To αγόρι που δεν έπρεπε να κλαίει
Συγγραφέας: Μαρία Τζάρα
Εικονογράφηση: Βιβή Μαρκάτου
Ημερομηνία έκδοσης: 11/2025
ISBN: 978-618-238-099-4
Σελιδες: 34
Μικροί μου φίλοι,
Όταν ήρθε το παιδικό βιβλίο που θα σας παρουσιάσω σήμερα στα χέρια μου, ήμουν πολύ περίεργη να το διαβάσω και να το μοιραστώ μαζί σας.
Για ποιο λόγο δεν έπρεπε το αγόρι να κλαίει;
Υπάρχει κάποιο αγόρι, υπάρχει κάποιο παιδί που δεν πρέπει να κλαίει;
Είχα παραξενευτεί με τον τίτλο του και δεν έβρισκα απαντήσεις στα ερωτήματά μου.
Γι’ αυτό, χωρίς να χρονοτριβώ, άρχισα να διαβάζω την ιστορία του μικρού αγοριού, η οποία πραγματικά με συγκίνησε και είμαι σίγουρη ότι το ίδιο θα συμβεί και σε εσας.
Κάποτε, κάπου μακριά από εδώ ή και όχι, υπήρχε ένα μικρό αγόρι που το έλεγαν Πανίκο.
Ο Πανίκος είχε μια μικρή ιδιαιτερότητα. Ήταν μέλος μιας μονογονεϊκής οικογένειας, δηλαδή είχε μονάχα τον ένα του γονιό. Ζούσε με τον μπαμπά του τον κύριο Γιάνγκο, γιατί η μανούλα του είχε πεθάνει κατά τη γέννησή του. Όπως αντιλαμβάνεστε ο Πανίκος που είχε μόνο τον μπαμπά του, ήταν συνεχώς μαζί του. Ο μπαμπάς Γιάνγκος, ήταν ένας πολύ καλός ξυλουργός και συνάμα πολύ καλός ψαράς, όμως σαν μπαμπάς ήταν κλειστός και δεν του άρεσε να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του ή δεν ήξερε και δεν είχε μάθει τον τρόπο να το πράττει.
Ζούσαν οι δυο τους σε μια περιοχή που λεγόταν Ψαθόπυργος και ο Πανίκος χωρίς να δυσανασχετεί βοηθούσε συνεχώς τον μπαμπά του αγόγγυστα, όμως εκείνος δεν του πρόσφερε τίποτα. Είχε συμβιβαστεί με την ιδέα να μην εισπράττει από τον μπαμπά του τίποτα, ούτε ένα χάδι, ούτε μια αγκαλιά, ούτε ένα φιλί, ούτε έναν καλό λόγο.
Το ξέρω πως με όλα όσα γράφω σας στενοχωρώ. Και εγώ στενοχωρήθηκα πολύ με τα όσα διάβαζα, μα να είστε σίγουροι ότι το τέλος της ιστορίας κάτι θα γίνει και θα σας χαροποιήσει ιδιαίτερα.
Ναι μικροί μου φίλοι, ο Πανίκος ήταν ένα παιδί που δεν είχε στοργή από τον μπαμπά του. Ο μπαμπάς του όπως προείπα, ήταν ένας σκληρός πατέρας, ένας απρόσωπος άνθρωπος που δεν είχε καλή σχέση με τα συναισθήματα και θεωρούσε ότι δεν είναι απαραίτητα στη ζωή του. Όταν λοιπόν ένα βράδυ ο μικρός Πανίκος είχε πια κουραστεί από τη ζωή του και η έλλειψη της στοργής και της αγάπης είχαν χτυπήσει κόκκινο, κουλουριάστηκε στο μικρό του κρεβατάκι και άρχισε να κλαίει.
Μόλις το αντιλήφθηκε ο πατέρας του, έγινε έξω φρενών που λένε και οι μεγάλοι.
Δεν δεχόταν το παιδί του να κλαίει!
Άρχισε να του φωνάζει άδικα και να του λέει ότι οι άντρες δεν κλαίνε. Ο μικρός μας φίλος τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν άντρας, ο μπαμπάς του επέμενε στην ίδια τακτική λέγοντάς του ότι ούτε τα αγόρια πρέπει να κλαίνε και όλο αυτό ήταν πολύ στενόχωρο.
Δεν σας κρύβω ότι όταν διάβασα αυτές τις γραμμές, λυπήθηκα διπλά τόσο για το μικρό μας αγόρι και άλλο τόσο για τον μπαμπά του, που δυστυχώς επικροτούσε αυτή την λανθασμένη άποψη.
Ο Πανίκος που όπως φαντάζεστε ένιωσε άσχημα, αποφάσισε στη στιγμή να πάρει λίγα από τα υπάρχοντά του και να φύγει από το σπίτι. Αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε άλλο να συνεχιστεί!
Δεν είναι και η πιο σωστή απόφαση και δεν θα σας τη συνιστούσα. Θα πρότεινα τον διάλογο ως λύση για τα προβλήματα, μα τώρα προέχει να μάθουμε τι έγινε με τον Πανίκο.
Άρχισε να περιπλανιέται μέσα στο όμορφο Λεμονοδάσος του Ψαθόπυργου και να αναζητεί έναν ξακουστό και πολυταξιδεμένο παπαγάλο τον Πέτρο για να τον συμβουλέψει τί έπρεπε να κάνει, πώς έπρεπε να πράξει.
Από την άλλη μεριά, ο μπαμπάς του Πανίκου είχε τρελαθεί από τη στενοχώρια του, είχε μετανιώσει για όλα όσα είπε στο αγαπημένο του αγοράκι και αγωνιούσε για το πώς μπορούσε να το βρει και να το φέρει πίσω.
Ο καιρός περνούσε και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και τα γενέθλια του μικρού Πανίκου και ο μπαμπάς δεν είχε καταφέρει να βρει τον αγαπημένο του γιο και να του εκφράσει τη λύπη του. Ήθελε τόσο πολύ να του πει πως είχε μετανιώσει για τη συμπεριφορά του, να τον κάνει μια μεγάλη αγκαλιά και να του ζητήσει συγγνώμη.
Θέλω πάρα πολύ να σας πω πώς ολοκληρώνεται το παραμύθι, θέλω να σας πω τί ακριβώς συνέβη στις τελευταίες του σελίδες, μα δεν θα το κάνω. Πολλές φορές σας έχω πει ότι μου αρέσει όταν μόνοι σας διαβάζετε τις τελευταίες γραμμές και τα πρόσωπα σας φωτίζονται από τα τόσα όμορφα πράγματα που μόλις έχετε ανακαλύψει!
Θα σας πω μονάχα ότι, τα συναισθήματα όποια και αν είναι αυτά πρέπει να εκφράζονται!
Θα σας πω επίσης ότι η λύπη, είναι ένα πολύ δυνατό συναίσθημα, που πολλές φορές μπορεί να κατακλύσει τη ζωή μας, είναι ένα συναίσθημα που το αγκαλιάζουμε και το αποδεχόμαστε, γιατί όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο και περίεργο ακόμα και μέσα από τη λύπη γινόμαστε δυνατοί.
Όλοι μας έχουμε δικαίωμα στη λύπη. Όλοι μας μπορούμε να εκφράσουμε κάτι που μας στενοχωρεί με τα δάκρυα και με τα κλάματα και να είστε σίγουροι ότι τόσο οι μικροί όσο και οι μεγάλοι με αυτό τον τρόπο αδειάζουν από μέσα τους κάθε τι που τους βαραίνει!
