Κύριε Μερεντίτη, είστε πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, καθώς το πρώτο σας βιβλίο κυκλοφόρησε περίπου ένα χρόνο πριν. Ωστόσο, οι σπουδές σας και η επαγγελματική σας ενασχόληση φανερώνουν την πολυετή επαφή σας με τη λογοτεχνία. Η αγάπη σας γι’ αυτήν, βέβαια, αποδεικνύεται και από τον ιδιαίτερο τρόπο γραφή σας που ομολογουμένως είναι πολύ μελετημένος και πολύ προσεκτικός. Πώς προέκυψε όμως αυτή η μεγάλη αγάπη σας και πώς εξελίχθηκε με τα χρόνια σε αγάπη για τη συγγραφή;
Αρχικά, σας ευχαριστώ ειλικρινά για την τιμή να φιλοξενήσετε το έργο μου, τις εκδόσεις «Κομνηνός» κι εμένα προσωπικά στο περιοδικό σας. Ευχαριστώ και για τα καλά σας λόγια. Η αλήθεια είναι πως η επαφή με τα γράμματα γενικά μπήκε νωρίς και καθοριστικά στη ζωή μου. Ακούγεται κλισέ, αλλά έτσι είναι. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι περιτριγυρισμένο από βιβλία, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Αν λαμπαδιάσει ποτέ το γονεϊκό δε θα μείνει τίποτα. Οπότε, οι προσλαμβάνουσες από νωρίς ήταν ράχες βιβλίων και σελίδες. Δώρα γιορτών και γενεθλίων βιβλία, στην καλοκαιρινή βαλίτσα για τους δυο μήνες διακοπών στο Βυζίκι, στη Γορτυνία, πρώτα ρούχα και μετά βιβλία. Και πάει λέγοντας. Η πρώτη σχολική τσάντα αγορασμένη από τον πατρικό παππού μού έκανε ξεκάθαρο πως το κεφάλαιο σχολείο θα ήταν σημαντικό. Και, πράγματι, έτσι ήταν. Γιατί στο σχολείο απέκτησα αυτοεκτίμηση και στους εκπαιδευτικούς μου αναζήτησα πρότυπα. Άσχετα αν στην πορεία τα αποκαθήλωσα σε μεγάλο βαθμό. Αλλά δεν είναι τυχαίο που επέλεξα αυτό το επάγγελμα. Ένα επάγγελμα σχετικό με τα γράμματα και το περιβάλλον που αυτά σεργιανούν. Και η Κλασική Φιλολογία ήταν μονόδρομος. Και όσο περνάει ο καιρός, μάλλον εκεί ξαναγυρίζω. Ανάμεσα στα διαβάσματα τότε κι έκτοτε όλο και κάτι θα έγραφα, αλλά ποτέ με στόχο την έκδοση. Ούτε καν την ευρεία ανάγνωση. Ήρθε, όμως, κάποτε ο καιρός που, μάλλον, οι λέξεις ξεχείλισαν κι έπρεπε να μπουν σε μια τάξη. Ή, μάλλον, δεν έβρισκαν ακροατή κι έψαξαν αναγνώστη. Τώρα, σε μια περίοδο παραδοξότητας που υπάρχει ολιγοαναγνωσία αλλά πολυγραφία, ίσως, επέλεξα κι εγώ αυτόν τον τρόπο για να αποφορτιστώ και να μοιραστώ.
Στο βιογραφικό σας σημείωμα διαβάζουμε αρκετά πράγματα για εσάς. Ωστόσο, πείτε μας κι εσείς δυο λόγια παραπάνω κυρίως για το συγγραφικό σας ενδιαφέρον και πώς αυτό συγκεκριμένα προέκυψε και γιατί;
Την άνοιξη του 2024 οι εκδόσεις Κομνηνός διεξήγαγαν ένα διαγωνισμό διηγήματος στον οποίο κι έλαβα μέρος. Ήταν η πρώτη φορά που στρατηγικά κάθισα και είπα «τώρα θα γράψω διήγημα». Περιττό να πω πως λάτρεψα τη διαδικασία. Οι φίλοι θα θυμούνται καλά τον ενθουσιασμό μου. Περισσότερο, όμως, λάτρεψα το αίσθημα εκτόνωσης και λύτρωσης που αποκόμισα. Ξέρετε, λένε πως το γραπτό είναι μία γέννα. Και, πράγματι, έτσι είναι. Κοιλοπονάς, νοοπονάς και όταν το αποβάλλεις αισθάνεσαι μεγάλη αγαλλίαση. Από το σημείο αυτό ξεκίνησε πολύ αυθόρμητα –σαν από ανάγκη περισσότερο– η παραγωγή κι άλλων διηγημάτων. Αβίαστα, ο όγκος τους βάραινε. Αργότερα, ήρθε η συμπερίληψη του διηγήματος του διαγωνισμού στον συλλογικό τόμο και η αίσθηση του μοιράσματος, η επίγνωση πως ένα κομμάτι σου κυκλοφορεί κάπου, υπάρχει έξω από εσένα, ένα κομμάτι δικό σου που μπορεί να βρει κι άλλους να τους αφορά, επισφράγισε αυτό που είχα αρχίσει να καταλαβαίνω: συγκροτούνταν ένα σώμα συλλογής.
Είστε εκπαιδευτικός στο επάγγελμα. Συγκεκριμένα, από το 2015 εργάζεστε σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές παροχής ειδικής εκπαίδευσης και ένταξης σε μαθητές προσχολικής, σχολικής και εφηβικής ηλικίας με ειδικές και γενικευμένες μαθησιακές δυσκολίες και αναπηρίες. Πώς επιδρά το εργασιακό σας περιβάλλον στη συγγραφική σας δραστηριότητα; Αποτέλεσε ποτέ πηγή έμπνευσης για εσάς και πώς επιχειρήσατε να αξιοποιήσετε αυτή την έμπνευση συγγραφικά, ώστε παράλληλα να καταφέρετε να κρατήσετε διακριτές ισορροπίες ανάμεσα στις δύο σας ιδιότητες, την επαγγελματική και τη συγγραφική;
Πολύ ιδιαίτερη ερώτηση. Δε θα έλεγα, όμως, πως το εργασιακό μου περιβάλλον μεμονωμένα επιδρά στη συγγραφική μου δραστηριότητα. Και αυτό, καθώς αν το εργασιακό περιβάλλον το εξετάσει κανείς πέρα από την ιστορία του καθενός ή το κοινωνικό συγκείμενο, δε λέει τίποτα. Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι «το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων» (Μαρξ) και το επαγγελματικό του περιβάλλον αφορά κάποιες μόνο από αυτές. Αποτελεί, όμως, μία επαγγελματική επιλογή που έγινε απόλυτα συνειδητά, οπότε αυτό μαρτυρά ήδη πράγματα για εμένα και για τις καταβολές μου: ένα σπίτι κι έναν κοινωνικό περίγυρο αφοσιωμένο στην κοινωνική δράση, την προσφορά κι έναν αγωνιστικό/μαχητικό τρόπο ζωής.
Ωστόσο, δεν μπορώ να παραβλέψω πως η εργασία είναι η βασική δραστηριότητα του ενήλικα ανθρώπου και μακάρι να δινόταν η ευκαιρία να απελευθερώσει μέσω αυτής τις δημιουργικές του τάσεις και να είναι παραγωγικός. Ως έχει η κατάσταση δεν είναι εφικτό αυτό, αλλά οφείλω να παραδεχτώ πως το εργασιακό μου περιβάλλον έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο παρατηρώ τους ανθρώπους και, κατ’ επέκταση, τον τρόπο με τον οποίο γράφω. Οι εμπειρίες που έχω αποκομίσει λειτουργούν συχνά ως ένα εσωτερικό υπόστρωμα στη συγγραφική μου δραστηριότητα, περισσότερο ως συναισθηματικό και ανθρωποκεντρικό υλικό. Ένα έναυσμα να μετασχηματίζω συναισθήματα, ατμόσφαιρες, αγωνίες ή μικρές καθημερινές στιγμές σε λογοτεχνικό υλικό που αποκτά αυτονομία μέσα στο κείμενο.
Αν και φιλόλογος στο μεδούλι, η στροφή στην ειδική εκπαίδευση έγινε όταν βίωσα τη ματαίωση της γενικής εκπαίδευσης και ήθελα να νιώσω πως αυτό που κάνω έχει ουσιαστικό αντίκρισμα. Με απασχολεί πολύ αυτό: να αφήσω ένα αντίκτυπο. Νομίζω –μέχρι στιγμής– πως η εκπαιδευτική και η συγγραφική μου ιδιότητα συνομιλούν διαρκώς, χωρίς όμως να ταυτίζονται. Η πρώτη με κρατά σε επαφή με την πραγματικότητα και την ανθρώπινη πολυπλοκότητα· η δεύτερη μου δίνει τον χώρο να επεξεργάζομαι εσωτερικά όσα με απασχολούν και να τα μετατρέπω σε αφήγηση.
Ίσως τελικά αυτό που περνά περισσότερο στα κείμενά μου να είναι μια προσπάθεια κατανόησης του εαυτού μου και του «άλλου», του «εμάς». Και αυτό είναι κάτι που το οφείλω σε μεγάλο βαθμό και στην εκπαιδευτική μου εμπειρία.
Τι άλλο πέρα από το εργασιακό σας περιβάλλον σας εμπνέει ώστε να σας οδηγήσει στη δημιουργία και την έκφραση;
Η πιο μεγάλη δεξαμενή έμπνευσης για εμένα δεν είναι το εργασιακό μου περιβάλλον, όσο ο χώρος των κοινωνικών μου δικτύων: φίλοι, οικογένεια, γνωστοί. Όπως είπα, ο άνθρωπος είναι «το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων» (Μαρξ). Η μεταβατικές φάσεις ανάμεσά μας, τα κύματα λογής-λογής στιγμών που δαμάζουμε, οι προβληματισμοί, τα αδιέξοδά μας, οι αλλαγές που δε μου αρέσουν. Η ροή της ζωής που, κάπως, έχω αρχίσει που και που να τη βλέπω λιγότερο βαρύθυμα και να ευχαριστιέμαι με το απρόβλεπτό της. Επιπλέον, συγκινήσεις και σκέψεις από διαβάσματά και την επαφή με καλλιτεχνικά δημιουργήματα που γεννάνε την επιθυμία κάπως να ανταποδώσω, να συνεισφέρω σε αυτόν τον διάλογο, να συντηρήσω ή/και να αναπαράξω αυτό το όμορφο –στη δυσκολία ή την άνεσή του– συναίσθημα.
Κάνατε το λογοτεχνικό σας ντεμπούτο κυκλοφορώντας πρόσφατα το πρώτο σας σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Είναι αυτό το λογοτεχνικό είδος που σας συναρπάζει περισσότερο; Υπάρχει πιθανότητα στο μέλλον να υπηρετήσετε και άλλα λογοτεχνικά είδη, όπως για παράδειγμα την ποίηση ή το παραμύθι ή ενδεχομένως και ένα θεατρικό έργο;
Το έργο είναι μια συλλογή διηγημάτων που μαζί μπορούν να απαρτίσουν ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Ξεχωριστές ιστορίες, σε διαφορετικές τοποθεσίες, με διαφορετικούς ήρωες ποικίλων ηλικιών: από αγόρια σε ώριμους άνδρες. Στο διήγημα συμπυκνωμένα πρέπει να ειπωθούν πολλά και ακόμα πιο πολλά, εύστοχα, να εννοηθούν. Φάνηκε, συνεπώς, κατάλληλο ως φόρμα για να συγκροτηθεί τελικά ένα μωσαϊκό ανθρώπινων εμπειριών, ως ενιαίο σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Παράλληλα, η συλλογή συστήνεται, εκτός από συλλογή διηγημάτων και σπονδυλωτό μυθιστόρημα, και ως πραγματεία: η διάρθρωσή της, σε συνδυασμό με την οργάνωση των κεφαλαίων βάσει τους νόμους της μαρξιστικής διαλεκτικής, προτείνεται να αναγνωστεί κι ως εργαλείο στοχασμού και κατανόησης μιας σύγχρονης –και διαχρονικής ενδεχομένως- κοινωνικής πραγματικότητας.
Από κει και πέρα, η παραγωγή των υπόλοιπων έργων που είναι στα σκαριά αφορά μυθιστορήματα εσωτερικά, στοχαστικά, ψυχογραφικά κι αρκετά κοινωνικά. Το παραμύθι, αν υπήρχε το περιθώριο να έχει τον ωμό σουρεαλισμό και τον λυρικό συμβολισμό που έχουν τα γνήσια παραδοσιακά, τα φολκλορικά παραμύθια, εκείνα που αλογόκριτα αποτυπώνουν τις παιδικές φαντασιώσεις και τον ενήλικο τρόμο, τότε ναι, θα με αφορούσε. Αλλά τα έργα που δρομολογούνται, θεωρώ πως έχουν αυτό το παραπάνω σουρεαλιστικό στοιχείο, το πιο σκοτεινά αινιγματικό, το παραμυθιακά νεφελώδες. Προσκαλούν να ανακαλύψει ο αναγνώστης τους συμβολισμούς τους. Με την ποίηση δεν έχω πειραματιστεί και σε καμία περίπτωση η λυρική διάθεση του κειμένου δεν επαρκεί για αυτό. Σκέφτομαι πως ένας πεζογράφος έχει πολύ διαφορετική ιδιοσυγκρασία από έναν ποιητή. Τέλος, αναφορικά με τα θεατρικά, δε σας κρύβω πως θα λάτρευα μέρος ή το σύνολο του έργο να δραματοποιούνταν με κάποιον τρόπο. Θεωρώ πως θα είχε νόημα.
Έχετε συγγραφικά πρότυπα στη ζωή σας; Ποια είναι τα πιο αγαπημένα σας και πώς αυτά θεωρείτε ότι έχουν επιδράσει άμεσα ή έμμεσα στον δικό σας τρόπο σκέψης και γραφής;
Θα απαντήσω χωρίς δεύτερη σκέψη: τη γενιά του 30: Καραγάτσης, Θεοτοκάς, Τερζάκης και ο πολύ αγαπημένος μου Πολίτης. Νιώθω πως η εσωτερικότητα της γραφής τους, ο λυρισμός, ο έντονος συμβολισμός και οι θεματικές της μνήμης και της νοσταλγίας με εκφράζουν πολύ. Χώρια του ότι αισθάνομαι πως, κάπως, η ιστορία έχει κάνει μια αναδίπλωση και το παρόν απηχεί πολύ τις ραγδαίες αλλαγές, την ανασφάλεια και τη ταραχή του δικού τους συγγραφικού παρόντος. Οπότε, κάπως νιώθω πως τους καταλαβαίνω καλύτερα και συνομιλούμε. Θα προσθέσω και τον Λουντέμη. Μικρός τον σκεφτόμουνα σαν το μεγάλο αδερφό που θαύμαζα και πλέον σαν τον αδερφό εκείνον –μικρό ή μεγάλο δεν ξέρω– που είπε πολλά και δεν τον άκουσαν και δε θέλω κανείς να μου τον πειράζει.
Το πρώτο σας βιβλίο είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2025 από τις εκδόσεις «Κομνηνός» και φέρει τον τίτλο «Αυγουστιάτικη Λέσχη Μοναστών». Οι ιστορίες που περιλαμβάνονται σ’ αυτό λειτουργούν και ως αυτόνομα διηγήματα, αρκετά ενδιαφέροντα και συναρπαστικά, που ομολογουμένως περνούν πολλά μηνύματα στον αναγνώστη και του θέτουν πολλές αφορμές για βαθύτερη σκέψη και προβληματισμό. Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό τους. Ποια η θεματολογία τους και για ποιο λόγο συνθέτουν αυτό το σπονδυλωτό μυθιστόρημα;
Σας ευχαριστώ για ακόμα μια φορά για τα θετικά σας σχόλια.
Οι δεκαοχτώ ιστορίες της συλλογής, διαρθρωμένες ισόποσα σε τρία κεφάλαια, έχουν να κάνουν με ζητήματα μετάβασης, απώλειας, διαχείρισης και ταυτότητας σε ποικίλες φάσης της ζωής. Κάποια ζητήματα επανέρχονται και οι ήρωες τα διαπραγματεύονται με άλλα εργαλεία κάθε φορά, άλλα απαντώνται αποκλειστικά σε κάποια φάση και μόνο. Αναλυτικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο βλέπει κανείς το τέλος της παιδικής αθωότητας και το πέρασμα στην ήβη κι έπειτα στη φοιτητική και πρώιμη ενήλικη ζωή, όπου οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με νέες ευθύνες και ανασχηματισμούς ταυτότητας. Στο κεφάλαιο αυτό κυριαρχούν οι φιλικές και ερωτικές σχέσεις, η ανάγκη ένταξης στις ομάδες ομηλίκων και η ερωτική αφύπνιση, η οποία συνοδεύεται από σύγκρουση και υπέρβαση του εαυτού. Με την είσοδο στην ενηλικίωση, στο δεύτερο κεφάλαιο, οι σχέσεις επαναπροσδιορίζονται υπό το βάρος της δημιουργίας οικογένειας και του κοινωνικού κανόνα. Η ρήξη που επιφέρει αυτή η μετάβαση στον κοινωνικό ιστό των ηρώων λειτουργεί ως καθοριστικό άλμα στην εξέλιξη της προσωπικότητάς τους. Στην προχωρημένη ωριμότητα, στην οποία επικεντρώνεται το τρίτο κεφάλαιο, στο επίκεντρο βρίσκονται η πατρότητα, η ταυτότητα και οι ανθρώπινες σχέσεις, όπως έχουν πια διαμορφωθεί. Η ολοκλήρωση της πορείας ωρίμανσης οδηγεί στην αποκρυστάλλωση της ταυτότητας, ενώ η νέα γενιά καλείται να μετασχηματίσει δημιουργικά την προηγούμενη. Κοινός άξονας όλων των ιστοριών παραμένουν οι οικογενειακές σχέσεις, κυρίως με την πατρική και μητρική μορφή, που λειτουργούν ως κάτοπτρο αυτογνωσίας. Παράλληλα, η απώλεια, κυριολεκτική ή μεταφορική, δρα ως οριακή εμπειρία που προκαλεί ρήξη, ανατροπή και επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας των ηρώων.
Αξίζει, πιστεύω, να αναφερθεί πως οι δεκαοχτώ ιστορίες δε γράφτηκαν χρονολογικά με τη σειρά που παρατίθενται. Κι εκεί είναι το παράδοξο, αλλά και το ενδιαφέρον: οι ηλικίες των ηρώων σχετίζονται με ζητήματα που απαντώνται στο διάβα της ζωής σε συγκεκριμένες φάσεις και, συγκυριακά, η κάθε ιστορία έγινε αντιληπτό πως διαχέεται την άλλη αβίαστα κι οργανικά, συνθέτοντας ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που στο σύνολο αποτυπώνει την ανθρώπινη οντογένεση και, ειδικότερα, την οντογένεση του άντρα.
Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για το βιβλίο σας; Γιατί «Αυγουστιάτικη Λέσχη Μοναστών» και όχι κάτι άλλο; Γιατί χαρακτηρίζετε τους κεντρικούς ήρωες των δεκαοκτώ ιστοριών σας μοναστές;
Η λέξη «μοναστός» είναι φτιαχτή. Το πρώτο συνθετικό είναι το «μόνος» και το δεύτερο «αστός». Οι ήρωες είναι μόνοι, είτε με την έννοια της μοναχικότητας ως ανάγκη είτε με την έννοια της μοναξιάς ως κατάληξης. Ίσως, όμως, και τα δύο να κρύβουν την επιλογή. Αυτό ας το εξετάσει ο αναγνώστης βάσει της δικής του εμπειρίας. Συνεχίζοντας, επειδή οι περισσότερες ιστορίες διαδραματίζονται σε αστικά κέντρα ή, έστω, η μόνιμη κατοικία των ηρώων είναι τα άστη, επιλέχτηκε το «αστός» ως δεύτερο συνθετικό, με σκοπό να γίνει και μία έμμεση κριτική στον σύγχρονο αστικό τρόπο ζωής. Ο οποίος, βέβαια, διαχέεται παντού και χωρίς να σημαίνει πως η επαρχία υπονοείται ως ειδυλλιακά εξιδανικευμένη ή πως ως κατάσταση οφείλεται σε παράγοντες που περιορίζονται μερικώς στα άστη. Έπειτα, δεδομένου ότι τα θεματικά μοτίβα συνδέουν τους ήρωες, με διαφορετικό τρόπο αναλόγως και της φάσης ζωής του καθενός, θεώρησα πως οι ήρωες συγκροτούν –άθελά τους– μία «λέσχη» και οι ιστορίες τους επικοινωνούν αθέατα τον Αύγουστο, αυτόν τον πολύ ιδιαίτερο και μετέωρο μήνα. Δεν ξέρω αν αυτή η λέσχη συνομιλεί και τον υπόλοιπο χρόνο, αλλά σίγουρα τότε.
