Τα κλεμμένα σταφύλια
Συγγραφέας: Γιώργος Μολέσκης
Ημερομηνία έκδοσης: 12/2025
ISBN: 978-618-231-292-6
Σελίδες: 190
Μέσα από ρέουσα
αφήγηση, ο Γιώργος Μολέσκης υφαίνει και συνθέτει μια
ιστορία ενηλικίωσης, ζητήματα συλλογικής μνήμης, αναζήτησης ταυτότητας σε έναν
κατακερματισμένο σύγχρονο κόσμο και ιστορίες απώλειας και οδύνης, εμποτισμένες
με συμβολισμούς, πυκνή μελαγχολία και
υπόγεια συγκίνηση. Η διαδρομή του πρωταγωνιστή, από τη γέννησή του μέσα στο
πένθος για τους συγγενείς και τους αγωνιστές του Κυπριακού Αγώνα, στον τραυματικό έρωτα και, τέλος, στη μοναχική
του περιπλάνηση, συνιστά και συστήνεται ως μια επίμονη αναζήτηση λύτρωσης. Στην
αινιγματική ατμόσφαιρα, όπου φως και σκοτάδι, δουλειά και αγώνας διαπλέκονται
αδιάκοπα, το πρόσωπο του κεντρικού ήρωα, εκφράζει τη σύγκρουση νου και σώματος
σε μια παθιασμένη και γι’ αυτό εύθραυστη αναζήτηση υπαρξιακής πληρότητας.
Μπορείς τον χρόνο και τις αποστάσεις να τις παρακάμπτεις,
δεν μπορείς όμως να σβήσεις από μέσα σου τα γεγονότα, όλα εκείνα που στο μεταξύ
γνώρισες. Τα χρόνια δεν φεύγουν αδειανά, αλλά μας φορτώνουν εμπειρίες, φωτίζουν
από διαφορετικές πλευρές περιστατικά, που συνέβησαν σε κάποιο στάδιο της ζωής
μας.
Αρχές της δεκαετία του 1950. Ο Όμηρος Αρτεμίου
μεγαλώνει στη Λύση, ένα φτωχό και μικρό χωριό της Κύπρου. Ο
πεντάχρονος Όμηρος και η μικρή αδελφή του Ελένη, μεγαλώνουν ακούγοντας τους
καθημερινούς καβγάδες των γονέων του. Καβγάδες, πότε μικροί και περαστικοί, πότε έντονοι και με διάρκεια. Ο Όμηρος νιώθει μίσος για τον πατέρα του, που
χειροδικεί στην μητέρα του και ντρέπεται τους γείτονες. Ανυπομονεί να περάσει ο
καιρός, να μεγαλώσει, να βρει λύσεις για όλα αυτά που τον βασάνιζαν.
Όταν πέθανε ο παππούς του, που του έλεγε ιστορίες,
αισθάνθηκε βαθιά μέσα του μια απέραντη λύπη για τον παππού κι ένα φόβο για τον
θάνατο. Τη νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί, έβλεπε άσχημα όνειρα, παραμιλούσε,
ένιωθε μια απέραντη και κρύα μοναξιά να τον τυλίγει και φοβόταν το σκοτάδι.
Ο παππούς ήταν καλός άνθρωπος και άριστος μαθητής. Ήθελε να
σπουδάσει και να γίνει δάσκαλος. Ξεκίνησε τις σπουδές αλλά ήρθαν δύσκολοι
καιροί για το χωριό: ανομβρία, ακρίδες, αρρώστιες και η οικογένειά του μπήκε
στα χρέη, οπότε ο παππούς διέκοψε τις σπουδές και γύρισε να δουλέψει και να
βοηθήσει τους γονείς του και τα αδέλφια του. Έτσι έμαθε μια τέχνη και άνοιξε
παπουτσάδικο. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, εγγόνια.
Η γιαγιά Λουκιανή, ήταν θετή μητέρα της μάνας του Ομήρου.
Η γιαγιά ζούσε μόνη, αλλά παλιά ήταν παντρεμένη με τον Γιάννη, έναν παπουτσή.