Στο τέλος του παραμυθιού η συγγραφέας έχει συμπεριλάβει σελίδες δραστηριοτήτων για εσάς φίλοι μου, εικόνες για να βρείτε τις διαφορές, έναν όμορφο λαβύρινθο για να καταφέρετε να βοηθήσετε τον Πανίκο να φτάσει στον παπαγάλο, ένα κρυπτόλεξο αγάπης και φυσικά μια ασπρόμαυρη σελίδα για να την χρωματίσετε με όποιο χρώμα εσείς επιθυμείτε.
Αγκαλιάστε τα συναισθήματά σας, αγκαλιάσετε τη χαρά αλλά και τη λύπη, εξωτερικεύστε ότι υπάρχει μέσα σας και μη ντρέπεστε να κλάψετε!
Μεγαλώνοντας θα καταλάβετε ότι το κλάμα και τα δάκρυα είναι πολλές φορές λύτρωση!
Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:
Ο Πανίκος, ένα μικρό αγόρι, ζούσε μαζί με τον πατέρα του σε ένα χωριουδάκι στο δάσος, δίπλα στη θάλασσα. Παρά την εργατικότητά του, ο πατέρας του απότομος και αυστηρός, πλήγωσε την παιδική καρδιά του αγοριού. Ένα λεμονόδασος στη μέση του χειμώνα, ένας σοφός παπαγάλος κι ένας όμορφος διάλογος θα βοηθήσουν πατέρα και γιο να επικοινωνήσουν, να καταλάβουν πως η κατανόηση αποτελεί τη μεγαλύτερη αξία, και να τα ξαναβρούν.
Πώς, με ποιο τρόπο;
Θα το μάθετε διαβάζοντας αυτό το βιβλίο.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα του βιβλίου:
Η Μαρία-Περσεφόνη Τζάρα γεννήθηκε ένα όμορφο πρωινό μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού στην Αθήνα. Μεγάλωσε για κάποια χρόνια στο κέντρο της Αθήνας και αργότερα μετακόμισε μαζί με την οικογένειά της στα βορειανατολικά προάστια της Αττικής. Εκεί, από πολύ νωρίς ήρθε σε επαφή με την φύση, γεγονός που την βοήθησε να αναπτύξει και να αναδείξει όλες τις δημιουργικές πλευρές που έκρυβε μέσα της.
Όταν όλη της η οικογένεια ήταν μαζεμένη μέσα στο σπίτι, εκείνη πού την έβρισκες, πού την έχανες, ξάπλωνε στην αιώρα του κήπου της και από εκεί παρατηρούσε, θαύμαζε τον ουρανό, την θάλασσα και ό,τι υπήρχε γύρω της, ενώ παράλληλα σκαρφιζόταν διάφορες ιστορίες, τις οποίες έγραφε σε ό,τι χαρτί είχε μπροστά της. Από πολύ μικρή ηλικία είχε έφεση στις τέχνες, ενώ οι δάσκαλοί της, την προέτρεπαν να ασχοληθεί με την υποκριτική. Τελικά, σπούδασε Νομική στο Université Paris 13 – Sorbonne Paris Nord και καταπιάστηκε με την τέχνη της συγγραφής. Έχει εκδώσει την “ Πολυθρόνα που ήθελε να πετάξει” από την Lappa Projects, τις “Ατρόμητες, “ ένα παραμύθι για τα επικίνδυνα παιχνίδια του διαδικτύου από τις Εκδόσεις Ηλιαχτίδα, ενώ διηγήματά της έχουν διακριθεί και συμπεριληφθεί σε συλλογικά έργα, έπειτα από διαγωνισμούς που διεξήγαγε ο παραπάνω εκδοτικός οίκος.
Η Μαρία, ονειρεύεται να συνεισφέρει ουσιαστικά στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών μέσα από τα παραμύθια της και τα έργα της, καθώς πιστεύει πως ο μόνος τρόπος για να αλλάξουμε είναι η παιδεία.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο, θα βρείτε εδώ.

1 Σχόλια
Είναι πράγματι ένα πολύ τρυφερό βιβλίο. Μου θύμισε τα παλιά, κλασσικά παραμύθια!
ΑπάντησηΔιαγραφή