Γιώργος Χατζελένης: "Σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας είναι να καταφέρει να ανασκευάσει την πρότερη αυθεντική της ταυτότητα"

 


Ο σημερινός καλεσμένος στις Τέχνες είναι ο συγγραφέας Γιώργος Χατζελένης. Αφορμή στάθηκε το νέο του βιβλίο, το τέταρτο κατά σειρά έκδοσης, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ενύπνιο» και φέρει τον τίτλο «Βαλκανευτές».

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου

Κύριε Χατζελένη, για ποιο λόγο αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που καθόρισε την λογοτεχνική σας πορεία;

Η συγγραφή δεν ήταν κατάληξη κάποιας συγκεκριμένης απόφασης, αλλά το αποτέλεσμα ορισμένων συγκυριών. Κατά κάποιον τρόπο, παρασύρθηκα από μια αλληλουχία συγκεκριμένων αναγκών που με πίεζαν να βρω τον κατάλληλο τρόπο επικοινωνίας για μια ουσιώδη, ανιδιοτελή κι εποικοδομητική ανταλλαγή καθημερινών σκέψεων και χρόνιων προβληματισμών. Η ανάγκη μου αυτή με ώθησε στη γραφή, η οποία θεωρώ πως για μένα είναι η πιο εύκολη κι αποτελεσματική διαδικασία μέσα από την οποία μπορώ να αναπτύσσω με υπομονή και ηρεμία την όποια επιχειρηματολογία μου. Επίσης, κατά τη γνώμη μου είναι μια πολιτισμένη κι ατάραχη διαδικασία «διαλόγου», καθώς έχω διαπιστώσει μέσα από αρκετές συζητήσεις που έχω συμμετάσχει ή παρακολουθήσει, πως το παθιασμένο ταπεραμέντο κι η ημιμάθεια που κυριαρχούν στις μέρες μας, μας έχουν στερήσει το χάρισμα ενός ορθού δια ζώσης ή κι εξ’ αποστάσεως διαλόγου που να κυριαρχούν ο σεβασμός κι η υπομονή. Όσον αφορά το βασικό μου ερέθισμα που με οδήγησε στην επιθυμία μου να γράψω, θα μπορούσα να πω πως ήταν η συγκίνηση που μου προκάλεσε το βιβλίο του Ηλία Βενέζη «Το Νούμερο 31328», το οποίο είχα διαβάσει το καλοκαίρι του 2004. 

Πώς συνδυάζεται η συγγραφική σας δραστηριότητα με τις πολύ αξιόλογες σπουδές σας, αλλά και την επαγγελματική σας ενασχόληση;

Η συγγραφική μου δραστηριότητα δεν σχετίζεται επ’ ουδενί με την επαγγελματική μου ενασχόληση. Παρόλα αυτά, η μια αλληλοσυμπληρώνει την άλλη, καθώς ένα μεγάλο μέρος των επαγγελματικών μου δραστηριοτήτων είναι μοναχικό, σιωπηλό κι επαναλαμβανόμενο, γεγονός που μου παραχωρεί τη δυνατότητα να μπορώ να πλάσω και να εμπλουτίσω μες στο μυαλό μου τις ιστορίες που επιθυμώ να περιγράψω.  Αυτό έχει ως απόρροια, αρκετά μεσημέρια να επιστρέφω σπίτι φορτωμένος με σκέψεις, τις οποίες καταγράφω σε κάποιο σημειωματάριο για να τις επεξεργαστώ στον ελεύθερο, ανέμελο και δημιουργικό μου χρόνο.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Το καθετί δύναται να αποτελέσει έμπνευση. Το ζήτημα είναι κατά πόσο μπορεί κανείς να το αξιοποιήσει και να δημιουργήσει βασιζόμενος σ’ αυτό. Στη δική μου περίπτωση, θεωρώ πως είναι τα ταξίδια που έχω πραγματοποιήσει, αλλά κι οι αξιομνημόνευτες συζητήσεις που έχω μοιραστεί με άλλους ανθρώπους.

Υπήρξε κάποιο γεγονός στη ζωή σας που νιώσατε την ανάγκη να το μεταφέρετε αυτούσιο στο χαρτί;

Στα βιβλία μου συμπεριλαμβάνονται αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Το τελευταίο βιβλίο, στο οποίο αποτυπώνω τις περιπλανήσεις μου στα Δυτικά Βαλκάνια είναι κατάμεστο από γεγονότα και στιγμές που βίωσα μαζί με τους συνταξιδευτές μου τόσο στις όμορφες πόλεις της Αδριατικής όσο και στα κρυμμένα φρούρια, αλλά και στις απόκοσμες ομορφιές των φυσικών τοπίων που συναντήσαμε στα βαλκανικά βουνά. Όπως επίσης και τα συναπαντήματα κι οι στιχομυθίες με άλλους ανθρώπους που είχαν πράγματι κάτι να μας πουν, όπως η συνάντηση με τον ενενηντάχρονο κύριο Γεώργιο Μιχαήλοβιτς, τον τελευταίο Σέρβο στρατιώτη που εξακολουθεί να «υπηρετεί» στο συμμαχικό νεκροταφείο Ζέιτελνικ στη Θεσσαλονίκη. 

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Κάθε εποχή διαθέτει και τις δικές της επιρροές, διότι με τα χρόνια ανακαλύπτω όλο και περισσότερους συγγραφείς που δε γνώριζα τόσο τους ίδιους όσο και τα πονήματά  τους. Κάθε συγγραφέας που με στιγματίζει με το έργο του, ασκεί μια αδιαφιλονίκητη επιρροή τόσο στον τρόπο σκέψης μου, όσο και στον τρόπο γραφής μου. Όλα αυτά τα χρόνια που διαβάζω μανιωδώς, έχω επηρεαστεί από αρκετούς συγγραφείς όπως ο Μίλαν Κούντερα, ο Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ, ο Γιώργος Μακρής, ο Βασίλης Αλεξάκης κι άλλοι. Στο τελευταίο μου βιβλίο επηρεάστηκα καθοριστικά από τους Κλαούντιο Μάγκρις, Πάτρικ Λη Φέρμορ και Τζαν Μόρις.   

Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας; Τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;

Η λογοτεχνία, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης, έχει ως απώτερο σκοπό την πνευματική γενναιοδωρία και την ψυχική ανάταση των αναγνωστών της. Όμως στις μέρες μας, έχω την αίσθηση πως η τέχνη έχει απολέσει τον σκοπό της μέσα από τις πράξεις και τις αποφάσεις κάποιων προσώπων, οι οποίοι έχουν θυσιάσει την ποιότητα και την ουσία στο βωμό του κέρδους, της ματαιοδοξίας, του εγωκεντρισμού και των δημοσίων σχέσεων που κυριαρχούν στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Μαζί με την κοινωνική, οικονομική και πολιτική κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, έχουμε καταστεί μάρτυρες και της κρίσης που από την οποία διακατέχεται ο πνευματικός χώρος. Οπότε κατά τη γνώμη μου, σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας είναι να καταφέρει να ανασκευάσει την πρότερη αυθεντική της ταυτότητα. 

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας;

Το αναγνωστικό κοινό ήταν πάντα περιορισμένο και συγκεκριμένο στην πάροδο των χρόνων. Δε γνωρίζω κατά πόσο το διαδίκτυο έχει επηρεάσει την παρούσα συγκυρία, διότι οι άνθρωποι που εμμένουν στην ανάγνωση βιβλίων εξακολουθούν να το πράττουν και στις μέρες μας, παρόλο που μια διόλου αμελητέα μερίδα της κοινωνίας έχει αποχαυνωθεί στις οθόνες των κινητών και των υπολογιστών. Θεωρώ πως για ορισμένους η κυριαρχία του διαδικτύου προσφέρεται περισσότερο ως πρόσχημα, παρά ως αιτιολογικός παράγοντας που τους αποτρέπει από το να διαβάσουν ένα βιβλίο. Προσωπικά, το διαδίκτυο έχει συμβάλλει αρκετά στο να ανακαλύψω νέους συγγραφείς κι ενδιαφέροντα βιβλία που δε γνώριζα.  

Η κρίση αναμφίβολα έχει επηρεάσει σημαντικά τη λογοτεχνία. Μπορεί σήμερα ένας συγγραφέας να βιοποριστεί μόνο από τα έργα του;

Η ελληνική λογοτεχνική αγορά είναι σημαντικά περιορισμένη κι οι περισσότεροι αναγνώστες εμπιστεύονται τους ξένους εμπορικούς συγγραφείς παρά τους εγχώριους δημιουργούς. Οπότε, θεωρώ πως είναι αρκούντως δύσκολο για έναν συγγραφέα να μπορεί να βιοπορίζεται μέσα από τα έργα του. Επομένως δε θεωρώ πως η οικονομική κρίση επιδρά αρνητικά στους συγγραφείς, αλλά οι επιλογές του αναγνωστικού κοινού κι η προώθηση που εκτυλίσσεται μέσα από τις λογοτεχνικές στήλες των εφημερίδων και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ασχολούνται με τον χώρο του βιβλίου. 

Έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο από τα βιβλία σας; Κι αν ναι, γιατί;

Παρόλο που κάθε μου βιβλίο είναι ξεχωριστό, θεωρώ πως όλα μαζί είναι ένα συνεχές κομμάτι της δημιουργικής μου πορείας, μ’ αποτέλεσμα να αδυνατώ να αγαπήσω κάποιο περισσότερο από τα υπόλοιπα. 

Υπάρχει κάποιο βιβλίο σας, το οποίο θα προτείνατε οπωσδήποτε να διαβάσουν οι αναγνώστες;

Δε συνηθίζω να προτείνω βιβλία μου σε αναγνώστες. Μου αρέσει όμως να προτείνω βιβλία άλλων συγγραφέων που λάτρεψα σε φίλους μου βιβλιοφάγους. 

Ας μιλήσουμε τώρα για το τελευταίο σας βιβλίο, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2021 τις εκδόσεις «ενύπνιο» και φέρει τον τίτλο «Βαλκανευτές». Πρόκειται για ένα αρκετά πολυσέλιδο μυθιστόρημα, το οποίο στην ουσία περιγράφει τη δική σας προσωπική οδική απόδραση στα Δυτικά Βαλκάνια και των φίλων σας, παρόλο που δε στέκεται μόνο σ’ αυτό. Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό του.

Οι «Βαλκανευτές» γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού μου στα Δυτικά Βαλκάνια, την άνοιξη του 2016. Τα μέρη που επισκεφθήκαμε, οι άνθρωποι που συναντήσαμε αλλά κι οι πολύωρες συζητήσεις με τους φίλους μου μετατράπηκαν σε μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το εν λόγω βιβλίο. Ωστόσο, δε γνωρίζω σε ποιο είδος μπορώ να το κατατάξω, διότι είναι αυτοβιογραφικό αλλά και δεν είναι, είναι ταξιδιωτικό αλλά και δεν είναι, έχει δοκιμιακή χροιά αλλά και δεν έχει. Αυτό το αφήνω να το κρίνει ο εκάστοτε αναγνώστης που θα επιλέξει να το διαβάσει. Από πλευράς μου αυτό που επιδιώκω συγγραφικά μέσα απ’ αυτό το βιβλίο είναι να ταξιδέψω τους αναγνώστες στα μέρη που επισκέφθηκα και να μοιραστώ μαζί τους προβληματισμούς καθημερινούς, αλλά κι ατίθασες σκέψεις που ξεπήδησαν μέσα από τις πόλεις που επισκεφθήκαμε και τις σιωπηλές αλλά και ηχηρές ιστορίες που αυτές κουβαλούν τόσο στον πολεοδομικό όσο και στον ανθρώπινο ιστό τους. 

Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμά σας για να ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου;

Το ταξίδι στα Δυτικά Βαλκάνια υπήρξε το κυρίαρχο ερέθισμα για να αρχίσω τη συγγραφή του βιβλίου, αλλά κι οι παροτρύνσεις των δυο φίλων μου που διοργανώσαμε κι απολαύσαμε συντροφικά το συγκεκριμένο οδοιπορικό. 