Γιατί οι βασικοί ήρωες των ιστοριών σας είναι αποκλειστικά αγόρια, έφηβοι και άντρες;
Αρχικά, γιατί νιώθω πως πολύ πιο εύκολα και διεισδυτικά μπορώ να γράψω για αυτό. Συνεχίζοντας, γιατί με αφορά άμεσα, οπότε το έργο μου έχει πιο προσωπικό χαρακτήρα και δεν το αισθάνομαι δανεικό. Ακόμα, επειδή θεωρώ πως ένα έργο τέτοιας έκτασης και βάθους που να μονοπωλεί το ενδιαφέρον του η ζωή του «άνδρα» λείπει και η συζήτηση επιστρέφει σε μια βασική μου ανάγκη: το αντίκτυπο. Ωστόσο, μια διευκρίνιση: ναι, πρωταγωνίστρια θηλυκού γένους δεν υπάρχει. Οι ζωές των ηρώων, όμως, καθορίζονται από θηλυκές φιγούρες, επηρεάζουν θηλυκές φιγούρες, γράφουν την ιστορία τους μαζί με θηλυκές φιγούρες. Οπότε, η ζωή του άνδρα δεν είναι ξέχωρη από της γυναίκας κι άμεσα αφορά κι αυτήν, είτε ως παθητική ή ενεργητική δράστρια. Η εστίαση, όμως, στο σπονδυλωτό αυτό μυθιστόρημα, γίνεται στον άνδρα, ως αντικείμενο μελέτης, ως μέρος του όλου, ως αφορμή να διερευνηθεί ολόκληρη η ανθρωπογένεση. Και, αν κανείς αναρωτιόταν σχετικά με το κατά πόσο η ίδια ερώτηση θα γινόταν σε γυναίκα συγγραφέα που γράφει αποκλειστικά για γυναίκες, πιστεύω πως η ύπαρξη του συγκεκριμένου έργου είναι πιο επιβεβλημένη από ποτέ.
Ποιος ο κοινός παρονομαστής των ιστοριών του βιβλίου, επομένως και των ηρώων σας;
Ο κοινός παρανομαστής, πέρα από τα μοτίβα που ανέφερα, θα έλεγα πως είναι αυτό, ακριβώς, που συμβολίζει ο μήνας που διαδραματίζονται: το μεταίχμιο. Είναι αδιάφορο το ιστορικό παρόν. Υπάρχουν ιστορίες που εύκολα θα μπορούσε κανείς να τις τοποθετήσει σε ποικίλες χρονολογίες. Αλλά το μεταίχμιο συνέχει σαν φλέβα όλο το σώμα της συλλογής. Όλοι οι ήρωες βρίσκονται μπροστά σε μία μετάβαση, μια αλλαγή, μια μεταιχμιακή συγκυρία. Είτε σε επίπεδο πράξης είτε σε επίπεδο κατανόησης του εαυτού κι επαναδιαπραγμάτευσης μαζί του. Ίσως, τελικά, για να γίνει κανείς μέλος αυτής της «λέσχης», να πρέπει να βρίσκεται στο μεταίχμιο μιας φάσης ζωής· εκεί βρίσκεται και το βασικό τους διακύβευμα.
Γράφετε χαρακτηριστικά στον πρόλογο του βιβλίου σας, απόσπασμα του οποίου φιλοξενείται και στο οπισθόφυλλό του, ότι ξεχωριστά η καθεμία ιστορία διαρρέει τους νόμους της μαρξιστικής διαλεκτικής φωτίζοντας τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης σε κάθε της περίοδο. Μπορείτε να μας εξηγήσετε περισσότερο τι εννοείτε μ’ αυτό;
Οι νόμοι της μαρξιστικής διαλεκτικής για την ερμηνεία των κοινωνικών και φυσικών φαινομένων είναι: 1) Η ενότητα και η πάλη των αντιθέτων, 2) Το πέρασμα από τις ποσοτικές στις ποιοτικές αλλαγές, 3) Η άρνηση της άρνησης. Ωστόσο, οφείλω μια διευκρίνιση: οι νόμοι αυτοί δε διαδέχονται παραθετικά ο ένας τον άλλον ούτε απαντώνται με τη σειρά που εγώ τους τοποθέτησα. Αντιθέτως, αλληλοδιαπλέκονται. Μία άλλη διευκρίνιση: δεν υπήρχε εξαρχής η πρόθεση η συλλογή να αρθρωθεί με βάση αυτούς τους νόμους. Ωστόσο, στην πορεία συγγραφής και, ειδικότερα, όταν άρχισαν να ανατέλλουν οι προδιαγραφές μιας συλλογής, διαπίστωσα πως η ανθρώπινη οντογένεση ακολουθεί αυτούς τους νόμους, με τη σειρά –τουλάχιστον- που αναγνώρισα εγώ: 1) Συγκρουσιακές εσωτερικές καταστάσεις με τους σημαντικούς Άλλους και τον Εαυτό σε μια πιο άγουρη φάση ζωής, 2) Ποιοτική εσωτερική αλλαγή ως απότοκο των συσσωρευμένων εμπειριών και των καταστάσεων τριγύρω που αναγκάζουν σε προσωπικό μετασχηματισμό στην πρώιμη ωριμότητα (κοινωνική και χρονολογική), 3) Μετασχηματισμός στα χρόνια της όψιμης ωριμότητας –όχι ως άρνηση του παλιού, αλλά ως μετουσίωση των εμπειριών και διδαγμάτων του σε κάτι θετικότερο. Και το γεγονός ότι οι νόμοι κατέληξαν φυσικά και απροσχεδίαστα να αποτελούν τους σπονδύλους της φιλοσοφικής ραχοκοκαλιάς της συλλογής θεωρώ πως ενδυναμώνει ακόμα περισσότερο τη θεωρητική κι επιστημονική τους εγκυρότητα. Τώρα, γιατί σε ένα λογοτεχνικό έργο επιλέχτηκε να ακολουθήσω μια επιστημονική αρχιτεκτονική αυτό σχετίζεται με τη γενικότερη τάση μου, καλώς ή κακώς, να κινούμαι κι εγώ σε αυτό το μεταίχμιο σαν τρόπο έκφρασης και σκέψης: τέχνη-επιστήμη.
Οι ιστορίες σας αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας ή μήπως δανείζονται πολλά στοιχεία και από την πραγματική ζωή;
Κάποιες ιστορίες είναι πιο προσωπικές κι άλλες περισσότερο προϊόν μυθοπλασίας. Ορισμένοι ήρωες καθρεφτίζουν αμεσότερα εμένα και τους δικούς μου ανθρώπους (το σύνολο των κοινωνικών μου σχέσεων), άλλοι πιο θαμπά. Άλλοι πάλι φαίνονται εκ πρώτης όψεως καθόλου, αλλά χρησιμοποιούνται οι ιστορίες τους σα μυθοπλαστικό κέλυφος για να μιλήσω προσωπικά. Σίγουρα, όμως, όλους τους ήρωες –και, κατ’ επέκταση, τις ιστορίες τους– για να τους γράψω, το λιγότερο είναι πως τους κατανοώ και τους συναισθάνομαι. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο, σε όλες τις ιστορίες υπάρχει ένα προσωπικό στίγμα κι όλες εμπεριέχουν προβληματισμούς που τώρα ή κάποτε, ξεκάθαρα ή διαθλασμένα στη μυθοπλασία, με απασχόλησαν προσωπικά ή κοινωνικά. Ή, έστω, μπορώ να με φανταστώ να με απασχολούν.
Ποια βασικά μηνύματα περνάτε στο βιβλίο σας; Μπορείτε να μας τα περιγράψετε με λίγες λέξεις;
Να συναισθάνεσαι ή, έστω, να κατανοείς. Να αποφεύγεις να στιγματίζεις ό, τι δεν κατανοείς, πάντα κάτι κρύβεται από πίσω. Να μάθεις να ερμηνεύεις τις κινήσεις, μη περιμένεις πάντοτε να μιλήσει ο άλλος. Να διεκδικείς να σου μιλήσει. Να μιλάς κι εσύ. Να είναι εντάξει αν δε μιλάς ή αν μιλάς πολύ. Να βρίσκεις την ομορφιά στα μικρά και καθημερινά που αγνοούν οι άλλοι και να τη φτιάχνεις όπου δεν υπάρχει. Να ζυγίζεις, όμως, και την αξία της ασχήμιας: αν δεν ήταν αυτή, δε θα κάναμε καν λόγο για την ομορφιά. Να αναγνωρίζεις το πεπερασμένο το δικό σου, των φίλων σου, της οικογένειας σου. Να καταλαβαίνεις κι ας μη συγχωρείς. Να εκτιμάς τις στιγμές, δεν επιστρέφουν. Να χαίρεσαι με όσες πέρασαν και να τις φυλάς. Να περιμένεις όσες έρχονται και να υποσχεθείς πως δε θα τις προσπεράσεις. Να διεκδικείς όσες θες, να μην αυτομαστιγώνεσαι για όσες σου ξέφυγαν ή θα σου ξεφύγουν και το ξέρεις. Να θυμάσαι πως ο μελλοντικός σου εαυτός δε θα ανησυχεί απαραίτητα για όσα απασχολούν τον παροντικό: θα έχει άλλες σκοτούρες. Αναλογίσου την αξία της συλλογικότητας και της συντροφικότητας σε όποια μορφή. Την αξία, όμως και της μοναχικότητας για αναστοχασμό και ανασυγκρότηση. Θες δε θες θα νοσταλγείς τους αγαπημένους ανθρώπους που φεύγουν, θυμήσου τη σπουδαιότητα όσων μένουν. Θαύμασε την ομορφιά της ατέλειας και φυλάξου από τον τρόμο της νηνεμίας. Υπάρχει πάντα η ανακούφιση μιας κρύας βουτιάς μετά από μια μέρα στο λιοπύρι. Η αρχή και το τέλος του Αυγούστου της ζωής.
Θα εντοπίσει ο αναγνώστης στους ήρωές σας και στοιχεία αυτοβιογραφικά; Ποια είναι αυτά, αν όντως υπάρχουν;
Ένας αναγνώστης που με γνωρίζει καλά, οπωσδήποτε, θα εντοπίσει στοιχεία αυτοβιογραφικά στους ήρωες. Διάχυτα. Και αυτά θα σχετίζονται περισσότερο με τους στοχασμούς τους, την αμφιθυμία τους στις μεταβάσεις και τις αλλαγές, τα ενδιαφέροντά τους, τις ανησυχίες τους, τη μελαγχολία τους, το ονειροπόλημά τους, την ορμητικότητα και τη δίψα τους για κίνηση κι εξερεύνηση. Ένας αναγνώστης που με γνωρίζει καλά, οπωσδήποτε, θα περπατήσει ξανά σε μέρη που έχουμε επισκεφτεί μαζί ή νοητά θα ταξιδέψει ξανά σε μέρη που του έχω αφηγηθεί, θα ξανακούσει διαλόγους μας ή φιλτραρισμένες αντηχήσεις αυτών, θα θυμηθεί στιγμές μας, θα μυρίσει, θα γευτεί γνώριμα ερεθίσματα. Και, οπωσδήποτε, γνωριζόμαστε ή όχι, θα βρει δικά του αυτοβιογραφικά στοιχεία. Για αυτό μπορώ να μιλήσω με σιγουριά.
Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό; Τι πιστεύετε προσωπικά ως εμπνευστής και δημιουργός του;
Σίγουρα απευθύνεται σε ενήλικες. Αυτούς σκεφτόμουν γράφοντας. Θεωρώ πως χρειάζεται μια εμπειρία ζωής για να βουτήξει κανείς στις ιστορίες και να συνομιλήσει με τους ήρωες. Αλλά θα ήταν πραγματικά υπέροχο να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό. Βρίσκω εξαιρετικά γοητευτική την προοπτική να υπήρχε κάποια ανατροφοδότηση από ηλικίες που η ενήλικη ζωή φαντάζει ξένη και μακρινή. Μπορεί να μην ισχύουν κι αυτά, τώρα που το σκέφτομαι. Άλλωστε, πολλοί ήρωες ανήκουν σε εκείνο το ηλικιακό φάσμα, της εφηβείας, ή, τουλάχιστον, το έχουν περάσει. Συνεπώς, ναι θεωρώ πως μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα για το εφηβικό κοινό και να δώσει ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος για συζήτηση και προβληματισμό.
Είστε ευχαριστημένος από την πρώτη μέχρι τώρα συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι, τις εκδόσεις «Κομνηνός»; Θεωρείτε σημαντική την υποστήριξή του για την περαιτέρω προώθηση του έργου σας;
Είμαι ευχαριστημένος σε σημαντικό βαθμό. Είναι ένας εκδοτικός με ζεστό και φιλικό κλίμα, ο οποίος έχει ανοιχτή συνεργασία με τον συγγραφέα ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Και αυτό για εμένα είναι πολύ σημαντικό, καθώς το έργο είναι προσωπικό δημιούργημα και το να φέρει το στίγμα και την υπογραφή σου, να σε εκφράζει από το εξώφυλλο μέχρι το οπισθόφυλλο είναι πολύ σημαντικό. Να το αισθάνεσαι δικό σου. Κι αυτό είναι κάτι που το έχω βρει στις εκδόσεις «Κομνηνός». Η υποστήριξη από κει και πέρα από τον εκδοτικό οίκο είναι όχι μόνο σημαντική, αλλά και απαραίτητη: είναι κομμάτι της συμφωνίας. Η συνεργασία γίνεται σε μια υλική βάση, όπου ο συγγραφέας παρέχει το προϊόν και ο εκδοτικός φέρει την υποχρέωση να εξασφαλίσει τα μέσα προώθησής του. Αλλιώς δε θα είχε λόγο ύπαρξης. Συνεπώς, η δέσμευση προς αυτόν τον σκοπό είναι απαραίτητη και για την επιλογή του και για τη συνέχιση της συνεργασίας. Βέβαια, και ο συγγραφέας αντίστοιχα καλείται να κινητοποιηθεί. Πρόκειται για μια αμφίδρομη σχέση. Θεωρώ, όμως, πως η μέχρι τώρα εμπειρία μου με έχει δικαιώσει για την επιλογή μου.
Μια ευχή σας για το μέλλον που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί, ποια είναι αυτή;
Να είμαι λίιιιιιγο παραπάνω χαρούμενος.
Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.
(απόσπασμα
από: «Υπόκλιση, αυλαία, φώτα»)
«Γιατί ξινίζεις τόσο με
το ενδεχόμενο της υιοθεσίας;» τον είχε ρωτήσει ο Τζαννής το πρώτο βράδυ που
έφτασε στο Ναύπλιο. Περπάταγαν τη Μιαούλη και κάνανε μία στάση στον Φάρο για
μπύρα. Απέναντι, το Μπούρτζι έμοιαζε με μωρό φασκιωμένο, γαλήνια να κοιμάται σε
επιφάνεια καθρέφτη και το ρεύμα που ερχόταν έμοιαζε να πηγάζει από την ανάσα του.
