Βιβλιοκριτική: "Το νησί των χαμένων δέντρων" της Ελίφ Σαφάκ | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

 


Συγγραφέας: Ελίφ Σαφάκ
Ημ/νία έκδοσης: 25 Ιαν 2024
Ηλικία: 18+
Σελίδες: 440
Μεταφραστής: ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ ΑΝΝΑ
ISBN: 978-618-01-5286-9
Εκδόσεις: Ψυχογιός


«Το φθάσιμον εκεί είν΄ ο προορισμός σου,

Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου… » Κ. Καβάφης

Μία φορά κι έναν καιρό ,στην απομακρυσμένη άκρη της Μεσογείου, υπήρχε ένα νησί τόσο όμορφο και τόσο γαλάζιο που πολλοί ταξιδιώτες, προσκυνητές, σταυροφόροι και έμποροι το ερωτεύτηκαν και είτε δε θέλησαν να το εγκαταλείψουν ποτέ είτε προσπάθησαν να το ρυμουλκήσουν με σκοινιά από κάνναβι και να το πάρουν πίσω στη δική τους χώρα .

Θρύλοι, μπορεί.

Όμως οι θρύλοι υπάρχουν για να μας λένε αυτά που η Ιστορία έχει ξεχάσει. 

Το παραδεισένιο αυτό νησί  είναι η Κύπρος. 

Η Κύπρος ήταν γνωστή στην αρχαιότητα ως «πράσινο νησί», φημισμένο για τα πυκνά, μυστηριώδη δάση του. Η απουσία δέντρων ήταν μια ισχυρή μομφή για τα τραγικά λάθη του παρελθόντος. Οι συκιές μπορούν να βοηθήσουν να μη χαθεί η βιοποικιλότητα στη Μεσόγειο, διότι στηρίζουν το οικοσύστημα περισσότερο από σχεδόν όλα τα άλλα φυτά. Οι συκιές τρέφουν όχι μόνο τους ανθρώπους ,αλλά και ντα ζώα και έντομα σε απόσταση χιλιομέτρων. Στην Κύπρο, η αποψίλωση των δασών είναι σοβαρό πρόβλημα… 

Η πρωτεύουσα του νησιού, η Λευκωσία ήταν χωρισμένη από ένα τείχος που την έσκιζε στα δύο, σαν μαχαιριά στην καρδιά. 

Λευκωσία, η μοναδική διαιρεμένη πρωτεύουσα στον κόσμο. Η τελευταία διαιρεμένη πόλη στην Ευρώπη… 

Υπάρχει ένας λόφος στη Λευκωσία στον οποίο έρχονται πουλιά με κάθε λογής φτέρωμα αναζητώντας τροφή. Είναι κατάφυτος από πυκνές βατομουριές ,άγριες τσουκνίδες και συστάδες από ρείκια. Καταμεσής σε τούτη την πυκνή βλάστηση υπάρχει ένα παλιό πηγάδι μ΄ ένα μαγκάνι που τρίζει με το παραμικρό τράβηγμα κι έναν τσίγκινο κουβά δεμένο σ΄ ένα σχοινί. Εκεί υπάρχει μια δημοφιλής ταβέρνα, «Η ευτυχισμένη συκιά», που ανήκει σε δυο φίλους στον Γιώργο και τον Γιουσούφ  και εκεί βρίσκεις το καλύτερο φαγητό, την καλύτερη μουσική, το καλύτερο κρασί και το καλύτερο επιδόρπιο σπεσιαλιτέ του μαγαζιού -σύκα ψημένα στον φούρνο με μέλι και παγωτό γλυκάνισο. 

Δύο έφηβοι, ένας Ελληνοκύπριος, ο Κώστας και μια Τουρκοκύπρια, η Ντέφνε,  συναντιούνται σε αυτή την ταβέρνα, στο νησί που και οι δυο αποκαλούν πατρίδα τους. Στην ταβέρνα, κρυμμένη πίσω από πλεξούδες σκόρδα και αρμαθιές καυτερές πιπεριές, κάτω από το αγιόκλημα που σκαρφαλώνει στους τοίχους της, μεγαλώνει ο απαγορευμένος έρωτας του Κώστα και της Ντέφνε. Όμως αυτός είναι Έλληνας χριστιανός και η κοπέλα Τουρκάλα μουσουλμάνα, αντίθετες φυλές, βαριά η βεντέτα…

 Μια συκιά περνάει θαρρετά μέσα από μια τρύπα στην οροφή κι αυτό το δέντρο γίνεται μάρτυρας των κρυφών, ευτυχισμένων συναντήσεών τους και κάποια στιγμή του σιωπηρού, λαθραίου φευγιού τους. Το δέντρο είναι εκεί όταν ξεσπάει ο όλεθρος, όταν η πρωτεύουσα γίνεται στάχτη και ερείπια, ακόμα κι όταν οι έφηβοι εξαφανίζονται.