Οι άνθρωποι έχουν την τάση να δένονται με τα βιώματά τους, τα οποία στην πορεία τρέπονται σε αναμνήσεις. Κι όταν αυτές ξεθωριάζουν με τον καιρό και ξαποσταίνουν στα βάθη του χρόνου αφήνουν πάντα πίσω τους ένα αβάσταχτο κενό. Το βιβλίο σας αυτό πέρα από μυθιστόρημα, εμπεριέχει και το ταξιδιωτικό αφήγημα, τον ιστορικό χάρτη-οδηγό, αφήνει όμως κι αρκετό χώρο ανάμεσά τους για να προκύψει και η προσωπική ενδοσκόπηση. Κινείται επομένως μια διαδικασία αυτό -αντανάκλασης ή αλλιώς αυτοπροβληματισμού, προκειμένου να κατανοήσετε καλύτερα ως συγγραφέας – ταξιδιώτης το ποιος πραγματικά είστε, ποιες είναι οι αξίες και τα πιστεύω σας και γιατί τελικά όλα αυτά επιδρούν στις σκέψεις και στις πράξεις σας. Αυτό κατά συνέπεια περνάει και στον αναγνώστη, καθώς είναι ο αποδέκτης του βιβλίου σας. Εσείς ως συγγραφέας αυτού του βιβλίου πως θα το χαρακτηρίζατε με λίγες λέξεις; Ποιο είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη;

Τα ταξίδια για μένα είναι μια σωτήρια διαφυγή από την καθημερινή ρουτίνα, ένα παυσίπονο της μιζέριας, αλλά και της εσωστρέφειας που έχουν κυριαρχήσει ανησυχητικά στις μέρες μας. Όμως παρά την ευεργετική τους φύση, τα ταξίδια παραμένουν μια πρόσκαιρη απόδραση, μια ολιγοήμερη αίσθηση ελευθερίας που δυστυχώς εξαχνώνεται αυτομάτως με την επιστροφή μου στην κατάσταση από την οποία προσπάθησα να ξεφύγω. Όμως, εκείνες τις μέρες που περιπλανιέμαι σε άγνωρες πόλεις, αφήνω τα μάτια μου ελεύθερα να παρασυρθούν από τη γοητεία των νέων εικόνων και το μυαλό ανάλαφρο να αναζητήσει επιλύσεις σε χρόνιους καταχωνιασμένους προβληματισμούς στα πιο άδυτα σημεία του μυαλού μου. Παρακάμπτοντας για λίγες μέρες τις καθημερινές σκοτούρες κι υποχρεώσεις προσφέρω χρόνο στον εαυτό μου για εσωστρεφείς αναζητήσεις, μια διαδικασία πολύπλοκή που με την πείρα των ετών κατόρθωσα να διαχειρίζομαι ολίγον τιπιο αποτελεσματικά. Για να βγει όμως κάποιο ωφέλιμο συμπέρασμα μέσα απ’ αυτή τη δίνη των σκέψεων, οφείλω να αντιμετωπίσω τον εγωισμό μου, αλλά και τον πόνο που επιφέρει η αλήθεια. Παρήλθε αρκετός καιρός για να αντιληφθώ πως μέσα απ’ αυτό το εσώψυχο ξεγύμνωμα αναδύομαι πιο δυνατός και πιο ζωντανός. Οπότε για μένα τα ταξίδια δεν είναι μόνο λίγες μέρες διαφυγής κι αναψυχής, αλλά και μερικές μέρες πνευματικής ανανέωσης και ψυχικής ενδυνάμωσης. Ίσως αυτό να είναι και το βασικό μήνυμα που επιθυμώ να εμφυσήσω στους αναγνώστες του βιβλίου. 

Γράφετε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας: «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει». Η μοναξιά κατά τη γνώμη σας υποσκάπτει την έννοια της ύπαρξης; Πώς μπορεί να επιτευχθεί η εσωτερική αναζήτηση της μυστικής πλευράς των πραγμάτων και των υποσυνείδητων γωνιών του δικού μας ψυχισμού με παρέα; 

Θεωρώ πως η μοναξιά είναι μια δυσάρεστη συνθήκη που επιβάλλεται εξαιτίας κάποιων εξωγενών συγκυριών στους ανθρώπους πάντοτε αθέλητα. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να τη συσχετίσω με την έννοια της ύπαρξης. Αντιθέτως, η μοναχικότητα είναι μια συνειδητή επιλογή, μια ειλικρινής και θαρραλέα επιλογή ενδοσκοπικής εσωστρέφειας, για να ορθώσει ασφαλέστερα στεγανά απέναντι στην κοινωνική τοξικότητα, αλλά και για την επίτευξη της γνωριμίας με τον ίδιον εαυτό, ώστε να μπορεί μετέπειτα να επιλέγει ο ίδιος ορθά με ποιους ανθρώπους επιθυμεί να συναναστραφεί. Η εσωτερική αναζήτηση της μυστικής πλευράς των πραγμάτων και των υποσυνείδητων γωνιών, όπως πολύ σωστά αναφέρατε, είναι μια διαδικασία που ο καθένας μας οφείλει να τη διατελέσει μόνος του, θυσιάζοντας αρκετό και πολύτιμο χρόνο και διώχνοντας κάμποσα πρόσωπα από γύρω του μέχρι να φτάσει στην πολυπόθητη πηγή. Νιώθω τυχερός που έχω γνωρίσει κάποιους ανθρώπους που έχουν βιώσει τη δική τους προσωπική οδύσσεια και στέκονται πλέον θριαμβευτές στην πηγή αυτή ή έστω λίγα βήματα μακριά της. Άλλοι έχουν σκύψει κι έχουν γευτεί τη δροσιά της αυτογνωσίας κι άλλοι διστάζουν να έρθουν αντιμέτωποι με την αλήθεια και με τα φαντάσματα του παρελθόντος τους. Και οι δυο αυτές αντιδιαμετρικές περιπτώσεις ανθρώπων παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον κι αυτό αναδύεται στην επιφάνεια μόλις συναναστραφείς μαζί τους. Σε εκείνες τις μαγικές στιγμές κυριαρχεί μια ανιδιοτελής προσπάθεια κοινής εσωτερικής αναζήτησης, όπου ο ένας μοιράζεται εμπειρίες, γνώσεις και σκέψεις με τον άλλον προσπαθώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να προβούν σε έναν συντονισμένο δρασκελισμό προς την πηγή. Οπότε νιώθω αν μη τι άλλο τυχερός που το ταξίδι αυτό ήταν μια συμβιωτική εμπειρία με δυο επιστήθιους φίλους που έχουν προσεγγίσει την πηγή της αυτογνωσίας και μαζί τους μοιράζομαι εδώ και πολλά χρόνια αυτούς τους καθημερινούς γλυκόπικρους εσωτερικούς προβληματισμούς. 

Θεωρείτε απαραίτητη την ύπαρξη των φωτογραφιών στο συγκεκριμένο βιβλίο σας; Γιατί;

Δε θεωρώ πως είναι απαραίτητη η παρουσία των φωτογραφιών στο βιβλίο, διότι η εικόνα κατευθύνει αρκετά τη φαντασία των αναγνωστών. Διαφορετική αίσθηση έχει η φανταστική σύλληψη ενός τοπίου μέσω της λεκτικής περιγραφής και αλλιώτικο να το βλέπεις μπροστά σου σε μια φωτογραφία. Όμως, η αλήθεια είναι, πως παράλληλα με τη συγγραφή θέλησα να τιμήσω και μια ακόμη αναπόσπαστη ταξιδιωτική μου συνήθεια κι αυτή είναι η φωτογραφία. Επίσης, είχα επηρεαστεί από τα βιβλία του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ, ο οποίος συνοδεύει τις συναρπαστικές περιγραφές του με τις ισορροπημένες φωτογραφικές του λήψεις. 

Το βιβλίο σας απευθύνεται μόνο σε ενήλικες ή και σε έφηβους;

Εξαρτάται από τις αξιώσεις του εκάστοτε αναγνώστη. Έχω αναμειχθεί σε υπέροχες συζητήσεις με αρκετά ώριμους εφήβους κι έχω απογοητευτεί από κάμποσους σοβαροφανείς ενήλικες. Οπότε δεν υπολογίζω την ηλικία του καθενός ως κριτήριο ανάγνωσης του βιβλίου. 

