Βιβλιοκριτική: "Ιστορίες από τη λύπη" του Χρήστου Κουλαξίζη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Ιστορίες από τη λύπη
Συγγραφέας: Χρήστος Κουλαξίζης
ISBN: 978-618-5775-51-3
Εικονογράφηση: Φωτεινή Μαυρίδη
Ημερομηνία έκδοσης: 02/2026
Σελίδες: 48
Εκδόσεις: Γλαρόλυκοι


Τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ιστορίες από τη λύπη» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Γλαρόλυκοι» ο Χρήστος Κουλαξίδης και συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 2026.

Ήδη από την αρχή του βιβλίου του ο ποιητής φροντίζει να δικαιολογήσει τον τίτλο που επέλεξε, εξηγώντας στον αναγνώστη του ότι οι ιστορίες που συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό είναι εμπνευσμένες από ό,τι του λείπει και που γνωρίζει πλέον καλά πως δε θα γίνει ποτέ ξανά δικό του. Άλλωστε, στο οπισθόφυλλό του γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρος, αφού συνειδητά του αποκαλύπτει τι είναι στην πραγματικότητα αυτό που του λείπει, ο έρωτας δηλαδή. Η τριπλή συναισθηματική του συντριβή, η οποία, όπως ομολογεί, προκλήθηκε εξαιτίας της απώλειας του έρωτα και των θλιβερών συνεπειών που επέφερε στη ζωή του, μοιράζεται στις μικρές αφηγηματικές του ιστορίες, που είναι πλημμυρισμένες στο σύνολο τους με ζωντανές μνήμες του παρελθόντος και στιγμές απόλυτα οδυνηρές, που εξακολουθούν να προκαλούν εντός του πόνο, νοσταλγία, έντονη απογοήτευση και ψυχικό μαρασμό.

Άκρως εξομολογητική η διάθεσή του, ωθεί στην απελευθέρωση της ψυχής του απ’ ό,τι τη βασανίζει. Ο αναγνώστης μέσω της ποίησής του, που είναι γραμμένη άλλοτε σε ελεύθερο στίχο και άλλοτε σε πεζό, μεταφέρεται στο απέραντο σκοτάδι του φοβισμένου εσωτερικού του κόσμου. Άλλωστε, ο ποιητής δεν κρύβει τα συναισθήματά του πίσω απ’ τις λέξεις, αντίθετα τα παρουσιάζει όπως ακριβώς είναι.

«Οργή, πόνος κι απογοήτευση στη σκοτεινή μου ποίηση» (Σελίδα 7)

Αποκομμένος από τα όμορφα της ζωής, εκδηλώνει ξεκάθαρα τις εσωτερικές του επιθυμίες. Συναισθηματική πληρότητα επιδιώκει για το παρόν και το μέλλον του και εξασφάλιση της αληθινής ευτυχίας μέσω της εγκαθίδρυσης της αγάπης, του μοιράσματος, της αγκαλιάς. Σωπαίνει, ωστόσο, όταν αισθάνεται πόσο σκληρές γίνονται οι λέξεις στην προσπάθειά τους να αποτυπώσουν την αλήθεια της ψυχής του που υποφέρει και που έχει χάσει προ πολλού το πραγματικό νόημα της ύπαρξής της. Κι έπειτα συμπεριφέρεται ρομποτικά. Αντικαθιστά παλιές κι αγαπημένες του συνήθειες, κάνοντας πλέον ανούσια και αδιάφορα πράγματα για να μη νιώθει περισσότερο τη δυστυχία, για να μη σκέφτεται περισσότερο, για να μην υπάρχει πραγματικά.

Ο ποιητής παρά την πηγαία ρομαντική του διάθεση, επιμένει στην ψυχρή αποτύπωση της σύγχρονης πραγματικότητας για να δικαιολογήσει και τη δική του συναισθηματική φθορά. 

«Συμφιλιώθηκα με τους δαίμονές μου
Κι έκανα κτήμα μου τις κρίσεις πανικού» (Σελίδα 12)

Καθώς ξεδιπλώνεται σταδιακά, περιγράφει την ερήμωση των ψυχών γενικότερα, την απότομη παύση των ονείρων, τη θανατηφόρα σιγή κι έτσι παγώνει και σκληραίνει περισσότερο εντός του. Στρέφεται στο δεύτερο πρόσωπο με ύφος αυστηρό και σκληρό απαιτώντας μια κίνηση αντίδρασης. Η στάση του διακρίνεται ειρωνική, καυστική και απόλυτα καταγγελτική στο σημείο αυτό. Είναι μια στάση αγανάκτησης απέναντι στην αδιαφορία και την υποκρισία. Ίσως, γιατί ένα παράπονο έντονο κεντά τη συνείδησή του επίμονα και την πληγώνει ακόμα πιο πολύ, ένας πόνος διαρκής που έχει εδραιωθεί μέσα του σαν κατάρα αιώνια. Κι έτσι παίρνει επάνω του το βάρος της ευθύνης.

«Ρίξε μου την ευθύνη
Χρέωσέ μου τα πάντα
Ακόμη και τα αγέννητα λάθη σου». (Σελίδα 17)

Νιώθει πλέον έντονα το μαχαίρι εντός του. Το αισθάνεται να διατηρεί ανοιχτή την πληγή του, στιγματίζοντας αρνητικά την ύπαρξή του. Είναι η αγάπη που χάθηκε, θα αισθανθεί, που ακόμα τον πονά και τον διαλύει συναισθηματικά, που του θυμίζει συνέχεια την αποτυχία του, τον φόβο που νίκησε την επιθυμία του και τον οδήγησε στον χωρισμό.

Ο ποιητής ξεκάθαρα κυμαίνεται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, την αγάπη και την απώλειά της, τη χαρά και τη λύπη. Αναπολεί τον χρόνο που έφυγε και το ερωτικό πρόσωπο που πλέον υπάρχει μονάχα ως ανάμνηση. Μονολογεί, έπειτα, κάνοντας διάλογο με τον πόθο του, ελπίζοντας στην επιστροφή της αγαπημένης του, συνειδητοποιώντας παράλληλα με πόνο ψυχής ότι δε θα την ξαναδεί ποτέ.

«Επιστρέφω με την ίδια ελπίδα: 
Θα είσαι εκεί; Φυσικά και όχι… 
Μπαίνω στο σπίτι μουρμουρώντας. 
Βάζω σε μια σειρά τα ψυχολογικά μου, 
τα μετρώ, τα κατονομάζω» (Σελίδα 21)

Χαρακτηρίζει τη συναισθηματική του κατάσταση ως κατάντια, απελπισία κι εμμονή. Προσκολλημένος καθώς είναι στις αναμνήσεις του, τις υπεραναλύει ξανά και ξανά. Αγκαλιάζει τις θλίψεις του στη συνέχεια για να εξελιχθεί στο τέλος ως η χειρότερη εκδοχή του εαυτού του.

Ως μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού, επιστρέφει στα ανέμελα παιδικά του χρόνια κι εκεί αναγνωρίσει τον εαυτό του. Επιμένει στο σκάλισμα της μνήμης χαζεύοντας παλιές φωτογραφίες. Απελπίζεται, βέβαια, αναλογιζόμενος την τωρινή μοναχική πορεία του προς τον θάνατο. Τρομοκρατείται από τη μονοτονία της καθημερινότητάς του, γι’ αυτό και βρίσκει τελικά λυτρωτικό αποκούμπι στον φανταστικό διάλογο με την αγαπημένη του.

«Κλείσε τον χρόνο μας σε ένα κουτάκι, κλείδωσέ το και πέτα το σε μια από 
τις θάλασσες που μοιραστήκαμε. Η επόμενη συνάντησή μας θα είναι σε
κηδεία και όσα δεν είπαμε, δεν θα μπορούν πια να ειπωθούν. Μα εσύ κάνε
ότι κοιμάσαι.» (Σελίδα 28)

Αυθόρμητα στρέφεται με μένος απέναντι στην ίδια την κοινωνία της υποκρισίας, του ατομικισμού και της άψυχης μάζας.

«Ποια μάσκα σας βολεύει, τελικά;
Ποια να φοράω;» (Σελίδα 30)

Κι ύστερα αποτυπώνει ημερολογιακά τις στιγμές εκείνες που έμειναν στη μνήμη του για πάντα, ακόμα κι αν τον πονούν, καθώς του θυμίζουν και πάλι πως όλα χάθηκαν.

Σε μια απόπειρα τριβής με την έμμετρη ποίηση, μας χαρίζει τις «Τρίτες και Παρασκευές».

«Μισώ τις Τρίτες πιο πολύ απ' τις Δευτέρες
Μου θυμίζουν τις άδειες «καλημέρες»
Δυο κουρασμένα χέρια που δε 'βαλαν βέρες
Παρασκευή γκρεμίστηκα σε υποσχέσεων ξέρες»  (Σελίδα 39)

Στο τέλος, επιστρέφει στα όνειρα για να διατηρήσει την ελπίδα του ζωντανή σε έναν κόσμο που από καιρό έχει πάψει να ελπίζει.

«Έχω κι άλλα μυστικά να πω, αλλά σωπαίνω.
Επιστρέφω στα όνειρα, μέχρι να τελειώσουν κι αυτά.» (Σελίδα 43)

Ποίηση σκοτεινή, ρεαλιστική, σκληρή και θλιβερή. Ποίηση συντροφική και ανθρώπινη. Ποίηση του πόνου, της ήττας και του παραπόνου, μα και της ελπίδας και του ονείρου. Ποίηση της κατάντιας και της φθοράς, μα και μια τελευταία απόπειρα εξερεύνησης της αληθινής ζωής. Ποίηση απελευθερωτική και λυτρωτική, χωρίς περιττές ωραιοποιήσεις, σε μια απλή και κατανοητή γλώσσα, που κερδίζει αμέσως το ενδιαφέρον του αναγνώστη συμπαρασέρνοντάς τον στον εσωτερικό κόσμο του ποιητή.

Ας είναι καλοτάξιδη!


Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια