Ο συγγραφέας Λεωνίδας - Βασίλειος Μανιάτης μιλά για την ανθολογία των βραβείων της λογοτεχνίας του φανταστικού «LARRY NIVEN 2020»


Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Ο Λάρι Νίβεν είναι πολυβραβευμένος Αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας και ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της λογοτεχνίας του φανταστικού στον κόσμο. Η δημιουργία των «Βραβείων Λογοτεχνίας του φανταστικού LARRY NIVEN» από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές» όχι μόνο αποδίδει μεγάλη τιμή στον αναφερόμενο συγγραφέα, αλλά ταυτόχρονα δίνει το βήμα και σε νεώτερους συγγραφείς να δοκιμάσουν τις δικές τους δυνάμεις στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Ήδη έχουν περάσει δέκα χρόνια από την πρώτη φορά και τα βραβεία αυτά συνεχίζουν να αναδεικνύουν συγγραφικά ταλέντα. Ποια η δική σας γνώμη για την θέσπιση των βραβείων αυτών;

Προσωπικά θεωρώ ότι η καθιέρωση των Βραβείων Larry Niven για τους ελληνόφωνους συγγραφείς της Ελλάδας και της Κύπρου αποτελεί ένα κομβικό σημείο για την διάδοση της λογοτεχνίας του φανταστικού στο ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό. Αποτελεί άλλωστε κοινό μυστικό ότι στην νεότερη Ελλάδα η ενασχόληση με την Λογοτεχνία του Φανταστικού υπήρξε κάπως περιορισμένη, ενώ υπήρξε και μία ατυχής σύνδεσή της με μία σειρά από αυθαίρετους αφορισμούς που αναχαίτισαν την διάδοσή της στην Ελλάδα τους δύο τελευταίους αιώνες. Οι αντιλήψεις όμως ότι η Λογοτεχνία του Φανταστικού «είναι για παιδιά», «απευθύνεται σε μία πολύ περιορισμένη και κλειστή ομάδα ατόμων» και «είναι ξένη με την ελληνική λογοτεχνική παράδοση» που δυστυχώς διαδόθηκαν για χρόνια και ειπώθηκαν τόσες φορές ώστε ακόμα και σήμερα να ηχούν πιστευτές στα αφτιά ορισμένων είναι εντελώς αυθαίρετες και παραπλανητικές. 

Τα περισσότερα έργα φαντασίας, επιστημονικής, κλασικής ή τρόμου, απευθύνονται άλλωστε σε ευρύ ηλικιακό φάσμα και όχι μόνο σε παιδιά, ενώ σαφώς υπάρχουν και έργα που απευθύνονται πρωτίστως ή και αποκλειστικά σε ενήλικες. Και το τελευταίο δεν οφείλεται πάντοτε στα ακατάλληλα θέματα, την φρασεολογία ή τις σκληρές εικόνες που μπορεί ένα κείμενο να περιέχει, αλλά και στην συζήτηση σύνθετων θεμάτων που υπερβαίνουν την παιδική σκέψη. Η δε κοινότητα των ανθρώπων που διαβάζουν επιστημονική και μη φαντασία στην Ελλάδα πληθαίνει συνεχώς, κάτι που αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για ένα κλειστό κλαμπ, ενώ έχει πλέον αποδειχθεί και επιστημονικά ότι η υγιής καλλιέργεια της φαντασίας είναι κάτι ευεργετικό, όχι μόνο για τα παιδιά, αλλά για όλους τους ανθρώπους. Τέλος οποιαδήποτε προσπάθεια αποσύνδεσης μεγάλου μέρους της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής γραμματείας από την λογοτεχνία της κλασικής φαντασίας αποτελεί αυθαίρετο προϊόν άγνοιας στην καλύτερη περίπτωση. Τα Ομηρικά Έπη αποτελούν άλλωστε το αρχαιότερο δείγμα κλασικής φανταστικής λογοτεχνίας στην Ευρώπη, καθώς αναμειγνύουν διηγήσεις για ήρωες του παρελθόντος με μυθικά υπερφυσικά πλάσματα και θεούς, ένα στοιχείο που περιέχεται σε πολλά από τα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Στην κλασική φαντασία σαφώς ανήκουν και πολλά από τα δημοτικά και ακριτικά τραγούδια της Βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής, καθώς εμπεριέχουν το ίδιο στοιχείο του μεταφυσικού, καίτοι σε ένα εκχριστιανισμένο πολιτισμικό πλαίσιο. Και βέβαια, το αν οι συγγραφείς των εν λόγω κειμένων πίστευαν ότι τα πράγματα αυτά μπορούσαν να συμβούν ή όχι, δεν καθιστά τα ίδια τα κείμενα λιγότερο φανταστικά, αφού σίγουρα κανείς εξ αυτών δεν αντίκρισε με τα μάτια του μυθολογικά τέρατα, θεούς ή νεράιδες. Το γιατί στις απαρχές του νεότερου ελληνικού κράτους επικράτησε η άποψη ότι αφ’ ενός μεν το μεταφυσικό πρέπει να εξοβελιστεί από την τέχνη και από την ζωή του ανθρώπου -με την προφανή εξαίρεση του τομέα της θρησκευτικότητάς του- και αφ’ ετέρου ότι ο Έλληνας πρέπει να είναι στραμμένος προς ένα ένδοξο παρελθόν και όχι προς ένα ελπιδοφόρο μέλλον, αποτελεί μείζον ζήτημα που θα μπορούσε να ανοίξει μία τεράστια συζήτηση.

Το γεγονός πάντως ότι, έστω και με καθυστέρηση δύο αιώνων, η ελληνική λογοτεχνία αρχίζει να κάνει και πάλι κάποια μικρά βήματα προσέγγισης της λογοτεχνίας του Φανταστικού, αποτελεί πιστεύω κάτι το ενθαρρυντικό και ένα από τα  βήματα αυτά, ένα από τα πλέον σημαντικά μάλιστα, αποτελεί και η θέσπιση των Βραβείων Larry Niven, καθώς και η συνεπής ετήσια διεξαγωγή τους, ακόμα και μέσα στο «χάος» της πανδημίας του νέου κορωνοϊού. 

Θεωρείτε κι εσείς τον Λάρι Νίβεν συγγραφέα - πρότυπο για τους επόμενους κι ανερχόμενους συγγραφείς της λογοτεχνίας του φανταστικού; 

Ασφαλώς και η συνεισφορά του κυρίου Niven στην λογοτεχνία του Φανταστικού υπήρξε σημαντική, πράγμα που τον κατατάσσει ασφαλώς μεταξύ των σημαντικότερων εν ζωή συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, πέραν του αδιαμφισβήτητου ταλέντου του κυρίου Niven και του πλούσιου συγγραφικού του έργου, θεωρώ ότι πρέπει να αναφερθεί και το γεγονός ότι σημαντική υπήρξε η προώθηση αρκετών αγγλόφωνων συγγραφέων της επιστημονικής φαντασίας από την νεότερη αμερικανική κουλτούρα η οποία σε μεγαλύτερο βαθμό ίσως απ’ ό,τι οποιαδήποτε άλλη μέχρι στιγμής έχει καταφέρει να στρέψει το βλέμμα των ακολούθων της περισσότερο στο αύριο παρά στο χθες, εκπέμποντας παράλληλα αυτήν της την επιλογή και πολύ πέρα από τα γεωγραφικά όρια των Ηνωμένων Πολιτειών, επηρεάζοντας μεταξύ άλλων και τα λιμνάζοντα κάποτε νερά της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Διότι μπορεί στην Ελλάδα να ήταν και παλαιότερο γνωστό το έργο του Γάλλου Ιουλίου Βερν ή του αρχαίου Λουκιανού, αλλά ελάχιστοι ήταν εκείνοι που ασχολούνταν σοβαρά με αυτό σε μία εποχή όπου όλη η πνευματικότητα του ελληνικού έθνους έπρεπε να βρίσκεται σε τροχιά γύρω από την ιδέα της γεωγραφικής και χρονικής ενότητας του νεότερου Ελληνισμού με την Κλασική Αρχαιότητα. Και η μεγάλη αυτή επίδραση της αμερικάνικης κουλτούρας που καθορίστηκε από την θεαματική προσσελήνωση του 1969, ένα ιστορικό γεγονός ικανό να γεφυρώσει φαντασία και πραγματικότητα, καταρρίπτοντας πανάρχαια όρια του τι ήταν πρακτικά δυνατό, υπήρξε ο παράγοντας που αφύπνισε και την εδώ λογοτεχνική δημιουργία όσον αφορά τον τομέα της επιστημονικής φαντασίας. Η δε συμβολή και των βιβλίων του κυρίου Niven, όπως και άλλων συναδέλφων του, σε αυτό υπήρξε ανεκτίμητη και για αυτό του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ. 

Ωστόσο πρέπει να επισημανθεί και κάτι ακόμα, εξίσου σημαντικό. Μία υγιής καλλιτεχνική επίδραση δεν εξαντλείται στην στείρα μίμηση του προτύπου, μία παγίδα στην οποία οι νεότεροι Έλληνες συχνά αρέσκονται να πέφτουν και σε σχέση με τα αρχαία τους πρότυπα και σε σχέση με τα νεότερα. Για να είναι πραγματικά γόνιμη, θα πρέπει κάποια στιγμή, ξεπερνώντας το βρεφικό της στάδιο, η ελληνική επιστημονική φαντασία να ακολουθήσει τα δικά της ανεξάρτητα βήματα, ανοίγοντας νέα μονοπάτια στο εν λόγω λογοτεχνικό είδος.

Κρατώ στα χέρια μου την ανθολογία των βραβείων της λογοτεχνίας του φανταστικού για το έτος 2020. Τίτλος του «LARRY NIVEN 2020». Κυκλοφορεί φυσικά από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές». Ανάμεσα στα ονόματα των βραβευθέντων βρίσκεται και το δικό σας. Πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Πάντοτε με γεμίζει χαρά το να κυκλοφορούν κείμενά μου σε ανθολογίες. Μία από τις ευτυχέστερες άλλωστε στιγμές για έναν συγγραφέα είναι όταν βλέπει τα κείμενά του τυπωμένα σε βιβλίο. Χαίρομαι πάντως και διότι μου δίνεται έτσι η μεγάλη ευκαιρία να κοινοποιήσω το έργο μου σε ένα μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό, ερχόμενος παράλληλα σε λογοτεχνικό «διάλογο» με άλλους ελληνόφωνους συγγραφείς.

Με πόσα έργα συμμετέχετε στην ανθολογία αυτή;

Στην ανθολογία «Βραβεία Larry Niven 2020» συμμετέχω με δύο μου κείμενα: ένα ποίημα με τίτλο «Ο Δρακοντοκτόνος» και ένα διήγημα με τίτλο «Cuius Cupla?»

Ποιο θέμα ή ποια θέματα πραγματεύεστε στο βιβλίο;

Το ποίημα μου «Ο Δρακοντοκτόνος» εντάσσεται στην κατηγορία της κλασικής φαντασίας και περιστρέφεται γύρω από τις τελευταίες στιγμές ενός λαβωμένου ιππότη που συγκρούστηκε με τον δράκοντα και έπεσε ηρωικά στην μάχη, έχοντας όμως τραυματίσει θανάσιμα το θηρίο που αντιμετώπισε και λυτρώνοντας τους συνανθρώπους του από την καταστροφική του παρουσία. Φυσικά, το φανταστικό πλαίσιο εδώ λειτουργεί αποκλειστικά ως αλληγορία και αυτό που πραγματικά εκθειάζει το ποίημα μου είναι η πράξη της αυτοθυσίας για το καλό του συνόλου, καθώς και η έμπρακτη μετάνοια, για την οποία ποτέ δεν είναι αργά.

Το διήγημά μου «Cuius Culpa?», ο τίτλος του οποίου είναι εσκεμμένα στα λατινικά, ανήκει στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας, αλλά επικεντρώνεται στην προέκταση ενός απολύτως υπαρκτού προβλήματος, οι πρώτες άκακες εκδηλώσεις του οποίου ακούγονται ήδη κατά καιρούς στις ειδήσεις. Τι γίνεται όταν τα κράτη της Γης αποποιούνται των δικαιωμάτων τους στο διάστημα; Δεν πρόκειται για μία υπόθεση εργασίας, αλλά για κάτι απολύτως πραγματικό. Την δεκαετία του 1960, λίγο πριν ο Armstrong πατήσει στην Σελήνη, υπεγράφη στην Γη η Outer Space Treaty, την οποία πλέον προσυπογράφουν οι περισσότερες χώρες στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων της Ελλάδας και της Κύπρου. Ένα άρθρο της συνθήκης αυτής καθιστά σαφές ότι κανένα επίγειο κράτος δεν θα είναι εις θέσιν να διεκδικήσει για τον εαυτό του εδάφη ή δικαιώματα εξόρυξης πρώτων υλών σε εδάφη της Σελήνης ή άλλων εκτός της Γης ουρανίων σωμάτων. Την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η Συνθήκη αυτή ήταν αναγκαίο να λάβει χώρα. Η Σοβιετική Ένωση άλλωστε θα είχε απόλυτο δίκιο να φοβάται το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να οικειοποιηθούν σεληνιακά εδάφη, βάσει του απαρχαιωμένου ευρωπαϊκού αποικιακού δικαίου, να χτίσουν σε αυτά στρατιωτικές βάσεις και σιλό εκτόξευσης πυραύλων και να αποθηκεύσουν εκεί διαπλανητικούς πυραύλους, φέροντες όπλα μαζικής καταστροφής. Πώς θα μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια άλλωστε, γνωρίζοντας ότι πάνω απ’ τα κεφάλια τους βρίσκεται σε τροχιά μία «αβύθιστη» πλατφόρμα εκτόξευσης πυρηνικών όπλων; Τα χρόνια όμως πέρασαν, ο κόσμος άλλαξε και ακόμα το νομικό πλαίσιο παραμένει ίδιο. Χωρίς την δυνατότητα επέκτασης στο διάστημα ή κέρδους από διαστημικές πρώτες ύλες, ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες μείωσαν δραστικά τα κονδύλια προς την εθνική τους υπηρεσία διαστήματος και καιροπέταξαν τα επόμενα διαστημικά τους βήματα πάνω από μισό αιώνα. Και ακόμα και τώρα που αποφάσισαν μια κάποια νεότερη του Apollo διαστημική κινητοποίηση, αυτό θα γίνει με μέσα ιδιωτικών εταιρειών που σαφώς δεν δεσμεύονται από την Συνθήκη του Απωτέρου Διαστήματος, ούτε και από κάποιο άλλο έγγραφο διαστημικού δικαίου που και να υπήρχε, κανείς δεν θα είχε την αρμοδιότητα να επιβάλλει την ισχύ του εκτός της γήινης ατμόσφαιρας. 

Στο διήγημά μου, φαντάζομαι έναν κόσμο που τα κράτη της Γης έχουν περιοριστεί σε αυτόν τον γαλάζιο πλανήτη, ενώ άλλοι φορείς έχουν εξαπλωθεί στο διάστημα, συγκεντρώνοντας τεράστια πλούτη και εξουσία. Μια φανταστική ιδιωτική εταιρεία με έδρα της τον πλανήτη Άρη, η Εταιρεία Βαθέως Διαστήματος, έχει τον απόλυτο έλεγχο, εφαρμόζοντας την πιο απόλυτη μορφή διαστημικού καπιταλισμού, κυβερνώντας μάλλον απολυταρχικά τις αποικίες των εργαζομένων της και καταπατώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς καμία επίβλεψη ή τιμωρία, στηρίζοντας την εξουσία της στην χρήση ρομποτικών όπλων και στον έλεγχο του οξυγόνου και των άλλων βασικών αγαθών. Και τώρα φανταστείτε και ένα αντίπαλον δέος αυτού του τυραννικού συστήματος, ενός οργανισμού που εδρεύει μεν στην Γη, αλλά δεν δεσμεύεται από τις διακρατικές συνθήκες. Ενός οργανισμού που έχοντας μάτια και αφτιά παντού, μαθαίνει για την αγανάκτηση των καταπιεσμένων ανθρώπων που έφυγαν από την Γη και τους πολέμους της για να παγιδευτούν στην υπηρεσία της Εταιρείας και ξέρει πώς να εκμεταλλευτεί αυτή την αγανάκτηση, για να επιβάλλει το δικό της καθεστώς. Με αφορμή τον τραγικό θάνατο μίας ομάδας επιστημόνων που εγκαταλείπεται εσκεμμένα από την Εταιρεία Βαθέως Διαστήματος σε έναν απόμακρο πλανήτη για να πεθάνει, η λεγόμενη Τριαδική Εκκλησία κηρύσσει ιερό πόλεμο κατά της Εταιρείας, καλεί τους υποταγμένους Αρειανούς να ξεσηκωθούν και οργανώνει σταυροφορικά σώματα από την Γη για να τους ενισχύσει. Ωστόσο, πίσω από την φαινομενικά θεάρεστη πράξη της, κρύβεται ένα ένοχο μυστικό και μόνο ένας άνθρωπος, ένας επικηρυγμένος πληρωμένος εκτελεστής, γνωρίζει ένα τμήμα της επικίνδυνης αλήθειας. Μέσα στην απόλυτη απελπισία, θα επιχειρήσει λοιπόν μία τελευταία συνάντηση με τον εντολέα του, παίζοντας τις ζωές και των δυο τους κορώνα-γράμματα, προκειμένου να μάθει τον ακριβή ρόλο του μέσα στο σκοτεινό σχέδιο στο οποίο τον έχουν μπλέξει.