Μιλήστε μας για το εκδοτικό σας σπίτι. Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «ενύπνιο»;

Τα προηγούμενα βιβλία μου είχαν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, αλλά με τους «Βαλκανευτές» μετακόμισα στις εκδόσεις Ενύπνιο. Αισθάνομαι τυχερός που ο εκδότης μου Στάθης Ιντζές με ενέταξε στην ομάδα των συγγραφέων και των ποιητών του οίκου του, διότι μέσα απ’ αυτόν τον εκδοτικό οίκο έχω γνωρίσει αξιόλογους ανθρώπους με ιδιαίτερους προβληματισμούς και με διάθεση για ειλικρινείς συνδιαλέξεις. Επίσης, υπάρχει μια συγκινητική αλληλοεκτίμηση μεταξύ των δημιουργών του εκδοτικού οίκου που οδήγησε στη δημιουργία απρόσμενων φιλικών σχέσεων. Αυτό για μένα είναι η πιο ανεκτίμητα ουσιώδης ανταμοιβή που μπορεί να σου προσφέρει απροσδόκητα η έκδοση ενός βιβλίου. 

Έχετε ήδη παρουσιάσει το βιβλίο σας στην πρωτεύουσα, στη συμπρωτεύουσα και στη γενέτειρά σας τη Χίο. Σχεδιάζετε και άλλες παρουσιάσεις αυτού το προσεχές διάστημα;

Έχω παρουσιάσει το βιβλίο τρεις φορές στην Αθήνα κι από μια φορά σε Θεσσαλονίκη και Χίο. Οι παρουσιάσεις αποτελούν μια απαραίτητη διαδικασία για να γνωστοποιηθεί και να διαδοθεί ένα νεοαφιχθέν βιβλίο. Όμως, σε κάθε παρουσίαση έρχομαι αντιμέτωπος με το κοινό κι αυτό με φορτώνει με δυσβάσταχτες ποσότητες άγχους. Είναι ένα τίμημα εντούτοις που οφείλω να υποστώ, καθώς επιθυμώ  να στηρίξω και να προωθήσω τους «Βαλκανευτές». Η αλήθεια είναι πως θα ΄θελα να δρομολογήσω λίγες ακόμη παρουσιάσεις και σε άλλες πόλεις. Είναι μια σκέψη που θα επεξεργαστώ μες στο φθινόπωρο. 

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Εύχομαι να κατορθώσουμε να βγούμε όσο το δυνατόν λιγότερο λαβωμένοι απ’ αυτήν τη σκοταδιστική περίοδο που έχει κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια και μας έχει εκτοξεύσει δεκαετίες πίσω. 

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

[…Παρατηρούσα τις κινήσεις τους στον άδειο χώρο του φρουρίου κι αναλογιζόμουν πόσο απαραίτητες είναι οι μοναχικές στιγμές στα ταξίδια. Με τα χρόνια είχα διαπιστώσει πως οι εντυπώσεις σε μοναχικούς ταξιδιώτες είναι πιο βαθιές και ζωηρές απ’ ότι στους κοινωνικούς ανθρώπους, διότι οι σκέψεις, οι εικόνες κι οι στιγμές απασχολούν περισσότερο τους πρώτους διότι κατακαθίζουν στην ψυχή τους κι αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις στη σιωπή. Στην μοναξιά ωριμάζει η σκέψη κι αποκτά μια απόκοσμη ομορφιά. Μετατρέπεται σε συναίσθημα…] 

Κύριε Χατζελένη, σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτησή μας και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική.

Εγώ σας ευχαριστώ για την εποικοδομητική συζήτηση και για τη ζεστή σας φιλοξενία.


Βιογραφικό:

Γεννήθηκα στη Χίο στις 29 Μαρτίου του 1984 και μεγάλωσα σε μια παραδοσιακή ναυτική οικογένεια. Το φθινόπωρο του 2002 μετακόμισα στην Αθήνα λόγω σπουδών, ολοκληρώνοντας το τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων κι Έργων Τέχνης το 2008. Έκτοτε εργάζομαι μέχρι σήμερα στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Παράλληλα αρθρογραφούσα στο ηλεκτρονικό ευρωπαϊκό περιοδικό OneEurope (2011-2015) και στη χιώτικη aplotaria.gr (2015-2018). Επίσης έχω γράψει τα βιβλία Καθημερανοητότητα (2012), Βαλκανεύοντας (2014) κι Εντεύθεν (2016).