«Δεν μπορείς να
καταλάβεις μωρέ Τζαννή! Εσύ έχεις τον Πέτρο σου. Δεν ξέρω… Ένα παιδί
υιοθετημένο δεν θα το ένιωθα δικό μου». Βγήκαν οι λέξεις από το στόμα του
αβίαστα. Πάντα είχε την επιθυμία να κάνει ένα δικό του παιδί. Στη δουλειά του
το αγαπημένο του κομμάτι ήταν η δυνατότητα που του δινόταν να λυτρωθεί από την
ανάγκη του για μοίρασμα και αντανάκλαση. Έβρισκε εξαιρετικά ευεργετική, σχεδόν
θεραπευτική, την επιρροή που είχε στον εξωραϊσμό και τον εμπλουτισμό της ζωής
των παιδιών. Σαν κι εκείνος, ψηφίδα τη ψηφίδα να απομάκρυνε από μέσα του τη
δυστυχία από το δικό του ψηφιδωτό του ανεκπλήρωτου. Και ήταν η αποδοχή του
εαυτού και της προσφοράς του που το επιτύγχανε αυτό. Του εαυτού, τουλάχιστον,
που παρουσίαζε στους ρόλους του. Ένιωθε, λοιπόν, πως ένα δικό του παιδί θα ήταν
ο καλύτερος τρόπος να νιώσει αποδεκτός, να αφομοιωθεί. Είχε τη φαντασίωση να
περιποιείται τον μικρό του εαυτό, να λούζει το κορμάκι του, να τον ντύνει, να
τον παίρνει ζεστές κι όλο ασφάλεια αγκαλιές. Να τον αγαπά άνευ όρων. Και για να
γίνει αυτό, έπρεπε να είναι κομμάτι δικό του. Γιατί μόνο τότε θα είχε
πραγματικό περιεχόμενο να δώσει. Όσο περιεχόμενο του είχε απομείνει, δηλαδή.
Και ήθελε όλο να το εξαντλήσει στον ίδιο. Να το εξαντλήσει στην προέκτασή του,
στο παιδί του. Αμφέβαλλε αν είχε απόθεμα για άλλον.
«Κυστική ίνωση» είχε
ανακοινώσει συνεσταλμένα, με μια υποψία ενοχής, ο γυναικολόγος εκείνη τη μέρα.
Κλωθογύριζε τα λόγια του συνεχώς στο νου του εκεί ψηλά στο Φιρκάς κι έκτοτε δεν
σταμάτησε και καθόλου να τα αναμασά στο μνημονικό του. Φευγαλέα ξεπετάγονταν
και καθηλώνονταν εμπρός του, σβήνοντας τους άλλους ήχους και θαμπώνοντας τις
εικόνες.
«Έχουμε δύο επιλογές. Ή
θα σου κάνω μία ένεση και θα σου το αφαιρέσω αύριο ή θα προκαλέσουμε τεχνητούς
πόνους και το γεννάς. Επίσης, αύριο. Θα πεθάνει αμέσως, δεν έχει αναπτυχθεί
τόσο για να μπορέσει να βαστάξει τη γέννα».
Είχε συρράψει τις
λέξεις όσο πιο αποστασιοποιημένα κι επαγγελματικά μπορούσε. Νοιαζόταν, όμως,
και ήταν κάπως δροσιστική η αντιμετώπισή, η πρόθεση, έστω, καθησυχασμού, σε
σύγκριση με τον προηγούμενο που είχαν απευθυνθεί, σαν τους είδε να αναδεύονται
στη θέση τους.
«Μα με την ένεση δεν θα
είναι νεκρό μέσα της;» άκουσε τον εαυτό του ο Ζώης να λέει. Αισθανόταν πως
βρισκόταν σε λήθαργο και παραμιλούσε. Η Λεμονιά δίπλα είχε στυλώσει το βλέμμα
της στον γιατρό, προσπαθώντας να επεξεργαστεί την αιτία για αυτό που είχε ψυχανεμιστεί
πως δεν πήγαινε, έτσι κι αλλιώς, καλά.
«Ναι, ακριβώς. Θα
πεθάνει στη κοιλιά της και θα το φέρει, δυστυχώς, έτσι μέχρι να το αφαιρέσουμε.
Δεν θα πονέσει καθόλου, ωστόσο. Σας διαβεβαιώνω…»
«Δεν θέλω να το
γεννήσω» αποκρίθηκε η Λεμονιά αποφασιστικά και αγνόησε το ξάφνιασμα του Ζώη.
Ήταν η επιλογή των λέξεων που τον τάραξε ή η άγρια αδιαλλαξία της; Το βράδυ,
σαν εκείνη κοιμόταν, την αγκάλιασε στο πλάι και χάιδεψε στοργικά την κοιλιά
της. Προσπαθούσε εναγωνίως να συλλάβει κάποιο ίχνος ζωής, κάποιο ίχνος
επιβίωσης των προοπτικών και των οραμάτων του, κάποιο ίχνος ελπίδας. Έντρομος,
με την ανάσα του άτακτη και γρήγορη, ακούμπησε το αυτί του στον ομφαλό της κι
εκλιπαρούσε για ένα σκίρτημα. Το αυτί του ψύχθηκε ελαφρώς από τα υπολείμματα
του τζελ υπερήχων και έκλεισε τα μάτια του από την εξάντληση. Έμεινε εκεί για
λίγο σε πλήρη ακινησία, προσεχτικός σαν ναρκαλιευτής. Αλλά τίποτα. Ήταν καιρός
να αποδεχτεί πως η Λεμονιά έμεινε να κυοφορεί ένα κουρέλι αδειανό, να δίνει
προστασία στον όλεθρο, στον χαμό, να φέρει έναν χαλασμένο κι άχρηστο καρπό. Ένα
παιδί νεκρό. Αδυνατούσε να πιστέψει πώς η καρδιά του δεν ξαναέμπαινε σε
λειτουργία με τους παλμούς που έδιναν τα τρεμάμενα χέρια του. Ήθελε να σκίσει
τη σάρκα της και επιτόπου να το αφαιρέσει και να το πετάξει στον κάδο. Ένιωσε
τη Λεμονιά να του χαϊδεύει το κεφάλι και
το σώμα της να συσπάται αμυδρά. Ένα μυρμήγκιασμα έκανε το κορμί του πυρωθεί και
το μούδιασμα διαδέχτηκε το σκοτάδι. Παρήγορο σκοτάδι.
Σαν έφτασε η Λεμονιά
από το Ρέθυμνο, τέθηκε σοβαρά το ζήτημα της υιοθεσίας. Είχε ήδη επικοινωνήσει
με το «Παράρτημα Προστασίας Παιδιού και Νέων Χανίων» και είχε λάβει τις
απαραίτητες πληροφορίες. Η στάση της ήταν τελεσίδικη και ο Ζώης για πρώτη φορά
κατάλαβε πως δεν υπήρχαν περιθώρια μεταστροφής της. Είχανε πράγματι
ταλαιπωρηθεί αρκετά και δεν ήθελε να τη χάσει. Συγκινούνταν από την επιμονή της
να τον αγαπά και να εξακολουθεί να θέλει μαζί του να κάνει μία οικογένεια. Έστω
κι αν αυτή ήταν για εκείνον λειψή. Τον Σεπτέμβρη, με την επιστροφή τους στα
Χανιά, η κοινωνική υπηρεσία του δήμου, αφού έλαβε τα απαραίτητα δικαιολογητικά
από το ίδρυμα, ξεκίνησε τις επισκέψεις στο σπίτι τους, προκειμένου να εξετάσουν
την καταλληλότητά τους. Για τον Ζώη ήταν ακόμη μία παράσταση. Για τη Λεμονιά,
όμως, ήταν το κριτήριο συνέχισης της σχέσης τους, καθώς γνώριζε πως το παιδί θα
ήταν ο αρμός της ετοιμόρροπης οικειότητάς τους. Τα πλήγματα είχαν ήδη διαβρώσει
τα θεμέλια του οικοδομήματός τους. Σκεφτόταν πόσο είχε ζοριστεί στην αίθουσα
αναμονής του ιδρύματος, όταν συμπλήρωνε στα γόνατά του το κουτάκι: «Λόγοι που
επιθυμείτε να υιοθετήσετε». Μα δεν ήθελε κατά βάθος. Η μελαχρινή γραμματέας
επεξεργαζόταν κάτι έγγραφα στον υπολογιστή και η προσοχή της ήταν στραμμένη
στην οθόνη. Ίσως πάλι να γέμιζε και το καλάθι της στο Temu ή στον Shein. Δεν ήξερε. Απλά
υπέθετε πως θα ασχολούνταν με κάτι της δουλειάς της. Η Λεμονιά δίπλα του
συμπλήρωνε το «Ερωτηματολόγιο για Υποψήφιους Θετούς Γονείς» με επιδεικτική
ταχύτητα κι ευκολία. Επέστρεψε το βλέμμα του στα τσαλακωμένα έγγραφα που είχε όπως
όπως βολέψει στα γόνατά του.
Γ. Ψυχολογική και Συναισθηματική Ετοιμότητα
- Ποιες είναι οι προσωπικές σας εμπειρίες με παιδιά (π.χ. αν έχετε
υπάρξει γονείς, θείοι, δάσκαλοι κ.λπ.);
- Ποιες είναι οι προσδοκίες σας σχετικά με τη γονεϊκότητα και την
ανατροφή του παιδιού;
- Πώς αντιμετωπίζετε τα δύσκολα συναισθηματικά ή ψυχολογικά ζητήματα;
Ποιες στρατηγικές χρησιμοποιείτε για να διαχειριστείτε το άγχος και τις
πιέσεις της καθημερινής ζωής;
- Έχετε αναπτύξει μηχανισμούς υποστήριξης ή διαχείρισης συναισθηματικών
καταστάσεων (π.χ. συζήτηση με άλλους, ψυχολογική υποστήριξη κ.λπ.);
Κοίταξε τη γραμματέα
που μασούσε τη τσίχλα της. Αναλογιζόταν αν πρώτη εκείνη θα έριχνε μια ματιά και
αν θα πέρναγε τον έλεγχό της. Πόσο αυστηρά μπορεί να τον έκρινε; Τι γνώμη θα
σχημάτιζε; Όπως την έβλεπε, σίγουρα θα έριχνε μία αδιάκριτη ματιά. Αναρωτήθηκε,
αν θα το συζήταγε με τους ανωτέρους της ή αν στο διάλειμμα, αργότερα, θα τον
κουτσομπόλευε με κάποιον συνάδελφο, πριν αναλύσει την online παραγγελία της, που
τώρα που το σκεφτόταν σίγουρα θα έκανε. Ξεροκατάπιε και επέστρεψε στο
ερωτηματολόγιο. Είχε κάνει μία μπλε κηλίδα σε ένα σημείο.
«Σκατά! Ωραία εικόνα θα
δείξω». Σκέφτηκε πως στο δεύτερο θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός. Θα έπρεπε
να βρει κάτι αληθοφανές, για να αποδείξει πως πράγματι επενδύει σε αυτή την
κίνηση. Αποφάσισε να συμπληρώσει ότι θα έκανε σε περίπτωση που το παιδί ήταν
βιολογικά δικό του. Σαν έγραψε κάποιες γραμμές, αρκετές για να δείξει
επιμέλεια, τα 3 και 4 τον δυσκόλεψαν πολύ. Εδώ δεν διέθετε κάποια απάντηση
έτοιμη, που απλά θα την κόλλαγε σε μία ακατάλληλη ερώτηση. Σε αυτή την
περίπτωση είχε να αποσιωπήσει πολλά και να ωραιοποιήσει άλλα. Το μάτι του
έτρεξε στο ΣΤ.
ΣΤ. Υγειονομική και Ψυχολογική Υποστήριξη
- Ποιες είναι οι υγειονομικές σας συνήθειες και γενικά η κατάσταση της
υγείας σας;
- Έχετε ποτέ αντιμετωπίσει σοβαρά ψυχικά ή σωματικά προβλήματα; Αν ναι,
παρακαλούμε εξηγήστε πώς αυτά αντιμετωπίστηκαν.
- Ποιες είναι οι στρατηγικές σας για την αντιμετώπιση της κούρασης και
της ψυχικής εξάντλησης που μπορεί να προκύψει από τη φροντίδα ενός
παιδιού.
Αισθάνθηκε ένα χέρι να
κλείνει τον λαιμό του και ένα άλλο να γρονθοκοπεί το στήθος του. Η θερμοκρασία
του δωματίου θαρρείς και είχε ανέβει κι άρχισε να ιδρώνει. Διακριτικά, χωρίς
διάχυτες κινήσεις, επιχείρησε να σκουπίσει τα σταγονίδια από το μέτωπό του,
έντρομος μήπως στάξουν στο έγγραφο. Αναλογίστηκε αν το είχε παραδεχτεί ποτέ κι
ο ίδιος στον εαυτό του. Πόσο ανασχετικός παράγοντας θα ήταν να αναφέρει κάτι
επιλήψιμο. Να εκτιμούσαν την ειλικρίνεια, άραγε; Αποφάσισε να μην το ρισκάρει.
Σκέφτηκε τι θα απαντούσε στη θέση του ένας περισσότερο λειτουργικός άνθρωπος.
Το ʼχε.
Ε. Σχέσεις με το Περιβάλλον
1.
Ποιες είναι οι
σχέσεις σας με τους ανθρώπους γύρω σας; (Περιγράψτε τη σχέση σας με γείτονες,
φίλους, συγγενείς, κ.λπ.)
2.
Ποια είναι η
αντίδρασή σας σε πιθανές κοινωνικές ή πολιτισμικές προκλήσεις που μπορεί να
αντιμετωπίσει το παιδί στο σχολείο ή στην κοινότητα (π.χ. διακρίσεις,
εκφοβισμός);
3.
Έχετε σκεφτεί
πώς θα ενσωματώσετε το παιδί στην κοινωνική ζωή σας και στις συνήθειες της
οικογένειας (π.χ. φίλοι, δραστηριότητες, διακοπές);
Δεν κατάλαβε γιατί στο
1 τους αφορούσε η σχέση του με τους ανθρώπους γύρω του. Με πίκρα διαπίστωση
πως, μάλλον, βάσει, τουλάχιστον, των επιστημόνων που άρθρωσαν το ερωτηματολόγιο,
η προβληματική κοινωνικότητά του αποτελούσε τροχοπέδη. Εκείνος ποτέ δεν το είχε
σκεφτεί αυτό. Κάθε άλλο. Πίστευε πως το δικό του παιδί θα αποτελούσε για
εκείνον τον πιο σημαντικό Άλλον και, ασχέτως της ρηχής του κοινωνικοποίησης, με
αυτό θα διαμόρφωνε μία ουσιαστική και βαθιά σχέση. Όχι συνεξαρτησιακή ούτε
συμβιωτική. Αλλά ισορροπημένη. Δεν φαίνεται, όμως, αυτό να το ασπάζονταν και οι
ψυχολόγοι. Θα διέβλεπαν άλλες ροπές στη προσωπικότητά του. Χωρίς να το
καταλάβει, είχε μασήσει για τα καλά το καπάκι από το στυλό και το είχε γεμίσει
σάλια. Η γραμματέας είχε προσέξει τη βραδυκινησία του και τον παρατηρούσε τώρα
πάνω από τα ορθογώνια γυαλιά της. Του φάνηκε πως τον αποδοκιμάζει.
Αντανακλαστικά του ήρθε να κλείσει το στυλό και να μην παραδώσει το
ερωτηματολόγιο. Δεν ήθελε να εμπιστευτεί σε αυτούς τους ανθρώπους τις μύχιες
σκέψεις του. Δεν διανοούνταν πως εκείνοι ήταν ικανοί να βγάλουν το όποιο
πόρισμα για τον ίδιο και το πώς σκέφτεται. Η Λεμονιά ήταν ήδη στο Η. Θα την
απογοήτευε πολύ.
«Για να δούμε…»
Η στρατηγική και οι προσδοκίες
1.
Τι περιμένετε
να προσφέρει η διαδικασία υιοθεσίας στη ζωή σας και στη ζωή του παιδιού;
2.
Ποιες είναι οι
βασικές αξίες και οι αρχές που θέλετε να μεταδώσετε στο παιδί;
- Ποια είναι
η στρατηγική σας για να βοηθήσετε το παιδί να προσαρμοστεί σε μια νέα
οικογένεια;
- Ποιες
προσδοκίες έχετε για την επικοινωνία με το παιδί και με άλλους θετούς
γονείς ή συγγενείς (π.χ. ανοιχτή υιοθεσία, επαφή με τη βιολογική
οικογένεια);
Είχε κουραστεί πολύ
μέχρι να φτάσει στο τέλος.
«Μα καλά, αυτές τις
ερωτήσεις κρατάγανε για κλείσιμο;»
Πόση ευρηματικότητα
έπρεπε να επιστρατεύσει για το 1… Δεν ανέφερε το παιδί απλά. Θα μπορούσε να
κλείσει τα μάτια και να το φαντασιωθεί πιο εύκολα αυτό. Έλεγε η «διαδικασία
υιοθεσίας». Φευγαλέα είδε πως η Λεμονιά είχε χρησιμοποιήσει φράσεις και όρους,
όπως: «ανιδιοτέλεια», «μοίρασμα», «ολοκλήρωση»…
Η γραμματέας ξερόβηξε.
Αγνοούσε αν ήταν στοχευμένο για αυτόν. Δεν θα το ρίσκαρε, όμως. Ότι πρόλαβε να
δει, το ’δε κι επέλεξε να γράψει κάτι παρεμφερές, χωρίς χρονοτριβές. Τα 2 και 3
ήταν περισσότερο θεωρητικά. Περιέχονταν και στη βιβλιογραφία ενός φυλλαδίου που
τους είχανε μοιράσει και κόπιαρε αυτολεξεί κάποιες φράσεις. Σίγουρα θα τους
ενθουσίαζε θετικά να ακούσουν αυτό που ήθελαν.
Η διευθύντρια πήρε στα
χέρια της τα συμπληρωμένα έγγραφα και κατέβαλε σοβαρή προσπάθεια να παραμείνει
όσο πιο ανέκφραστη μπορούσε, για να μην τους μαρτυρήσει την επίδοσή τους και
διαμορφώσει τυχόν εσφαλμένες προσδοκίες. Όταν ολοκλήρωσε τον πειθαρχικό έλεγχο,
τους κοίταξε με ένα ικανοποιημένο βλέμμα κι ένα αχνό χαμόγελο ανέτειλε στα
χείλη της, κάνοντάς τη να μοιάζει με εγγαστρίμυθη κούκλα, όπως σουρεαλιστικά
τσαλάκωνε την επίπεδη φυσιογνωμία της.
«Είναι εξαίσια τα
ερωτηματολόγιά σας. Φαίνεστε κατάλληλοι υποψήφιοι. Δεν το έχω βαθμολογήσει,
αλλά σίγουρα είναι πολύ παραπάνω από επαρκές», σχολίασε με ύφος φιλολόγου που
διορθώνει έκθεση για υποψήφιο Πανελλαδικών. Μετά από κάμποσες φιλοφρονήσεις,
βρήκε να εστιάσει στο Δ.
Δ. Εκπαίδευση και Καριέρα
- Ποιες είναι οι επαγγελματικές σας φιλοδοξίες και
πώς επηρεάζουν την οικογενειακή ζωή σας;
- Είστε πρόθυμοι να προσαρμόσετε το πρόγραμμα της
δουλειάς σας ή άλλες υποχρεώσεις σας, για να ανταποκριθείτε στις ανάγκες
του παιδιού;
- Ποιες είναι οι προτεραιότητές σας όσον αφορά την
επαγγελματική και προσωπική ζωή μετά την υιοθεσία;
«Είναι θετικό ότι
οικονομικά, πάντως, κρίνεστε επαρκείς. Τα περισσότερα ζευγάρια κρίνονται
ακατάλληλα λόγω αυτού, θα πρέπει να ξέρετε. Θα μετρήσει θετικά η απασχόλησή σας
στην Τράπεζα Χανίων κα. Αλεβιζάκη, καθώς το σταθερό εισόδημα είναι καταλυτικό
της ποιότητας ανατροφής ενός παιδιού». Έβγαζαν τα ίδια, αλλά είχε συνηθίσει να
τον αντιμετωπίζουν σαν τον ρακένδυτο καλλιτέχνη σύζυγο της Λεμονιάς.
«Η ενασχόλησή σας με τα
παιδιά, κύριε Δέρη, σίγουρα, όχι μόνο δεν θα σας αναγκάσει να παρακάμψετε τις
επαγγελματικές σας υποχρεώσεις, μα θα συμβάλει και στον εμπλουτισμό της
εργασίας σας. Σαν η ενασχόληση με το παιδί να είναι δημιουργική προέκταση του
εργάσιμου χρόνου. Ή και το αντίστροφο». Τέλεια. Μία διαρκής πρόβα κι ερμηνεία. Βρήκε
ενδιαφέροντα τον παραλληλισμό της ανατροφής του παιδιού με τη δουλειά.
«Ίσως να βοηθούσε να το
δω έτσι».
Κύριε Μερεντίτη, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι από καρδιάς κάθε επιτυχία στο έργο σας και να είναι πάντα καλοτάξιδο! Για εσάς προσωπικά πολλές πολλές εμπνεύσεις και πολλές νέες συγγραφικές δημιουργίες.
Σας ευχαριστώ για ακόμα μια φορά για το ενδιαφέρον, τη στήριξη και τα τόσο καλά κι εποικοδομητικά σας σχόλια! Εκτιμώ πολύ τον κόπο να διαμορφώσετε ένα ερωτηματολόγιο στηριγμένο στο έργο που θα συνεισφέρει στο να γνωρίσει κανείς καλύτερα και αυτό αλλά και τον δημιουργό του.
Ο Νικόλαος Μερεντίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική του Ε.Κ.Π.Α. Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Τ.Ε.Α.Π.Η. του Ε.Κ.Π.Α., όπου πλέον είναι υποψήφιος διδάκτορας στους τομείς της Ειδικής Εκπαίδευσης, της Εκπαιδευτικής Πολιτικής και των Σπουδών στην Αναπηρία. Από το 2015 έχει εργαστεί σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές παροχής ειδικής εκπαίδευσης κι ένταξης σε μαθητές προσχολικής, πρώτης σχολικής, σχολικής κι εφηβικής ηλικίας με ειδικές και γενικευμένες μαθησιακές δυσκολίες και αναπηρίες.
0 Σχόλια