Θεωρείτε πως είναι εμφανής η επίδραση του Λάρι Νίβεν στα συγκεκριμένα έργα που φιλοξενούνται στο βιβλίο αυτό; Και με ποιον τρόπο;

Αν αναφέρεστε στα δύο δικά μου κείμενα, η αλήθεια είναι ότι δεν θα το έλεγα. Τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς, όπως προείπα, μπορεί σήμερα να μην ασχολούμαστε καν με την λογοτεχνία του Φανταστικού, αν δεν είχε προηγηθεί η δράση αγγλόφωνων συγγραφέων, όπως ο κύριος Niven. Και είναι πιστεύω σημαντικό το γεγονός ότι τα Βραβεία Larry Niven δεν προϋποθέτουν την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου στυλ γραφής, όπως θα μπορούσε να είναι αυτό του κυρίου Niven, αλλά αφήνουν τους συμμετέχοντες ελεύθερους να αναπτύξουν όπως νομίζουν τις ιδέες και το ταλέντο τους.

Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι αντιπροσωπευτικό του περιεχομένου των έργων του βιβλίου; Τι πιστεύετε;

Αν η επιλογή ενός εξωφύλλου για ένα ενιαίο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι μία φορά δύσκολη υπόθεση, η αντίστοιχη επιλογή για μία ανθολογία είναι τόσες φορές πιο δύσκολη, όσες και ο αριθμός των κειμένων που συμμετέχουν σε αυτήν. Και ο βαθμός δυσκολίας αυξάνεται έτι περαιτέρω, όταν στην όλη «εξίσωση» μπαίνουν παραπάνω του ενός λογοτεχνικά είδη: η επιστημονική φαντασία, η κλασική φαντασία, ο τρόμος, η ποίηση του φανταστικού κοκ. Σε μία τέτοια περίπτωση, λογική μου φαίνεται η επιλογή ενός σχετικά ουδέτερου εξωφύλλου -με την έννοια ότι δεν σχετίζεται με μία συγκεκριμένη ιστορία από την ανθολογία- το οποίο να παραπέμπει σε κάποιο από τα λογοτεχνικά είδη που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Και δεδομένου του ότι ο τίτλος της ανθολογίας περιλαμβάνει το όνομα του κυρίου Niven που ασχολήθηκε πρωτίστως, καίτοι όχι αποκλειστικά, με την επιστημονική φαντασία, μου φαίνεται δίκαιο το να παραπέμπει και το εξώφυλλο σε αυτό το λογοτεχνικό είδος. Το εξώφυλλο που επιλέχθηκε λοιπόν με τον αστροναύτη στο εσωτερικό του σκάφους του, με φόντο την απεραντοσύνη του διαστήματος μου φαίνεται ότι εμπίπτει στην κατηγορία αυτή και αντικατοπτρίζει έτσι το πνεύμα του βιβλίου. Συνεπώς θεωρώ την επιλογή αυτή ταιριαστή για την συγκεκριμένη ανθολογία.

Υπάρχει κάποιο έργο του βιβλίου αυτού, ενός άλλου συγγραφέα, που σας άρεσε πάρα πολύ και θα θέλατε να είχατε γράψει εσείς;

Μεταξύ των κειμένων που συμμετέχουν στην ανθολογία, πολλά είναι αυτά που θεωρώ ότι αξίζει κανείς να διαβάσει. Το να φτάσει όμως κανείς στο σημείο να πει ότι το τάδε κείμενο θα ήθελε να το έχει γράψει ο ίδιος είναι κάτι που προσωπικά πιστεύω ότι μπορεί να συμβεί ελάχιστες φορές στην ζωή ενός συγγραφέα, ακριβώς διότι ο κάθε συγγραφέας αποτελεί μία ξεχωριστή μοναδική προσωπικότητα, με την δική της μοναδική συγγραφική πένα. Οι ιστορίες του βγαίνουν μέσα από τον ίδιο του τον ψυχισμό και φέρουν βαθιά μέσα τους το αποτύπωμα της φαντασίας του που είναι κάτι το μοναδικό. Συνεπώς, μπορώ να πω ότι μεταξύ των κειμένων της ανθολογίας υπήρξαν κείμενα που με συνεπήραν και μου άρεσαν πολύ, αλλά δεν θα χρησιμοποιούσα την συγκεκριμένη φράση. Διότι αν το έργο ενός συγγραφέα καθορίζεται από το ποιος είναι πραγματικά, αν είχα γράψει οποιοδήποτε από τα κείμενα αυτά αντί για τα δικά μου, τότε θα ήταν λογική αναγκαιότητα να μην ήμουν ο εαυτός μου, αλλά κάποιος άλλος. 

Μεταξύ των ιστοριών που μου άρεσαν πάντως πρέπει να συμπεριλάβω το διήγημα «Η άλλη» της συναδέλφου Βασιλικής Δραγούνη που διακρίνεται από βαθύ συναίσθημα, προσεγγίζοντας μέσα από τους φακούς της επιστημονικής φαντασίας ένα διαχρονικό όσο και πραγματικό πρόβλημα, καθώς και οι δύο νουβελέτες της αγαπητής συναδέλφου Σελίνας Χρυσουλάκη που με τρόπο αριστοτεχνικό, «καθηλώνει» τον αναγνώστη μέσα από την έντονη δράση και την πυκνή πλοκή των ιστοριών της.

Για ποιο λόγο εσείς προσωπικά αποφασίσατε να στρέψετε το συγγραφικό σας ενδιαφέρον στη λογοτεχνία του φανταστικού; Τι ήταν και τι εξακολουθεί να είναι αυτό που σας συναρπάζει περισσότερο σ’ αυτήν;

Δύο πράγματα είναι αυτά τα οποία θεωρώ ότι με τραβάνε τόσο πολύ στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Το πρώτο είναι η απεριόριστη ελευθερία που δίνει το είδος αυτό στον συγγραφέα, δίνοντάς του την δυνατότητα να πλάσει ιστορίες ανεξάρτητες από την απτή πραγματικότητα, τους περιορισμούς των ιστορικών τετελεσμένων και την καθημερινή αντίληψη περί του δυνατού/εφικτού. Με αυτόν τον τρόπο, είναι δυνατόν να περιγραφούν καταστάσεις πραγματικά ακραίες, ικανές να δοκιμάσουν τα όρια των ηρώων της ιστορίας μας, εξυμνώντας έτσι το ψυχικό τους μεγαλείο, την δύναμη του χαρακτήρα τους και την εφευρετικότητά τους. Και το δεύτερο είναι η δυνατότητα του worldbuilding, της κατασκευής δηλαδή ενός φανταστικού κόσμου που δίνεται στον συγγραφέα, την οποία προσωπικά αξιοποιώ ως εξής: συνθέτω ανασύροντας πολιτισμικά στοιχεία από πολιτισμούς του παρελθόντος, αλλάζοντάς τα και τοποθετώντας τα σε ένα τελείως διαφορετικό πολιτιστικό πλαίσιο. Αν σκεφτούμε την φανταστική μας ιστορία ως ένα νοητικό πείραμα, το worldbuilding ισοδυναμεί με την δυνατότητα του πειραματιζόμενου να ελέγξει απόλυτα τις εργαστηριακές συνθήκες διεξαγωγής του πειράματος. Η πρακτική αυτή συνεπώς «ανοίγει» νέους δρόμους στην σκέψη του συγγραφέα, δίνοντάς του πολύ περισσότερες επιλογές για την πλοκή του έργου του.

Παρατηρώντας τη μεγάλη και συνεχώς αυξανόμενη εκδοτική κίνηση βιβλίων επιστημονικής φαντασίας θεωρείτε τελικά κι εσείς πως το λογοτεχνικό αυτό είδος έχει απήχηση στις μέρες μας; Ποια η προσωπική σας γνώμη;

Θεωρώ ότι στις μέρες μας έχει αρχίσει να συντελείται μία πραγματική στροφή του αναγνωστικού κοινού προς το μάλλον «παρεξηγημένο» παλαιότερα αυτό λογοτεχνικό είδος. Η επίδραση της αγγλόφωνης λογοτεχνίας και του κινηματογράφου επηρέασε σαφώς καταλυτικά την στροφή αυτή, αλλά η πραγματική της αιτία πιστεύω ότι θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Όπως θα έλεγε και ο Νεύτωνας, κάθε δράση επιφέρει αντίδραση και αυτό που συμβαίνει τώρα αποτελεί την αντίδραση στην μακροχρόνια λογοτεχνική καταστολή της λογοτεχνίας του φανταστικού στην νεότερη Ελλάδα. 

Ας μην ξεχνάμε ότι το κίνημα υπέρ της ίδρυσης ενός Ελληνικού κράτους στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τον λεγόμενο Ελληνικό Διαφωτισμό που εισήγαγε στην νεότερη ελληνική σκέψη τις αρχές του ορθολογισμού, ο οποίος κατέρριπτε την μοιρολατρία και καλούσε τον υπόδουλο Έλληνα να πάρει την τύχη του στα χέρια του, να ξεσηκωθεί και να παλέψει για την ελευθερία του. Η εγκαθίδρυση της νεότερης Ελλάδας συνδέθηκε με την επικράτηση του πνεύματος αυτού, τουλάχιστον στην mainstream τέχνη της εποχής. Μπορεί λόγω της ισχυρής θρησκευτικότητας του ελληνικού λαού να μην υιοθετήθηκε ο κοσμικός χαρακτήρας της Γαλλικής Επανάστασης και τα θέματα που άπτονταν της θρησκείας να βρέθηκαν συνεπώς σε καθεστώς εξαίρεσης από τον γενικότερο κανόνα, αλλά η απήχηση των μεταφυσικών ιστοριών συνδέθηκαν με τα σκοτάδια του οθωμανικού παρελθόντος, παρά το γεγονός ότι συνήθως οι ρίζες του έφταναν στον βυζαντινό, τον αρχαιοελληνικό ή ακόμα και τον (άγνωστο ακόμα τότε) μυκηναϊκό κόσμο. Με δυο λόγια, ό,τι δεν ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την απτή πραγματικότητα και παράλληλα δεν ενέπιπτε στην σφαίρα της αποδεκτής από το κράτος και την εκκλησία θρησκείας θεωρείτο τουλάχιστον ανάξιο λόγου και ως μη έχον θέσει σε μία ευρωπαϊκή χώρα που όδευε προς τον εκσυγχρονισμό και την βιομηχανοποίηση. 

Παράλληλα όμως, η αντίδραση αυτή αφορούσε και κάτι άλλο. Πριν ακόμα ιδρυθεί η νεότερη Ελλάδα, είχε καταστεί ζωτικής σημασίας το να αποδειχθεί το αφήγημα της ιστορικής συνέχειας μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων, των Βυζαντινών και των νεότερων Ελλήνων που ετοίμαζαν την επανάσταση του 1821. Κύκλοι που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του Σουλτάνου ισχυρίζονταν σαφώς το αντίθετο, ενώ οι απανταχού Έλληνες και Φιλέλληνες προσπαθούσαν να καταρρίψουν τα ούτως ή άλλως σαθρά επιχειρήματά τους. Τούτος ο αγώνας που στόχο του είχε την νομιμοποίηση του αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία και την εξασφάλιση ενίσχυσης από την Ευρώπη, εντυπώθηκε τόσο βαθιά στην συνείδηση του Έλληνα της εποχής, ώστε όχι απλά να πιστέψει ακράδαντα ότι το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του έγκειτο στην σπουδαιότητα των προγόνων του (πράγμα καταστροφικό για την αυτοεκτίμησή του), αλλά να φτάσει στο σημείο να διαμορφώσει μία αρχαιολατρική κουλτούρα, στραμμένη προς το ιστορικό της παρελθόν και όχι προς το μέλλον και συνεχίζοντας να αναμασά την επωδό του ότι η απομάκρυνση από την γλώσσα, την τέχνη, την νοοτροπία της αρχαίας Ελλάδας ισοδυναμούσε με παρακμή και εθνική σήψη. Άλλα αποτελέσματα αυτού υπήρξαν πιο ουδέτερα, όπως το ρεύμα του νεοελληνικού νεοκλασικισμού στην τέχνη και άλλα πάλι δίχασαν την ελληνική κοινωνία, όπως η προσπάθεια καθολικής χρήσης της καθαρεύουσας μορφής της ελληνικής γλώσσας ή η εξιδανίκευση του μιλιταριστικού χαρακτήρα της αρχαίας Σπάρτης που οδήγησε σε περιόδους διασάλευσης ως και αυτής της Δημοκρατίας στην χώρα. Το χειρότερο όμως από όλα αυτά τα αποτελέσματα είναι πιστεύω η νοοτροπία που εντυπώθηκε στον σύγχρονο Έλληνα ότι η αρχαιογνωσία και η προσωπική σύνδεση με το ιστορικό παρελθόν αποτελεί το κύριο (αν όχι το μόνο) κριτήριο ελληνικότητας, η οποία νοοτροπία δημιούργησε ανθρώπους στραμμένους στο παρελθόν, πιστεύοντες ότι η φυσική χρονική απομάκρυνσή τους από αυτό είναι δείγμα παρακμής, οι οποίοι αρνούνται από φόβο να αντικρίσουν το μέλλον, για τον μόνο λόγο ότι θα τους οδηγήσει πιο μακριά από το αφηρωισμένο, εξιδανικευμένο παρελθοντικό τους πρότυπο. Αυτός ο φόβος του μέλλοντος, ο οποίος ομολογουμένως εντάθηκε τον 20ο αιώνα, λόγω μίας σειράς αρνητικών ιστορικών συγκυριών που ακολούθησαν η μία την άλλη, αρχής γενομένης με την Μικρασιατική Καταστροφή και καταλήγοντας στον Αττίλα, είναι κάτι που δεν έχει ακόμα ξεριζωθεί από την καρδιά του Έλληνα. Η επαφή ωστόσο με την διεθνή πλέον αμερικανική και ευρωπαϊκή τέχνη, αλλά και η αναγκαιότητα που οδηγεί πολλούς νέους Έλληνες στο εξωτερικό, φέρνει για πρώτη ίσως φορά τον νεότερο ελληνισμό σε άμεση και εκτεταμένη χρονικά επαφή με μία εκ διαμέτρου διαφορετική νοοτροπία, επηρεάζοντας κάποιους από αυτούς, αν μη τι άλλο σε προσωπικό επίπεδο. Και ασχέτως του τι μπορεί κανείς να ισχυριστεί περί εθνικής υπερηφάνειας, αλλοίωσης ή ακόμα και εκφυλισμού του ελληνικού πολιτισμού, νομίζω ότι ακόμα και ο πιο σκεπτικιστής θα συμφωνούσε ότι δεν είναι δυνατόν να πορευτεί κάποιος κάπου με ασφάλεια χωρίς να κοιτάει πού πηγαίνει. Διότι, κατά τα ψέματα, έτσι προσεγγίζει η νεότερη Ελλάδα το μέλλον: παρασυρόμενη με την όπισθεν από την αέναη ροή του χρόνου, ενώ προσπαθεί να κρατηθεί από ένα ένδοξο μεν, τετελεσμένο δε παρελθόν. Από ένα παρελθόν όμως ανόμοιο με την κοινωνία των πιο πιστών υμνητών του. Διότι στην Κλασική Αρχαιότητα που τόσο όλοι θαυμάζουμε -και έχουμε δίκιο να θαυμάζουμε- οι αρχαίοι Αθηναίοι, πέραν των σωστών και των λάθος επιλογών που ως άνθρωποι έκαναν, ήταν ένας λαός στραμμένος προς το μέλλον, ικανός να πάει την πολιτική, την φιλοσοφία και την τέχνη πολύ μπροστά από την εποχή του. Μακάρι και εμείς σήμερα, να βλέπαμε τον κόσμο με ανάλογο τρόπο…

Εν κατακλείδι, πιστεύω ότι ο σύγχρονος Έλληνας αρχίζει για πρώτη φορά εδώ και δύο αιώνες να αισθάνεται την ανάγκη να απελευθερώσει την φαντασία του πέρα από τα όρια της πραγματικότητας και παράλληλα να στρέψει το βλέμμα του προς το μέλλον, σε μία προσπάθεια να οραματιστεί αυτό που αισθάνεται ότι η μακροχρόνια πολιτική και οικονομική κρίση στην χώρα μας του έχει στερήσει: ένα ελπιδοφόρο αύριο. Η αντίδραση αυτή, εκτός από φυσική, μοιάζει να είναι και πάρα πολύ υγιής και υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί, δεν αποκλείεται να οδηγήσει μέσα στις ερχόμενες δεκαετίες σε μία νέα εποχή για την ελληνική λογοτεχνία και τέχνη· μία εποχή που θα προετοιμάσει τα Ελληνόπουλα του μέσου και ύστερου 21ου αιώνα για την συμμετοχή τους στην μεγαλύτερη ανθρώπινη επέκταση που σημειώθηκε από κτίσεως κόσμου. Και αυτό θα είναι κάτι το υπέροχο να συμβεί! 

Το βιβλίο αυτό απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό; 

Η αλήθεια είναι ότι σε μία ανθολογία τέτοιας θεματικής ποικιλότητας, νομίζω ότι καλύτερο θα είναι ο κάθε συγγραφέας να απαντήσει μόνος του στην ερώτηση αυτή, αποκλειστικά για τα κείμενα που τον αφορούν, καθώς το κάθε κείμενο διαφέρει από τα υπόλοιπα και ως προς το στυλ γραφής και ως προς το λογοτεχνικό είδος. Απαντώντας αποκλειστικά για τα δύο δικά μου κείμενα, θεωρώ ότι ένας έφηβος θα μπορούσε κάλλιστα να τα διαβάσει χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. 

Αν σας ζητούσαν να χαρακτηρίσετε το συνολικό αποτέλεσμα του βιβλίου με μια λέξη, ποια θα ήταν αυτή;

Αν πρέπει να επιλέξω μία και μόνο λέξη για να περιγράψω το βιβλίο, δεν θα μπορούσα νομίζω να βρω κάποια πιο αντιπροσωπευτική από τον χαρακτηρισμό «φανταστικό». Διότι ο χαρακτηρισμός αυτός και αντικατοπτρίζει την ποιότητα του βιβλίου (των κειμένων, αλλά και της επιμέλειας) και προσδιορίζει την λογοτεχνική κατηγορία των κειμένων του βιβλίου. Μόνο που καλό είναι να έχουμε στο μυαλό μας ότι παρά τον χαρακτηρισμό αυτό, πρόκειται για ένα απολύτως πραγματικό βιβλίο που ο κάθε λάτρης της λογοτεχνίας του φανταστικού μπορεί εύκολα να προμηθευτεί και είμαι βέβαιος ότι θα απολαύσει.

Το εκδοτικό σας σπίτι είναι γνωστό ότι στηρίζει και προωθεί τη λογοτεχνία του φανταστικού. Εσείς προσωπικά είστε ευχαριστημένοι από τη μέχρι τώρα συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές»;

Η συνεργασία μου με τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές υπήρξε μέχρι τώρα κάτι παραπάνω από αρμονική. Είμαι απόλυτα ευχαριστημένος από την δουλειά που έχει κάνει ο Εκδοτικός Οίκος για την έκδοση των δύο προσωπικών μου βιβλίων «Αλέξανδρος και Σελήνη: Τα Παιδιά του Ήλιου» και «Νέα Αρκ: Ο Μικρόκοσμος των Ψεμάτων», αλλά και αρκετών κειμένων μου που κατά καιρούς έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες των Βραβείων Larry Niven, αλλά και της σειράς ανθολογιών των Θρύλων του Σύμπαντος. Δράττομαι μάλιστα της ευκαιρίας να ευχαριστήσω και πάλι την ομάδα των Εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές και προσωπικά τον κύριο Γεώργιο Σωτήρχο για την ευκαιρία που μου έδωσαν να εκδώσω τα βιβλία μου και να τα παρουσιάσω στο αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Να περιμένουμε μια πιθανή συμμετοχή σας στα λογοτεχνικά βραβεία της επόμενης χρονιάς; 

Όταν εκδοθεί η ανθολογία των Βραβείων Larry Niven 2021, σκοπεύω να συμμετέχω με τέσσερα διαφορετικά κείμενά μου σε αυτήν: ένα ποίημα της λογοτεχνίας του φανταστικού, μία νουβελέτα επιστημονικής φαντασίας, ένα δοκίμιο επιστημονικής φαντασίας και μία νουβελέτα τρόμου. Πρόκειται για τα έργα μου που διακρίθηκαν στο πλαίσιο των Βραβείων Larry Niven για το 2021 και πιστεύω ότι θα σας αρέσουν πολύ.  

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Επειδή ζούμε σε μια εποχή που η παντός είδους πίεση, τόσο από παράγοντες της καθημερινότητας, όσο και από τα βαρυσήμαντα ιστορικά γεγονότα που παρακολουθούμε να εκτυλίσσονται, νομίζω ότι αυτό που προέχει και για το οποίο αξίζει κανείς να ευχηθεί, είναι η διατήρηση της ψυχικής υγείας των συνανθρώπων μας, η διατάραξη της οποίας οδηγεί καθημερινά σε αποτρόπαια εγκλήματα και καταστάσεις τόσο εξωπραγματικές που θα φάνταζαν δυστοπική φαντασία πριν από λίγα μόλις χρόνια. Και εκτός από τα θλιβερά περιστατικά της εκδήλωσης βίαιων και εγκληματικών συμπεριφορών που αποτελούν και τις πιο άγριες εκδηλώσεις του προβλήματος, αυτό έχει και πολλές άλλες απόρροιες που δεν συζητούνται τόσο πολύ στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η σημαντικότερη μεταξύ αυτών είναι σαφώς η αύξηση στις αυτοκτονίες που κατά καιρούς σημειώνονται. Και επιπλέον, στο ίδιο πρόβλημα οφείλεται και το φαινόμενο των νέων ανθρώπων που αναγκάζονται να καταφύγουν σε φαρμακευτική αγωγή, για να ξεφύγουν από τα μαύρα δίχτυα της κατάθλιψης ή/και της αγχώδους διαταραχής που τους κατατρώει σιωπηλά.

Αυτό λοιπόν που εύχομαι είναι να βρεθεί κάπως μία λύση που θα εμποδίσει την κοινωνία μας από το κατρακυλήσει πλήρως στην άβυσσο της παράνοιας και της ψυχικής αρρώστιας και θα βοηθήσει στην σταδιακή -αν μη τι άλλο- επούλωση των πληγών που οι τρελοί καιροί στους οποίους ζούμε χάραξαν λιγότερο ή περισσότερο βαθιά στις ψυχές όλων μας. 

Αλλά επειδή μία ευχή από μόνη της δεν φτάνει, αν δύναμαι να συνεισφέρω στο ελάχιστο για να βοηθήσω στην εκπλήρωσή της, μπορώ τουλάχιστον να κάνω αυτό. Να ανοίγω μέσα από τα βιβλία και τα κείμενά μου, ένα μικρό παράθυρο πέρα και έξω από την σκληρή πραγματικότητα, προς έναν κόσμο όπου η φαντασία μπορεί να ψυχαγωγεί και να χαλαρώνει τον αναγνώστη, δίνοντάς του την ελπίδα μέσω της αίσθησης ότι οι προσωπικές μας επιλογές μπορούν και πράγματι καθορίζουν το μέλλον μας.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το έργο σας.

Από το ποίημα μου θα σας παραθέσω τους παρακάτω στοίχους της δεύτερής του στροφής:

Κοντά σε όρους κορυφή, νιφόεσσα, ψυχρή,

σε καταπράσινη πλαγιά, σε άνθος μαραμένο,

πράξη συνέβη ανόσια, απαίσια, αισχρή

κι ως και τ’ αγέρι σώπασε για ώρα, πικραμένο.

Με όφεως δηλητήριο το αίμα του να βράζει,

δακρύζοντας σιωπηλά, αισθάνεται το τέλος,

παρατημένος μοναχός, στο κρύο και στ’ αγιάζι,

μες στον αγγέλων, των πουλιών και των νεκρών το μέλος.

Το αίμα τρέχει απ’ την πληγή και χύνεται στο χώμα,

για να λυτρώσει αυτήν την Γη, απ’ τα δεσμά του σκότους

κι αν η αντάρα κι ο καπνός είναι πυκνά ακόμα,

χάσαν’ μεμιάς την δύναμη, την τάξη, τον ρυθμό τους.

Γιατί του ιππότη το σπαθί δεν είναι πια μαζί του,

αλλά στα σπλάχνα του θεριού που τυραννά τις χώρες·

κι αν το κορμί τον πρόδωσε κι αν λύγισε η ψυχή του,

πεθαίνει αλήθεια θριαμβευτής στις ύστατές του ώρες.

Και από το διήγημά μου, αξίζει πιστεύω να διαβάσετε το παρακάτω απόσπασμα:

Εκείνη όμως η ημέρα ήταν διαφορετική. Εκείνη η ημέρα απαιτούσε να ρισκάρει, αν και δεν είχε τίποτα το απτό πλέον να κερδίσει και καμία ελπίδα για το μέλλον. Ενώ λοιπόν η πλανητική πρωτεύουσα, η πόλη Vinci, αναλωνόταν από τις φλόγες του εμφυλίου πολέμου, εκείνος αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο του μεγάλου του εγκλήματος, για να συναντήσει τον ηθικό αυτουργό και να μάθει επί τέλους την αλήθεια, με την ελπίδα ότι ίσως υπήρχε ακόμα τρόπος να βγει από τον εφιάλτη στον οποίο ζούσε επί εννέα ημέρες. Βαστώντας πάντοτε γερά στο χέρι το λεπτεπίλεπτο τυφέκιο λέιζερ με τον ελβετικό σταυρό και με το πρόσωπό του καλυμμένο με σκουρόχρωμη μάσκα, συνέχιζε να κινείται μέσα στην πόλη.

Κάθε τόσο, προσπερνούσε τα σημεία των μαχών με μεγάλη προσοχή, όχι υπό τον φόβο μην τυχόν και τον αναγνωρίσουν, αλλά για να αποφύγει τα πυρά που οι αντιμαχόμενοι εκτοξεύονταν προς κάθε κατεύθυνση. Οι φρουροί της Εταιρίας, τεράστιοι και αποκρουστικοί, κυλούσαν τις ερπύστριες επί των οποίων ήταν τοποθετημένο το ρομποτικό τους σώμα, πυροβολώντας αδιακρίτως ό,τι εκινείτο, όντας κυριολεκτικά οπλισμένοι σαν αστακοί και δείχνοντας μονάχα τόσο έλεος, όσο απαιτούσε η μηχανική τους φύση· με άλλα λόγια, καθόλου. Οι ξεσηκωμένοι υπάλληλοι από την άλλη, ταμπουρωμένοι στα παρακείμενα κτήρια, πυροβολούσαν προς τα μηχανικά θηρία, ενώ εκτόξευαν εναντίον τους πέτρες και άλλα βαριά αντικείμενα, όταν τα πυρομαχικά τους κάποια στιγμή τελείωναν. Και στην μέση των δύο, οι πάνοπλοι Ιππότες από την Γη, πολύ καλύτερα εξοπλισμένοι από τους επαναστάτες, ορμούσαν με τα πανίσχυρα όπλα τους στα θηρία, κατατροπώνοντας αρκετά εξ αυτών, αλλά παραμένοντας αριθμητικά λίγοι, μπροστά στο τεράστιο μηχανικό στράτευμα.

Σας ευχαριστώ πολύ για την συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική.

Εγώ σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να απευθυνθώ στους αναγνώστες σας μέσα από αυτήν την συνέντευξη.