτυχέστερη προώθηση ενός βιβλίου;

Ναι, είμαι πολύ ευχαριστημένη από την πρόσφατη συνεργασία μου με τις εκδόσεις «βακχικόν». Αντιμετωπίζουν το δημιουργό με σεβασμό στο έργο του και στην προσωπικότητά του. Οι συνεντεύξεις που παραχώρησα, οι δημοσιευμένες κριτικές προσεγγίσεις από ανθρώπους που δεν τους γνώριζα και που όταν τις διάβασα με συγκίνησαν για την διαφορετική προσέγγισή του ο καθένας, είναι όλα μέριμνα και έργο του εκδοτικού οίκου και των συνεργατών του, και γι’ αυτό τους ευχαριστώ θερμά. Θεωρώ ότι κάνουν όσα μπορούν, και με το παραπάνω, για την προώθηση του βιβλίου.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Ναι, θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου το φθινόπωρο (μπορεί και σε δύο εκδηλώσεις) στην πόλη όπου κατοικώ και στην ευρύτερη περιοχή της. Θα σας ενημερώσω έγκαιρα.

Επόμενα συγγραφικά βήματα κάνετε ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Ναι, το είπα και σε άλλη συνέντευξη: πιστεύω, στον επόμενο χρόνο, άλλη μία ποιητική συλλογή, σχεδόν έτοιμη από καιρό, να δημοσιευθεί, και θα εμπιστευτώ πάλι τις εκδόσεις «βακχικόν», εάν βέβαια μπορούν και το θέλουν.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Λίγη ακόμη από την ομορφιά της ζωής να απαλύνει τον πόνο του κόσμου από τα τραύματά του και την παραμόρφωσή του, και να λάμψει στο φως της ελπίδας και του ονείρου. Λίγος ακόμη θυμός για την διεκδίκηση όσων μας έκλεψαν ή μας αρνήθηκαν. Λίγη ακόμη αυτογνωσία και ενσυναίσθηση για να αναλογιστεί ο καθένας μας το μερίδιο της ευθύνης του.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό ποίημα από το βιβλίο σας.

Θα παραθέσω ένα απόσπασμα από την ενότητα: «Στην κόψη του αναστοχασμού» που σηματοδοτεί της θυσίας την μεγαλοψυχία και ανιδιοτέλεια:

«Από την τύχη του σταχιού
-που ‘ν’ το δρεπάνι, η οπλή, οι μυλόπετρες-
όνειρο, αλκή και προκοπή:
προζύμι και ψωμί φωτίζ’ η πόρτα
που απ’ τη συντριβή γκρεμίστηκε.

Από την τύχη του ελιόκαρπου το λάδι
που ‘ναι του λιοτριβιού η σύνθλιψη.
Από την τύχη της φλογίτσας του κεριού το βάλσαμο
που ‘ν’ των δακρύων της η μετενσάρκωση.

Από τη μεγαλοψυχία ηττημένων χαρισμένα
λίγη ζωή ακόμη, λίγος έρως, λίγη σπίθα,
από την τύχη – αναλογίσου – της βροχής δακρυρροούσας
που ρυπαρές ξεπλένει πολιτείες,
που καταπίνεται από υπόνομους λυμάτων.

Από την τύχη δέντρων που σημαδεμένα
στη λαιμητόμο χάριν άλλων παραδίνονται
(από την τύχη όσων κληρωθήκανε ψυχήθεν
πολέμους προσημειωμένους να υπηρετήσουν
πρώτη γραμμή και τελευταία….
Κι ύστερα ύμνοι πόσοι και τραγούδια!
Παιάνες πόσοι! – ξέπλυμα σ’ ανίερων χείλη,
κείνων που κατά βάθος τις περιφρονούν τις θυσίες
αλλά τις οικειοποιούνται κατά πώς βολεύονται).

Κυρία Μήτσου, σας ευχαριστώ θερμά για την κουβέντα μας και σας εύχομαι καλή και δημιουργική συνέχεια σε ό,τι κι αν κάνετε.

Κι εγώ σας ευχαριστώ θερμά κυρία Πετρίδου για τη σημασία και εκτίμηση που δείξατε στο πρόσωπό μου και στο έργο μου. 


Βιογραφικό:

Η Αναστασία Β. Μήτσου γεννήθηκε στη Νεάπολη (πρώην Ρουσσέικα) Αγρινίου και σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. Δίδαξε σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Η πρώτη της εμφάνιση στα λογοτεχνικά δρώμενα, έγινε το 1982 στην Κρατική Τηλεόραση και στην εκπομπή «Δημιουργοί στην περιφέρεια». Παράλληλα, ως μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Έκφραση» που εξέδιδε ο Σύνδεσμος Επιστημόνων Αιτωλοακαρνανίας, δημοσίευσε ποιήματα με το ψευδώνυμο Τάνια Μπορίνα, τη φιλολογική μελέτη πάνω στο έργο του Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα Μαριάννα Πινέδα, καθώς και άλλες λογοτεχνικές προσεγγίσεις. Η συγγραφική της δραστηριότητα είναι πάντα παράλληλη με την επαγγελματική της, αλλά, αργά, στα 2013 και 2015, εξέδωσε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης τις ποιητικές συλλογές Μάσκες και Του ανέμου τα σείστρα αντίστοιχα, που απέσπασαν θερμές κριτικές (Πηγάσιοι δρόμοι του Δημήτρη Ρεντίφη: «Σκέψεις για την ποίηση της Αναστασίας Β. Μήτσου»). Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πασχέντη, στο Αγρίνιο, η τρίτη ποιητική της συλλογή Ανάσες της γης μου, και το 2020, από τις ίδιες εκδόσεις, η συλλογή με νουβέλες και διηγήματα Πικρά καπνά - πικρή νιότη (πρώτη δοκιμή σε πεζό λόγο), εμπνευσμένη από τον αγώνα των ανθρώπων των καπνοχώραφων του κάμπου του Αχελώου. Παιδί αγροτικής και πολύτεκνης οικογένειας, κράτησε αδιάλειπτη την επαφή με τη γη και τους πόνους της, και πάντα τής ήταν αυτή και οι άνθρωποι που την αφουγκράζονται, πηγή έμπνευσης. Αυτοδίδακτη στη ζωγραφική, αρκετές φορές ποιήματά της μετουσιώνονται σε χρωματικές συνθέσεις πάνω σε καμβά. Ποιήματα, διηγήματα, σκέψεις-κριτικές σχετικά με την ποίηση, βιβλιοκριτικές, δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, τοπικά και πανελλαδικής κυκλοφορίας («3η χιλιετία», «Ρίζα Αγρινιωτών», «Έκφραση» Δήμου Αρταίων), στο κυπριακό περιοδικό «Ακτή», καθώς και στον αιτωλοακαρνανικό τύπο (έντυπο και ηλεκτρονικό). Αναφορά στην ποιητική της δημιουργία και παρουσίαση ποιημάτων της, περιλαμβάνονται στην Ανθολογία ποιητών της 3ης χιλιετίας του λογοτέχνη - κριτικού Δημήτρη Πιστικού. Η Μπαλάντα της βροχής είναι η τέταρτη ποιητική της συλλογή.