Αλλά ο Γιάννης ενώ είχε αυτό το επάγγελμα, αγάπησε με πάθος την αγιογραφία, ζωγράφιζε
εικόνες. Ύστερα έφυγε και πήγε σε άλλους τόπους αφήνοντας τη γυναίκα του και
την θετή τους κόρη, τη μάνα του Ομήρου, μικρό παιδί, χωρίς κανένα σημείο ζωής.
Η γιαγιά Λουκιανή ήταν πολύ γριά, μπορεί και ενενήντα και
γνώριζε τόσα πολλά πράγματα, τόσες ιστορίες, τόσα τραγούδια, τόσα ονόματα
ζώων, πουλιών και φυτών και τόσους πολλούς ανθρώπους. Όταν ο Όμηρος πήγαινε
στο σπίτι της γιαγιάς αυτή τον κερνούσε από τα φρούτα της αυλής ή πίτες και
τηγανίτες. Η γιαγιά του έλεγε ιστορίες για το χωριό τους. Μια μέρα του μίλησε
για την ιστορία του χωριού και της μεγάλης του εκκλησίας, την αφιερωμένη στην
Παναγία.
Τα καλοκαίρια ,όταν τα σχολεία ήταν κλειστά, ο Όμηρος
κοιμόταν τα βράδια στην αυλή με τη γιαγιά, για να της κάνει συντροφιά και αυτή
του έλεγε διάφορες ιστορίες, παραμύθια και του περιέγραφε τα αστέρια.
Στους πρόποδες του Αλασού, το βουνό έξω από το χωριό, πέρα
από τον κάμπο της Παναγιάς, φύτρωναν διάφοροι θάμνοι και λίγα δέντρα, συκιές
και αμπέλια, ελάχιστο νερό έτρεχε σε ένα ρυάκι και ήταν και ο ίσκιος μιας
γέρικης ,αιωνόβιας ελιάς. Εκεί βρισκόταν και το ξωκλήσι του Αγίου Ευφημιανού.
Στην εκκλησία αυτή βρισκόταν στον δρόμο των βοσκών, των γεωργών, των κυνηγών
,ακόμα και των κλεφτών. Οι βοσκοί της περιοχής διηγούνταν πάντα μια δική τους
ιστορία για τον Άγιο Ευφημιανό.
Στους λόφους του Αλασού, ο Όμηρος με ένα φίλο του, μια μέρα, κυνηγούσαν πέρδικες. Ήταν τόσο κουρασμένες που τις έπιαναν με τα χέρια. Όμως μετά
από κυνηγητό ωρών δεν πιάσανε καμία πέρδικα, αλλά τα πόδια τους ήταν ματωμένα,
τα παπούτσια τους σκισμένα κι ένιωθαν εξάντληση και μεγάλη δίψα. Γυρνώντας στο
χωριό βρήκαν ένα αμπέλι φορτωμένο με ωραία κόκκινα σταφύλια. Χωρίς να σκεφτούνε
τις συνέπειες κόβανε τα κλεμμένα σταφύλια και τα τρώγανε με λαιμαργία,
για να ξεδιψάσουν, όταν ένιωσαν πως κάποιος τους κυνηγούσε .Κατατρομαγμένοι
τρέξανε και κρύφτηκαν σε ένα μισοχαλασμένο σπίτι. Φτάνοντας αργά στο σπίτι ,οι
γονείς καβγάδιζαν για τον Όμηρο, που είχε ξεχαστεί όλη την μέρα με το κυνήγι
των περδικών.
Ο Όμηρος κατάλαβε ότι αυτός ήταν η αιτία του καβγά και
στενοχωρέθηκε πολύ, αλλά μια μικρή φλόγα ελπίδας για ανατροπή των πραγμάτων,
πως μια μέρα θα μεγάλωνε και θα μπορούσε, ανεξάρτητος και μόνος, να κυνηγήσει
τη μοίρα του.
Γύρισε τελικά σπίτι
άρρωστος και με υψηλό πυρετό.
Πολλές ιστορίες άκουγε ο Όμηρος και από την γρια-Παναγιώτα, την γειτόνισσά τους, η οποία ήταν πολύ φτωχή κι έβγαζε το ψωμί της με διάφορες
εκδουλεύσεις και μαγείες. Μια ιστορία που ανέφερε η γρια-Παναγιώτα ήταν για τον
Φαΐκη, αδελφό του άντρα της, ένας γλεντζές, ποιητής, τραγουδιστής και
χορευτής, που αγάπησε μια κοπέλα την
Χριστίνα, αλλά αρρώστησε και πριν πεθάνει ζήτησε από τον αδελφό του τον
Χριστοφή να αρραβωνιάσει την Χριστίνα. Τελικά αυτό έγινε, αλλά δυστυχώς η Χριστίνα πέθανε γρήγορα και έμεινε
μόνος και έρημος ο γέρο-Χριστοφής, που
έφτιαχνε καλάθια, κοφίνια, ψάθες με καλάμια. Έλεγε και διάφορες ιστορίες και
παραμύθια, πάντα με κάποιο δίδαγμα για τη ζωή, στον μικρό Όμηρο.
Ο Όμηρος φοιτούσε στο δημοτικό σχολείο του χωριού του όταν, την 1η Απριλίου 1955 άρχισε ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ για την ένωση
της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο αγώνας ήταν ενάντια στους Άγγλους κατακτητές και
ξεκίνησε με βομβιστικές επιθέσεις στις οποίες είχε σημαντικό ρόλο και ο
συγχωριανός τους Γρηγόρης Αυξεντίου.
Ο Όμηρος εντάχθηκε στην ΑΝΕ (Άλκιμη Νεολαία ΕΟΚΑ) και
συμμετείχε στην αναγραφή συνθημάτων και έριχνε φυλλάδια της ΕΟΚΑ στους δρόμους
του χωριού ή έριχναν πέτρες στα αυτοκίνητα των Άγγλων.
Μια μέρα κυκλοφόρησε σε όλο το χωριό η είδηση πως οι Άγγλοι
εκτέλεσαν δυο αγωνιστές της ΕΟΚΑ, τον Μιχαλάκη Καραολή και τον Ανδρέα
Δημητρίου. Όλο το χωριό, όπως και όλη η Κύπρος , είχαν συγκλονιστεί από αυτό το
γεγονός.
Στις 3 Μαρτίου 1957 σκοτώσανε οι Άγγλοι τον συγχωριανό τους
Πάτροκλο Κόκκινο, σε ενέδρα, επίσης πολιόρκησαν στο κρησφύγετο του τον άλλο
συγχωριανό τους Γρηγόρη Αυξεντίου και σκοτώσανε και τον Μιχάλη Πέτρου.
Ο Όμηρος βρίσκεται σε παραλήρημα .Είναι ξαπλωμένος στο
κρεβάτι και νιώθει ένα τεράστιο, μαύρο όγκο να τον πλακώνει. Τι είναι αυτό το
βάρος ; Είναι το σκοτάδι; Είναι οι ψυχές των νεκρών; Είναι το αίμα των
σκοτωμένων αγωνιστών της ΕΟΚΑ;
Με την έναρξη του αγώνα είχε αρχίσει και η διαμάχη με τους
Τούρκους, με τους οποίους είχαν πάντα καλές σχέσεις.
Ο Όμηρος αποφοίτησε από το δημοτικό σχολείο και βοηθούσε
τον πατέρα του στις γεωργικές δουλειές, το πότισμα των λαχανικών που είχαν στο
περιβόλι τους, στο μάζεμα των ώριμων καρπών, στη μεταφορά των θερισμένων
σταχυών στο αλώνι, στο αλώνισμα ,στη μεταφορά του σιταριού και του κριθαριού με
το κάρο στο σπίτι κ.α. Ο πατέρας του δεν μπορούσε, λόγω φτώχιας, να τον στείλει
στο γυμνάσιο στο Βαρώσι, αλλά ήθελε να μάθει μια τέχνη. Έτσι ο Όμηρος μόλις δεκατριών
χρονών έγινε μαθητευόμενος σε ένα συγγενή του, που διατηρούσε ένα παραδοσιακό
σιδηρουργείο στο χωριό κι αργότερα βρήκε δουλειά σε ένα μηχανουργείο στο Βαρώσι,
μαθητευόμενος ηλεκτροκολλητής.
Ώσπου μια μέρα ο καινούργιος μάστορας, ο Κόκκινος, τον
τράβηξε σε μια γωνιά του μηχανουργείου και του έδειξε ένα περίστροφο και του
εξήγησε τη λειτουργία του…
Ο συγγραφέας Γιώργος
Μολέσκης μετουσιώνει επιδέξια σε τέχνη την ιστορική αλήθεια, το βίωμα και
τις προσωπικές μαρτυρίες επιλέγοντας να μην αφηγηθεί την Ιστορία (που
παραπέμπει ευθέως στην κυπριακό αγώνα της ΕΟΚΑ) με όρους ρεαλιστικής
καταγραφής, αλλά μέσω μιας υψηλής ποιητικής σύλληψης, όπου το φυσικό στοιχείο
και το ιστορικό γεγονός συμπλέκονται αδιάρρηκτα.
Η ιστορία αυτή αποτυπώνει την πορεία ενός νέου προς την
ωριμότητα, φωτίζοντας μια κρίσιμη περίοδο της κυπριακής ιστορίας με ευαισθησία
και αλήθεια.
Ένα βιβλίο γεμάτο συμπόνια και συγκίνηση, που σε καθηλώνει, σε στοιχειώνει, σε ωθεί να συλλογιστείς τα μονοπάτια που δεν ακολουθούμε, τις αμέτρητες μικρές αποφάσεις και θυσίες που μας οδηγούν τελικά να ζήσουμε
μια συγκεκριμένη ζωή.
Διαβάστε το.
Ο Γιώργος
Μολέσκης γεννήθηκε το 1946 στο χωριό Λύση. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο
Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας «Λομονόσοφ», απ’ όπου απέκτησε
πτυχίο (Μ.Α.) στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία, καθώς και διδακτορικό δίπλωμα
(Ph.D.) στη Λογοτεχνία.
Εργάστηκε στις
Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, απ’ όπου
αφυπηρέτησε με τον βαθμό του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Υπηρέτησε επίσης
ως Εκτελεστικός Σύμβουλος στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Διετέλεσε
πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, της Εθνικής Επιτροπής
Κύπρου για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, καθώς και της Ένωσης Λογοτεχνών
Κύπρου.
Έχει
δημοσιεύσει μελέτες και δοκίμια για τη λογοτεχνία, ενώ έχει εκδώσει δεκαπέντε
ποιητικές συλλογές, δύο συγκεντρωτικούς τόμους ποιημάτων, τρία έργα πεζογραφίας
και πέντε βιβλία μεταφράσεων ποίησης από την αγγλική και τη ρωσική γλώσσα. Δέκα
ποιητικές συλλογές του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα γαλλικά, ιταλικά,
βουλγαρικά, ρουμανικά, σερβικά, αλβανικά και ισπανικά. Το ημιτελές ποίημα (εκδόσεις Μεταίχμιο
2014) μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα τουρκικά, ενώ η συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο
δωμάτιο
(εκδόσεις Βακχικόν 2017) μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα αλβανικά.
Έχει τιμηθεί
με Κρατικό Έπαινο και Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύπρου, με το Μετάλλιο
Πούσκιν της Ένωσης Ρώσων Συγγραφέων, το Βραβείο Γ. Φ. Πιερίδης της Ένωσης
Λογοτεχνών Κύπρου, καθώς και το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς «Τεύκρος
Ανθίας–Θοδόσης Πιερίδης» της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ. Είναι Επίτιμο Μέλος
της Κρατικής Ακαδημίας Σλαβικού Πολιτισμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της Ένωσης
Λογοτεχνών Κύπρου και του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας–Κύπρου.
Από τις
εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορούν τα βιβλία του: Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο (διηγήματα, 2017), Κάθε Ιούλιο επιστρέφω (αφήγημα, 2019), Ανοιχτός ουρανός (ποιήματα, 2022) και Τρία προσωπικά ποιήματα (2024). Καθώς και οι
μεταφράσεις του: Ρωσική
ποίηση 20ού αιώνα
(2018), Προεπαναστατικά
ποιήματα του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι (2019) και Δαβίδ ο Σασούνιος (2021). Το μυθιστόρημα
Τα
κλεμμένα σταφύλια
εκδόθηκε το 1985 και επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν.

0 Σχόλια