Φαντάσου, η συκιά ήταν μάρτυρας σε όλα…

Οι συκιές θεωρούνται δέντρα  αισθησιακά, τρυφερά, μυστηριώδη, συναισθηματικά, λυρικά, πνευματικά, αυτόνομα και εσωστρεφή. Οι συκιές επίσης θεωρούνται ιερές. Σε πολλούς πολιτισμούς υπάρχει η δοξασία ότι τα πνεύματα κατοικούν μέσα στους κορμούς τους, κάποια καλά ,κάποια μοχθηρά και κάποια αναποφάσιστα, όλα όμως αόρατα στο αμύητο μάτι. Δεν είναι τυχαίο που τα αποκαλούν ιερά δέντρα, δέντρα ευχών, δέντρα καταραμένα, δέντρα φαντάσματα, δέντρα απόκοσμα, δέντρα που σου κλέβουν την ψυχή… 

Πριν την εισβολή των Τούρκων στο νησί, ο Κώστας φεύγει για την Αγγλία. Δεκαετίες αργότερα, ο Κώστας Καζατζάκης επιστρέφει στην Κύπρο. Έχει γίνει βοτανολόγος και φυσιοδίφης και ψάχνει να βρει ντόπιες ποικιλίες, στην πραγματικότητα όμως αναζητά τη χαμένη του αγάπη. Η αγαπημένη του  Ντέφνε έχει γίνει αρχαιολόγος και εργαζόταν στη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους.

Χρόνια μετά, μια συκιά, μια Ficus carica, μεγαλώνει στον πίσω κήπο ενός σπιτιού στο Λονδίνο, όπου ζει η Άντα Καζαντζάκη (Άντα στα τούρκικα σημαίνει νησί). Κόρη του Κώστα και της Ντέφνε. Η Ντέφνε πεθαίνει και ο Κώστας είναι απαρηγόρητος. Ο πατέρας της Άντα, ο Κώστας Καζαντζάκης, είναι ερωτευμένος με αυτή τη συκιά, όπως και η συκιά. Πώς θα μπορούσε μια συνηθισμένη Ficus carica, να ερωτευτεί έναν Homo sapiens; Όμως και πάλι, όποιος περιμένει πως ο έρωτας έχει λογική ίσως ποτέ του δεν αγάπησε…

Οι μετανάστες πρώτης γενιάς μιλούν διαρκώς στα δέντρα τους, χαίρονται τη συντροφιά των δέντρων, κουβεντιάζουν μαζί τους σαν να μιλούν σε παλιούς φίλους που έχουν να δουν πολύ καιρό. Είναι περιποιητικοί και τρυφεροί με τα φυτά τους, ειδικά μ΄ εκείνα που έχουν φέρει μαζί τους από τις χαμένες πατρίδες.  Ξέρουν βαθιά μέσα τους πως, αν σώσεις μια συκιά από την καταιγίδα, σώζεις μαζί της την ανάμνηση κάποιου ανθρώπου.

Αυτή η συκιά εξακολουθεί να κουβαλά το νησί μέσα της. Τα μέρη όπου γεννήθηκε έχουν το σχήμα της ζωής της, ακόμα κι όταν βρίσκεται μακριά τους. Ειδικά τότε. 

Η συκιά αυτή έγινε από ένα μόσχευμα της παλιάς και γέρικης  ελιάς, της ταβέρνας της Λευκωσίας, που μετέφερε στο Λονδίνο, ο Κώστας Καζαντζάκης. Μετά τη διχοτόμηση του νησιού και την ερείπωση της ταβέρνας πέθανε η γέρικη συκιά που έμεινε στην Κύπρο ,όμως το μόσχευμα επέζησε στο Λονδίνο. Εκείνο το μόσχευμα μεγάλωσε κι έγινε κλώνος ,γενετικά πανομοιότυπος. Μοιάζανε σε κάθε λεπτομέρεια, η συκιά που ήταν στην Κύπρο κι αυτή που έγινε στην Αγγλία. Η μόνη διαφορά ήταν πως δεν ήταν πια η νέα συκιά ένα ευτυχισμένο δέντρο. Από το παρελθόν που άφησε πίσω της αυτή η νέα συκιά θυμάται τα πάντα. Όλες οι συκιές στο είδος της είναι καταδικασμένες σε αιώνια μνήμη .Δηλαδή αιώνες μνήμης. Όμως είναι κατάρα μια ανάμνηση που διαρκεί. Όταν οι γριές Κύπριες καταριούνται κάποιον λένε: 

Είθε να μην μπορέσεις ποτέ σου να ξεχάσεις.

Είθε να πας στον τάφο σου κι ακόμη να θυμάσαι.

Αυτή η νέα συκιά  είναι ο μόνος  σύνδεσμος της Άντας  με ένα νησί που δεν έχει επισκεφτεί ποτέ – ο μόνος της σύνδεσμος με τη βασανισμένη ιστορία της οικογένειάς της και την περίπλοκη ταυτότητα της ίδιας, ενώ προσπαθεί να εξιχνιάσει μυστικά χρόνων, με την ελπίδα να βρει τη θέση της στον κόσμο.

Οι γονείς της Άντα δεν θέλουν να την φορτώσουν με όσα τους πλήγωσαν. Αν θέλανε να έχει η κόρη τους ένα καλό μέλλον, πρέπει να την αποκόψουν από το παρελθόν τους. Η τρίτη γενιά όμως ήταν πρόθυμη να σκάψει και να ξεθάψει τις σιωπές…

Στο βιβλίο αυτό η γραφή δεν επαναπαύεται σε μια συναρπαστική και συγκινητική πλοκή με την ανάλογη μυθιστορηματική κάλυψη. Τόσο στα περιγραφικά όσο και στα διαλογικά της μέρη έχει εύρος, όγκο και εσωτερικότητα, είναι μια γραφή σκληρή και απομυθοποιητική, ενισχυμένη από ένα πλήθος πρωτότυπων και καλοδουλεμένων παρομοιώσεων και μεταφορών, ένα έργο που, ενώ διατηρεί τη ζωντάνια της προφορικότητας πάει πέρα και πολύ πιο βαθιά από εκείνα που περιγράφει.

Εκφραστικά και αισθητικά άρτιο, επιζητεί την οικείωση του αναγνώστη στόχο τον οποίο επιτυγχάνει.

Μια συγκινητική, υπέροχα γραμμένη και τρυφερά δομημένη ιστορία, που μιλάει για  αγάπη και πένθος, για ρίζες και κλαδιά, για ξεριζωμό και πατρίδες, για  αφοσίωση και  πίστη,  συνδυάζοντας Ιστορία και οικολογική συνείδηση.


Η ΕΛΙΦ ΣΑΦΑΚ είναι βρετανοτουρκικής καταγωγής βραβευμένη συγγραφέας. Έχει εκδώσει 19 βιβλία, 12 από τα οποία είναι μυθιστορήματα. To πιο πρόσφατο μυθιστόρημά της, ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ, ήταν στη βραχεία λίστα για τα: Costa Award, British Book Awards, RSL Ondaatje Prize και Women’s Prize for Fiction. Είναι ευπώλητη συγγραφέας σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο και τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε 57 γλώσσες. Το μυθιστόρημά της 10 ΛΕΠΤΑ ΚΑΙ 38 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΟΣΜΟ ήταν στη βραχεία λίστα για τα βραβεία Booker και RSL Ondaatje, ενώ έλαβε τον τίτλο Blackwell’s Book of the Year. Το μυθιστόρημά της Οι σαράντα κανόνες της αγάπης συγκαταλέχθηκε από το BBC στα 100 μυθιστορήματα που διαμόρφωσαν τον κόσμο μας. Ο ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ επιλέχθηκε από τη Δούκισσα της Κορνουάλης ως το εναρκτήριο βιβλίο για τη λέσχη ανάγνωσής της, The Reading Room. Η Σαφάκ έχει διδακτορικό τίτλο στις Πολιτικές Επιστήμες και έχει διδάξει σε διάφορα πανεπιστήμια στην Τουρκία, τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, μεταξύ των οποίων και στο Κολέγιο Σεντ Ανν του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, όπου είναι επιστημονική συνεργάτιδα. Έχει επίσης διδακτορικό τίτλο στις Ανθρωπιστικές Σπουδές από το Κολέγιο Μπαρντ. Αρθρογραφεί σε σημαντικά έντυπα ανά τον κόσμο, ενώ έχει τιμηθεί με το μετάλλιο του Ιππότη του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών (Chevalier de l’Ordre des Arts et des Lettres). Το 2017 επιλέχθηκε από το Politico ως ένα από τα δώδεκα άτομα που μπορούν «να συμβάλουν στην πολυπόθητη ανάταση της ψυχής». Η Σαφάκ έχει συμμετάσχει ως κριτής σε πολλά λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ των οποίων στο PEN Nabokov prize, ενώ έχει προεδρεύσει στα βραβεία Wellcome. Της έχει απονεμηθεί το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο Halldór Laxness για τη συμβολή της «στην ανανέωση της τέχνης της αφήγησης».


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια