Ευαγγελία Τσακίρογλου: "Γράφω γιατί νιώθω ασφαλής μέσα σ’ έναν κόσμο που η φαντασία μου ορίζει"

 

  Η σημερινή μας καλεσμένη στις Τέχνες, η συγγραφέας Ευαγγελία Τσακίρογλου, είναι μια μαχήτρια ζωής. Κι ως μαχήτρια έχει κάθε λόγο να διεκδικεί για τον εαυτό της το καλύτερο. Όπως μας εξομολογείται η συγγραφή είναι ένας τρόπος να… διασκεδάζει την ψυχή της και να την κρατά ανοιχτή. Πρόσφατα κυκλοφόρησε τη δεύτερη ολοκληρωμένη συγγραφική της κατάθεση με τίτλο «Άδεια κούνια» από τις εκδόσεις «Ελκυστής».
Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου



Κυρία Τσακίρογλου, η απόφασή σας να ασχοληθείτε με τη συγγραφή αποτέλεσε στην ουσία μια προσπάθεια απογύμνωσης του εαυτού σας;

Κυρία Πετρίδου καταρχάς σας ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία. Σχετικά με την ερώτησή σας τώρα. Η συγγραφή είναι μια διαδικασία, που όπως έχω ξαναπεί, είναι μαγική. Με καταπονεί και συγχρόνως με λυτρώνει. Αυτό που μου προσφέρει είναι να με παρασύρει σε μια άλλη διάσταση, να αποφορτίζει το μυαλό μου από τα διάφορα καθημερινά προβλήματα και να μου δίνει δύναμη να προχωρώ. Είναι ένας τρόπος να …διασκεδάζω την ψυχή μου και να την κρατώ ανοιχτή. Δεν πρόκειται λοιπόν τόσο για μια προσπάθεια απογύμνωσης του εαυτού, όσο για ουσιαστική ανάγκη. Γράφω γιατί νιώθω ασφαλής μέσα σ’ έναν κόσμο που η φαντασία μου ορίζει.

Τι επηρεάζει, θεωρείτε, τον τρόπο σκέψης και γραφής σας;

Υπάρχουν μέρες που νιώθω τόσο κουρασμένη που δεν μπορώ όχι μόνο να γράψω, αλλά ούτε και να διαβάσω. Ή μπορεί να είμαι τόσο χαρούμενη, για κάποιο λόγο, που να μην μπορώ να συγκεντρωθώ. Αν και για να είμαι ειλικρινής, επειδή η συγγραφή είναι μεράκι και παιδικό μου όνειρο δεν σκαλίζω καθόλου τα πως, τα γιατί, τα διότι. Μου συμβαίνει. Με βρήκε, την βρήκα δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα. Εκείνο που ξέρω είναι πως την αγαπώ και είμαι ευγνώμων που υπάρχει στη ζωή μου.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Πολλά πράγματα. Ένα τραγούδι, μια ταινία, μια κουβέντα με φίλους. Ακόμα και ένα τυχαίο περιστατικό που μπορεί να δω στο δρόμο. Η έμπνευση δεν έχει ούτε κανόνες, ούτε ώρες. Μπορεί να έρθει ακόμα και τη στιγμή που θα πέσω για ύπνο, ή καθώς θα μαγειρεύω ή θα κάνω δουλειές.

Θυμάστε πότε ήταν η πρώτη φορά που γράψατε το πρώτο σας κείμενο; Ποια ήταν η κατάληξή του; Τυπώθηκε ή έμεινε στο συρτάρι και γιατί;

Το πρώτο μου κείμενο, που στην ουσία ήταν μία παράγραφος, το έγραψα κάπου εκεί στην Α ή τη Β γυμνασίου. Ήταν εμπνευσμένο από την τηλεοπτική σειρά εποχής « Ο συμβολαιογράφος», συγκεκριμένα από τη σκηνή που η Μαρίνα, η κόρη του, αυτοκτονεί πίνοντας δηλητήριο. Είχε τον τίτλο Ματωμένος άγγελος και ήταν το εξής: « Βρίσκομαι στα πρόθυρα του θανάτου. Πώς ξέπεσα έτσι; Πώς μπόρεσα να πιστέψω πως η ζωή που διάλεξα είναι ρόδινη; Βρίσκομαι στο χείλος του γκρεμού. Ένα βήμα ακόμα και τα όνειρα και οι ελπίδες μου θα σβήσουν για πάντα. Κι εγώ θα μείνω ένα στίγμα στις σκέψεις των ανθρώπων. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Σε δυο λεπτά θα έχω σβήσει και μαζί με εμένα θα σβήσει και ο ήλιος. Το χαμόγελο θα πετρώσει στα χείλη μου, έτσι σαν ειρωνεία για εκείνους που με πλήγωσαν. Τα ροδοπέταλα της αυγής θα κλαίνε μαζί με τους δικούς μου για τον άδικο χαμό μου. Τα πουλιά θα με μοιρολογήσουν. Οι πόρτες τις ζωής θα κλείσουν για μένα. Ο ήλιος που τόσο λάτρεψα και που τόσο είχα αγαπήσει δε θα ξαναλάμψει στα γυάλινα μάτια μου. Η φύση που θα χαθεί θα είναι μια πικρή ανάμνηση. Μια πικρή νοσταλγία. Θα χαθούν όλα μαζί μου μέσα στο χάος και το μόνο που θα διακρίνει κανείς, θα ‘ναι ένα χαρτί που θα γράφει: Συγγνώμη.»

Αυτό το μικρό κείμενο, μαζί με άλλα 23 που γράφτηκαν στη συνέχεια, εμπεριέχεται στο βιβλίο μου «24 Γράμματα, 24 Ονόματα, 24 Ιστορίες» που τύπωσε για λογαριασμό μου, αγαπημένο μέλος της οικογένειάς μου.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Υπάρχουν ομότεχνοι που θαυμάζω. Που τους ακολουθώ και διαβάζω τα πονήματά τους. Ωστόσο δεν θεωρώ πως έχουν επηρεάσει τον τρόπο και το ύφος μου. Πιστεύω πως οι συγγραφείς γράφουμε με την ψυχή μας. Και αυτή ακολουθεί το δικό της δρόμο.


Από τη μέχρι τώρα εμπειρία σας στο χώρο του βιβλίου, θεωρείτε πως υπάρχει συνταγή για τη συγγραφή μιας καλής ιστορίας; Κι αν ναι, τι είναι αυτό που τη χαρακτηρίζει ως καλή;

Το ποια είναι καλή ιστορία και ποια όχι είναι κάτι πολύ υποκειμενικό. Και ειλικρινά δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια συνταγή. Υπάρχουν βιβλία πιο εμπορικά, που δεν είναι απαραίτητο να είναι καλά, αλλά και το αντίθετο. Κατά βάση το αναγνωστικό κοινό είναι αυτό που θα καθορίσει την πορεία ενός βιβλίου.

Ποια είναι η γνώμη σας για την εκδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα; Υπάρχει αναγνωστικό ενδιαφέρον και αξιοσημείωτη εμπορική κίνηση, τέτοια ώστε ένας συγγραφέας να ζήσει αποκλειστικά από το έργο του εφόσον το θελήσει;

Προσωπικά δεν αποτελεί σκοπό μου, ούτε είδα ποτέ τη συγγραφή ως μέσο βιοπορισμού. Μπήκα σε αυτόν τον χώρο γνωρίζοντας ότι οι άνθρωποι που γράφουν, αλλά και οι εκδοτικοί οίκοι, είναι πλέον περισσότεροι απ’ ότι ποτέ. Αυτό δεν είναι κακό. Είναι παραγωγή πολιτισμού. Μοιραία όμως η πίτα μοιράζεται οπότε δύσκολα, νομίζω, κάποιος μπορεί να ζήσει αποκλειστικά από τη συγγραφή. Εκτός και αν πρόκειται για συγγραφείς με πολλούς τίτλους στο ενεργητικό τους, που συνεργάζονται με μεγάλους εκδοτικούς, που πωλούν χιλιάδες αντίτυπα. Εκεί τα πράγματα αλλάζουν. Και ναι, ίσως αυτοί μπορούν να καλύψουν άμεσα τις οικονομικές ανάγκες τους μέσα από την τέχνη τους.

Είναι, τελικά, οι άνθρωποι των βιβλίων πιο ελεύθεροι άνθρωποι; Πιο πλούσιοι συναισθηματικά και πιο πολυταξιδεμένοι σε νοητικό και γνωστικό επίπεδο;

Οι άνθρωποι των βιβλίων είναι απλά…άνθρωποι! Η ελευθερία, ο συναισθηματικός πλούτος, το νοητικό και γνωστικό επίπεδο δεν είναι προνόμιο ούτε των αναγνωστών αλλά ούτε και των συγγραφέων. Έχει να κάνει καθαρά με τις επιλογές και την ευχέρεια του κάθε ατόμου, αλλά κυρίως με τις συνθήκες που ορίζουν τη ζωή του.


Πρόσφατα κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο σας με τίτλο «Άδεια κούνια» από τις εκδόσεις «Ελκυστής». Θα σταθώ αρχικά στο εξώφυλλό του. Θεωρείτε πως η πρώτη ματιά του αναγνώστη στην εξωτερική εμφάνιση του βιβλίου είναι σημαντική ώστε να προσελκύσει περισσότερο το ενδιαφέρον του να το διαβάσει;

Σίγουρα το εξώφυλλο παίζει σημαντικό ρόλο. Κατά κάποιον τρόπο προϊδεάζει τον αναγνώστη για το περιεχόμενο. Όμως ακόμα και αυτό δεν αποτελεί κανόνα καθώς και εδώ έχουμε να κάνουμε με υποκειμενική κρίση.

Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό της ιστορίας σας. Τι σας ενέπνευσε για τη συγγραφή της συγκεκριμένης ιστορίας;

Η « Άδεια κούνια» αφορά δυο ιστορίες εντελώς διαφορετικές που εξελίσσονται ταυτόχρονα η μία στο σήμερα η άλλη στο χθες. Πραγματεύεται αθώες υποσχέσεις μια απαγορευμένη αγάπη, ένοχες, μυστικά, λάθη, πάθη και ανατροπές. Είναι ένα βιβλίο που προέκυψε ξαφνικά ένα ξημέρωμα, άγνωστο πως, και δουλεύτηκε εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια των 4ωρων συνεδριών της αιμοκάθαρσης στην οποία υποβάλλομαι τρεις μέρες την εβδομάδα.

Πώς προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου σας;

Σαν αντικείμενο η « άδεια κούνια» αναφέρεται σε αρκετά σημεία και έχει έναν ιδιαίτερο σκοπό.

Πού ακριβώς στοχεύετε ως συγγραφέας μέσω της ιστορίας του βιβλίου σας αυτού; Καθαρά στην ψυχαγωγία, ή και στον προβληματισμό του αναγνώστη, στη διαπαιδαγώγησή του ίσως ή και σε κάτι άλλο;

Γράφω ως…αναγνώστης! Επιθυμώ ο χρόνος που θα αφιερώσει κάποιος για να διαβάσει το βιβλίο μου να κυλίσει ευχάριστα έτσι ώστε όταν το τελειώσει να μην νιώθει κουρασμένος.

Το βιβλίο σας απευθύνεται μόνο σε ενήλικες ή και σε έφηβους;

Θεωρώ πως το θέμα και ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η ιστορία αφορά περισσότερο ενήλικες.

Τελικά οι ανθρώπινες σχέσεις μπορούν να οδηγήσουν σε επικίνδυνα μονοπάτια αν δε ληφθούν σοβαρά υπόψιν ή αν στηριχτούν επιπόλαια σε ψέματα κι υποκρισίες; Αυτό το μήνυμα επιχειρείτε να περάσετε στον αναγνώστη;

Το μήνυμα αυτού του βιβλίου, το οποίο συνειδητοποίησα κι εγώ καθώς το έγραφα, είναι ότι τις μεγαλύτερες ανατροπές στη ζωή μας τις φέρνει η αλήθεια όταν αποκαλύπτεται. Η υποκρισία και τα ψέματα δημιουργούν ανθρώπους δυστυχισμένους που αναλώνονται δυσάρεστα μέσα σε χρόνο που πάει χαμένος.


Μιλήστε μας για το εκδοτικό σπίτι. Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Ελκυστής»;

Προσωπικά είμαι πολύ ευχαριστημένη από τη συνεργασία μου με τις εκδόσεις «Ελκυστής». Νιώθω οικεία με τους ανθρώπους του. Για μένα αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Έχετε σκεφτεί το ενδεχόμενο να μεταφραστεί το βιβλίο σας σε κάποια άλλη γλώσσα, την αγγλική ίσως; Θα σας ενδιέφερε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

Η αλήθεια είναι πως όχι, δεν το έχω σκεφτεί. Προσωπικά με ενδιαφέρει να διαβαστεί και να αγαπηθεί στη χώρα μας.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Προς το παρόν όχι. Λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζω δεν έχω τολμήσει να μπω στη διαδικασία της παρουσίασης. Μου δημιουργεί μια αμηχανία αυτή η σκέψη. Δε σημαίνει όμως ότι κάποια στιγμή δεν θα το αποφασίσω.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Να είμαστε ελεύθεροι «ψυχή τε και σώματι» για να ζούμε ό,τι μας κάνει αληθινά ευτυχισμένους.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

Επέλεξα και σας παραθέτω την εισαγωγή του βιβλίου. Κάπως έτσι αρχίζουν όλα.

Οκτώβριος 1992

Φθινοπωρινός ο καιρός. Το πήγαινε για μπόρα. Μπαινοέβγαινε στο σπίτι ανήσυχη. Ώρες τώρα πάλευε την μοναξιά της. Η καρδιά φτερούγιζε στο στήθος της θαρρείς πως θα έβγαινε και θα πέταγε μακριά της. Ένιωθε το σώμα της μουδιασμένο, το στόμα της στεγνό. Τα μάτια της έτσουζαν από την επιμονή της να κοιτά στο βάθος του ορίζοντα, περιμένοντας εκείνο το σημάδι που θα έβαζε τέλος στην αγωνία της, αλλά όσο το αναζητούσε, τόσο δεν ερχόταν.

Αποκαμωμένη κάθισε στο ντιβάνι με το βλέμμα καρφωμένο στο παράθυρο κι έγειρε λίγο την πλάτη της στα μαξιλάρια. Σφάδαζε από τους πόνους. Λες και θα χώριζε στα δύο το κορμί της. Με δυσκολία ανέπνεε. Τεντώθηκε λίγο, ίσα να βολευτεί καλύτερα μήπως και μετριαζόταν η δυσφορία που ένιωθε. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν στιγμιαία από την κούραση, μα η αναμονή είχε γίνει ανάγκη που δεν την άφηνε να ξαποστάσει.

Της φάνηκε σαν κάποιος να στεκόταν απ’ έξω. Παραξενεύτηκε. Δεν είχε δει κανέναν να τριγυρίζει. Σηκώθηκε. Με αργά βήματα πλησίασε, ακούμπησε με τα χέρια της στην ξύλινη πόρτα κι έβαλε το αφτί της να αφουγκραστεί ήχους και σιωπές. Ίσως κάτι να είχε ξεφύγει από τα μάτια της. Και τότε το άκουσε. Ήταν ένα αδύναμο, υπόκωφο και παρατεταμένο χτύπημα. Κάτι την ώθησε και άνοιξε μια χαραμάδα, ίσα να δει ποιος ήταν. Έκπληκτη αντίκρυσε έναν μαυροντυμένο ηλικιωμένο άντρα. Ήταν υπερβολικά αδύνατος, σχεδόν σκελετωμένος. Τα ρούχα του ήταν σκονισμένα και φθαρμένα, τόσο που κατάλαβε πως ήταν πολύ καταπονημένος. Αναθάρρησε. Έβγαλε το κεφάλι της πιο έξω. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Από που να είχε έρθει άραγε; Πώς βρέθηκε στο κατώφλι της; Μήπως είχε χαθεί;

«Διψώ…» της είπε ξέπνοα πριν προλάβει να τον ρωτήσει οτιδήποτε. Χωρίς δεύτερη σκέψη έφερε την κανάτα και του γέμισε το μεταλλικό κύπελο που κρατούσε. Τον παρακολουθούσε αμίλητη καθώς λαίμαργα ρουφούσε το νερό που του είχε μόλις προσφέρει. Τα τρεμάμενα χέρια του ήταν μελανά, σαν χτυπημένα. Το ίδιο και το πρόσωπό του.

«Τί σας συνέβη;» ρώτησε δειλά. Εκείνος, αφού σκούπισε το στόμα του με την αναστροφή της παλάμης του την κοίταξε με ένα τόσο διαπεραστικό βλέμμα που την έκανε να ανατριχιάσει.

«Φύγε κόρη μου…Τρέξε μακριά. Προφταίνεις…Ακούς; Φύγε, όσο είναι καιρός!»

Πίσω του κρεμασμένη στο χοντρό πλατάνι της αυλής στρίγγλιζε παλλόμενη από τον ανεξέλεγκτο και μαινόμενο βοριά μια άδεια κούνια.


Κυρία Τσακίρογλου, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό σας έργο.

Σας ευχαριστώ πολύ κι εγώ για τη φιλοξενία!


Βιογραφικό:

Η Ευαγγελία Τσακίρογλου γεννήθηκε το 1974 στην όμορφη Θεσσαλονίκη, ένα μαγιάτικο πρωινό που ο μήνας είχε… 9! Από μικρή της άρεσε να σκαρφίζεται ιστορίες. Τα παιχνίδια που έπαιζε με τις κούκλες της ήταν σωστές υπερπαραγωγές. Μεγαλώνοντας άρχισε να τις γράφει στο χαρτί. Σκόρπια πράγματα, δεξιά κι αριστερά.

Κάποιες τις συγκέντρωσε σ’ ένα ντοσιέ –24 και… άγουρες για την ακρίβεια– κι ένας αγαπημένος και αρκετά ενθουσιώδης ξάδερφος τις εκτύπωσε σε βιβλιαράκι με τον ευφάνταστο τίτλο «24 Γράμματα, 24 Ονόματα, 24 Ιστορίες». Παραδόξως, λόγω του μικρού της ηλικίας της και εξαιτίας της πολύ μεγάλης οικογένειας και καλών φίλων, έβγαλε ένα πολύ καλό χαρτζιλίκι. Στο λύκειο συμμετείχε στη λογοτεχνική ομάδα του σχολείου.

Αποφοίτησε από το τμήμα Επιμελητών Πρόνοιας του Ε.Π.Λ. Κατερίνης και το 1993 έλαβε μέρος με την ιδιότητα της συνοδού παιδιών αθλητών ΑΜΕΑ στα SPECIAL OLYMPICS στην Αθήνα. Από το 1997, που παντρεύτηκε τον Φώτη, ζει στο Μοσχάτο. Είναι μαμά της Ελένης, του Ανέστη και της Παρασκευής και από μια μικρή αναποδιά –ίσως και τύχη– είναι αιμοκαθαρόμενη από τον Ιούνιο του 2020. Η «Άδεια κούνια» είναι η δεύτερη ολοκληρωμένη δουλειά της. Γράφτηκε εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια των συνεδριών της αιμοκάθαρσης. Από τις Εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΗΣ κυκλοφορεί επίσης το μυθιστόρημά της «Τα άυλα θηρία της ψυχής».


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια