Βιβλιοκριτική: "Δείπνο για Οχτώ στις Οχτώ" της Ελένης Αλεβίζου | Γράφει η Νίκη Μισαηλίδη


Δείπνο για οχτώ στις οχτώ
Και δύο ακόμα ιστορίες
Συγγραφέας: Ελένη Αλεβίζου
Ημερομηνία έκδοσης: 12/2025
ISBN: 978-960-597-402-2
Σελίδες: 174
Εκδόσεις: Λεξίτυπον


«Δείπνο με το Παρελθόν: αλήθεια, μνήμη και ηθική πίσω από το Μυστήριο της Ελένης Αλεβίζου

Με τη συλλογή διηγημάτων Δείπνο για Οχτώ στις Οχτώ και δύο ακόμα ιστορίες (Λεξίτυπον, 2025) (ISBN: 978-960-597-402-2), η Ελένη Αλεβίζου καταθέτει τρία αστυνομικά αφηγήματα, στα οποία το σασπένς λειτουργεί ως όχημα για την εξερεύνηση του μυστηρίου, του παρελθόντος και της ανθρώπινης ψυχολογίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εξώφυλλο και ο τίτλος του βιβλίου, το περικείμενο (paratext) όπως αυτό ορίζεται στη θεωρία της λογοτεχνίας από τον Gérard Genette, τα οποία λειτουργούν ως το «κατώφλι» που προετοιμάζει τον/την αναγνώστη/-στρια για το περιεχόμενο (Genette,1997:2). Το έντονο, σχεδόν απειλητικό κόκκινο χρώμα και το συμβολικό σχήμα του μαύρου κύκνου που σχηματίζει το νούμερο οκτώ, δημιουργούν έναν άμεσο οπτικό διάλογο με τον τίτλο του βιβλίου. Η συγκεκριμένη επιλογή λειτουργεί ως μια σημειολογική υπόσχεση: ο κύκνος, (Cirlot, 1995:321) διαχρονικό σύμβολο ομορφιάς αλλά και θανάτου, συμπλέκεται με τον αριθμό των καλεσμένων, προμηνύοντας ιστορίες που κάτω από την επιφανειακή τους απλότητα κρύβουν μια σκοτεινή πολυπλοκότητα.

Στο ομότιτλο διήγημα (σσ. 13-89), το οποίο δομείται σε επτά κεφάλαια,  η συγγραφέας στήνει ένα καθηλωτικό ψυχολογικό παιχνίδι. Μέσα από ένα δείπνο που παίρνει σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα, αναδεικνύονται οι κοινωνικές πιέσεις, οι ενοχές και τα ηθικά διλήμματα των ηρώων και των ηρωίδων. Η Ελένη Αλεβίζου συνθέτει ένα πολύχρωμο και ετερογενές ψηφιδωτό χαρακτήρων, οι οποίοι βρίσκονται προσκεκλημένοι «σε δείπνο το Σάββατο 3/11/2018 και ώρα 8.00 μ.μ. στο σπίτι της Λέλας στη Βύλιζα Αττικής» (σ. 14). Ανάμεσά τους συναντάμε την Κατερίνα, ανιψιά της οικοδέσποινας, Λέλας Δρούμπαλη, «μια μοντέρνα γυναίκα σαράντα πέντε χρόνων, αλλά δεν της φαίνεται. Μοιάζει τριαντάρα και δουλεύει σε μια διαφημιστική εταιρεία» (σ. 13), την «Τζέλλα, σύζυγο του Τζέφρι Μπάρρετ, ενός αυστραλού αρχιτέκτονα» (σ. 16), ο οποίος «όταν πήρε σύνταξη από τη δουλειά του, αποφάσισε ότι θέλει να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια στην Ελλάδα» (σ. 16), καθώς και τον «Σουριαρούπα, ο δάσκαλο[ς] της γιόγκα. […] ήταν ένας εξαιρετικός μορφωμένος άνδρας, που είχε σπουδάσει στη Νομική Σχολή της Αθήνας» (σσ. 17-18). Το ψηφιδωτό των καλεσμένων συμπληρώνουν «ο απόστρατος αξιωματικός του στρατού Αργύρης Δέδες […] ένας ψηλός γεροδεμένος εξηνταπεντάρης» (σ. 18), αδερφός της Λέλας, «η Μάρω, μια κομψή, ξανθιά γυναίκα κοντά στα εβδομήντα» (σ. 19), πρώην ηθοποιός, ο Νικηφόρος, ο οποίος «ως αδιόριστος φιλόλογος, προσπαθούσε να βγάλει τα προς τα ζην κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά του γυμνασίου και του λυκείου» (σ. 21) και ο δικαστής Πάνος Δρακόπουλος (σ. 15). Αυτό το προσεκτικά δομημένο σκηνικό προετοιμάζει το έδαφος για την αποδόμηση του δικαστή Δρακόπουλου, ο οποίος προβάλλεται ως «ακριβοδίκαιος» (σ. 50). Ο αιφνίδιος πνιγμός του δικαστή στην πισίνα του σπιτιού λειτουργεί ως ο καταλύτης της πλοκής, φέρνοντας στο φως τις άγνωστες, φανερές ή κρυφές, συνδέσεις που είχε στο παρελθόν κάθε καλεσμένος μαζί του. Σε αυτό το σημείο, η συγγραφέας δίνει μεγάλη έμφαση στις λεπτομερείς περιγραφές του χώρου και των αντικειμένων, τα οποία σταδιακά αποκτούν τον δικό τους ρόλο στην ιστορία. Η αρχιτεκτονική του σπιτιού, η διάταξη του τραπεζιού και, φυσικά, η παρουσία της πισίνας δεν αποτελούν απλό φόντο, αλλά συνθέτουν μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που εντείνει την ψυχολογική πίεση των χαρακτήρων. Η εύρεση του νεκρού δικαστή πυροδοτεί ένα κύμα αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στους/στις καλεσμένους/-ες, αποκαλύπτοντας την καχύποπτη φύση τους. Ωστόσο, η τελική ανατροπή στερείται εγκληματικής ενέργειας, αναδεικνύοντας μια βαθιά ειρωνεία: ο θάνατος προήλθε από καρδιακή προσβολή, την οποία υπέστη το θύμα εξαιτίας της ορνιθοφοβίας του, όταν δέχτηκε επίθεση από μια χήνα.

Η Ελένη Αλεβίζου επιλέγει μια γλώσσα ζωντανή και γεμάτη προφορικότητα, επιτρέποντας στους διαλόγους να κυλήσουν φυσικά. Οι συζητήσεις των καλεσμένων, με φόντο ιστορικά γεγονότα όπως η υπόθεση Λαμπράκη (σ. 41) και το σκάνδαλο Πορφιούμο (σ. 41), αλλά και η ανάλαφρη κόντρα για τα αστέρια του ελληνικού σινεμά, όπως η Βουγιουκλάκη και η Καρέζη, αποτυπώνουν ανάγλυφα το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής.

Το δεύτερο αφήγημα, με τίτλο «Ταξίδι στο Ινβερνές» (σσ. 90-154), το οποίο δομείται σε έξι κεφάλαια, μεταφέρει το σκηνικό στη Σκωτία και τον Καναδά, συνδέοντάς τα με την Ελλάδα μέσα από μια υπαρξιακή αναζήτηση ταυτότητας των χαρακτήρων. Πρωταγωνιστές είναι ο Άντριου και η Άλισον, ένα νεαρό ζευγάρι που συμμετέχει σ’ ένα τηλεοπτικό παιχνίδι και κερδίζει ως «δώρο ένα ταξίδι για μια εβδομάδα σε μια πόλη της Ευρώπης» (σ. 93). Έτσι, το ζευγάρι «ταξιδεύουν από το Τορόντο του Καναδά προς τη Σκωτία και συγκεκριμένα στα Χάιλαντς!» (σ. 92), καθώς «οι ρίζες της Άλισον, απ’ ό,τι γνώριζαν, ήταν από τα Χάιλαντς και το Ινβερνές είναι η πρωτεύουσα. Ένιωθε, όπως του έλεγε, ότι κάτι την τράβαγε προς τα εκεί. Άσε που εκεί κοντά είναι και η μεγαλύτερή λίμνη της Σκωτίας, η Λοχ Νες, με το “διάσημο” τέρας της!» (σ. 94). Η συγγραφέας τοποθετεί τους ήρωές της σε ένα άκρως υποβλητικό σκηνικό, κοντά στη διάσημη λίμνη του Λοχ Νες, με τη διαμονή τους να πραγματοποιείται στο «Μακ Μορ Κασλ», ένα ξενοδοχείο που στεγάζεται σε έναν εντυπωσιακό, ανακαινισμένο πύργο (σ. 104).

Αυτό το απομονωμένο και ιστορικό περιβάλλον αποτελεί το ιδανικό υπόβαθρο για να αρχίσει να ξετυλίγεται μια πλοκή που ισορροπεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και το μεταφυσικό στοιχείο. Η κλιμάκωση του σασπένς ξεκινά ήδη από το πρώτο βράδυ της διαμονής, όταν ο Άντριου «νόμισε ότι άκουσε να έρχεται από το μπάνιο ένας ήχος σαν να έτρεχε νερό» (σ. 107). Η συγγραφέας εισάγει το υπερφυσικό στοιχείο, σπάζοντας την καθημερινή λογική και εντείνοντας την αγωνία: «Με το άνοιγμα της πόρτας του μπάνιου, αισθάνθηκε μια περίεργη παγωνιά και αμέσως μετά ένιωσε την παρουσία κάποιου στο δωμάτιο. Πριν προλάβει να το συνειδητοποιήσει καλά-καλά, είδε την κουρτίνα της μπανιέρας να κινείται, ένα χέρι να την τραβάει και το βρεγμένο κεφάλι ενός ηλικιωμένου ανθρώπου φάνηκε καθαρά…» (σ. 107). Αυτό το αναπάντεχο εύρημα μετατρέπει την κλασική αστυνομική έρευνα σε μια βαθύτερη αναμέτρηση με τα φαντάσματα του παρελθόντος, καθώς η απόκοσμη αυτή εμφάνιση αποτελεί τον συνδετικό κρίκο με ένα θαμμένο οικογενειακό μυστικό που ζητά δικαίωση. Η μεταφυσική απειλή πυκνώνει αμέσως μετά, καθώς το απόκοσμο αυτό φαινόμενο παύει να αποτελεί προσωπική οφθαλμαπάτη του Άντριου και αγγίζει πλέον και την Άλισον. Το επόμενο βράδυ, «η Άλισον ξύπνησε με την αίσθηση ότι της είχαν ακουμπήσει το μπράτσο. Άνοιξε τα μάτια της και έμεινε άναυδη. Πάνω από το κρεβάτι της είδε να σκύβει και να της χαμογελά μια γηραιά κυρία, που φορούσε ένα άσπρο μακρύ δαντελένιο νυχτικό και ασορτί σκουφάκι» (σ. 114). Με αυτή τη νέα εμφάνιση, η Ελένη Αλεβίζου υιοθετεί πλήρως τις τεχνικές του κλασικού γοτθικού αφηγήματος. Η αντίθεση ανάμεσα στον τρόμο της αφύπνισης και το καθησυχαστικό, σχεδόν οικείο χαμόγελο της γηραιάς μορφής εντείνει το ψυχολογικό σασπένς. Τα δύο αυτά πνεύματα δεν λειτουργούν ως απειλητικές οντότητες, αλλά ως αρχετυπικοί «αγγελιοφόροι» που συνδέουν το νεαρό ζευγάρι με το ιστορικό βάθος του πύργου, οδηγώντας τους, και μαζί τους και τον/την αναγνώστη/-στρια, στην αναπόφευκτη αναζήτηση της αλήθειας. Η μετάβαση από το μεταφυσικό στοιχείο στην ορθολογική εξιχνίαση του μυστηρίου επιτυγχάνεται μέσα από την εισαγωγή κλασικών αφηγηματικών τεκμηρίων. Στη συνέχεια ο Μακ Γκρέγκορ, υπάλληλος του ξενοδοχείου, εμφανίζει στο ζευγάρι μια φωτογραφία, στην οποία απεικονίζονται ο ηλικιωμένος και η γηραιά κυρία, που είχαν δει τα προηγούμενα βράδια: «Ήταν αυτοί οι ίδιοι χαμογελαστοί και καθισμένοι δίπλα-δίπλα σε ένα καναπεδάκι-ανάκλιντρο με τα χέρια τους ενωμένα» (σ. 123). Η συγγραφέας κλιμακώνει τη διερεύνηση του παρελθόντος χρησιμοποιώντας το εύρημα της «κρυμμένης αλήθειας». Σύντομα, αποκαλύπτεται μια δεύτερη φωτογραφία, «κρυμμένη πίσω από τη μεγάλη φωτογραφία του ζεύγους» (σ. 135), η οποία «έδειχνε ένα νεαρό άτομο και ένα μωρό. Ήταν μια όμορφη κοπέλα γύρω στα δεκαπέντε της χρόνια, […] και κρατούσε με το ένα της χέρι ένα μωρό μηνών στην αγκαλιά της και στο άλλο της χέρι είχε μια κουδουνίστρα […]» (σσ. 135-136). Αυτή η διπλή φωτογραφική αποκάλυψη μετατοπίζει το κέντρο βάρος της πλοκής από το φανταστικό στο καθαρά ερευνητικό πεδίο. Τα αντικείμενα πλέον αποκτούν φωνή, και η αναζήτηση της ταυτότητας των δύο αυτών νέων προσώπων γίνεται το «κλειδί» για να λυθεί ο γρίφος που συνδέει τη Σκωτία με τις ρίζες της Άλισον. Όταν το ζευγάρι επιστρέφει στον Καναδά, η έρευνα φτάνει στην οριστική της δικαίωση μέσα από ένα ακόμη κλασικό μοτίβο της αστυνομικής λογοτεχνίας: την ανακάλυψη ενός παλιού μπαούλου. Το περιεχόμενο αυτού του μπαούλου, το οποίο κρύβει προσωπικές φωτογραφίες και, κυρίως, την ίδια ακριβώς κουδουνίστρα που απεικονιζόταν στη δεύτερη, κρυμμένη φωτογραφία της Σκωτίας, λειτουργεί ως η αδιάψευστη απτή απόδειξη. Με αυτόν τον ευρηματικό τρόπο, η Ελένη Αλεβίζου καταφέρνει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στους δύο κόσμους. Το μεταφυσικό στοιχείο που ξεκίνησε στον σκωτσέζικο πύργο υποχωρεί μπροστά στη χειροπιαστή αλήθεια των αντικειμένων, αποδεικνύοντας ότι τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν ζητούσαν τίποτα περισσότερο από την αποκατάσταση της ιστορικής και οικογενειακής μνήμης.

 Η ιστορική μνήμη και ο καθημερινός ρεαλισμός συναντιούνται ξανά στο τρίτο αφήγημα, με τίτλο «Το μυστικό του κλειστού δωματίου» (σσ. 155-171). Η ιστορία εκκινείται από το αφηγηματικό παρόν, καθώς οι δύο ηλικιωμένες φίλες, η Κατερίνα και η Ελένη «απολαμβάνουν το ποτό τους στο roof garden ενός πολυτελούς ξενοδοχείου της Αθήνας» (σ. 155). Η συγγραφέας χρησιμοποιεί εδώ ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό αφηγηματικό έναυσμα: μια είδηση που μεταδίδεται από την τηλεόραση διακόπτει τη συζήτησή τους και αμέσως «πέρασε από το μυαλό τους σαν κινηματογραφική ταινία εκείνη η εποχή, που είχε στιγματίσει και τις δύο!» (σ. 156). Η Ελένη Αλεβίζου, αξιοποιώντας την αναδρομική αφήγηση (flashback), μεταφέρει τον/την αναγνώστη/-στρια στο Λονδίνο του παρελθόντος, όταν οι δύο ηρωίδες εγκαθίστανται σε δύο διαφορετικές οικογένειες προκειμένου να σπουδάσουν αγγλική φιλολογία.

Στο σπίτι της οικογένειας Άνταμς, όπου διέμενε η Κατερίνα, η συγγραφέας εισάγει το κεντρικό σύμβολο του μυστηρίου: ένα κλειδωμένο δωμάτιο, στο οποίο απαγορευόταν αυστηρά η είσοδος. Με αυτή την επιλογή, το αφήγημα συνδέεται δημιουργικά με το μοτίβο «του απαγορευμένου χώρου», όπου ο απαγορευμένος χώρος μετατρέπεται σε μια εστία έντασης και προμηνύει την αποκάλυψη μυστικών που σχετίζονται με το συλλογικό ή το ατομικό παρελθόν των ηρώων. Έτσι, το αφήγημα της Ελένης Αλεβίζου συνομιλεί δημιουργικά με το κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα και το διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, «Οι Δολοφονίες στην Οδό Μοργκ» («The Murders in the Rue Morgue») (1841), που σηματοδοτεί τη γέννηση αυτού που ονομάστηκε «αφήγημα αστυνομικής εξιχνίασης», όπως σημειώνουν οι Λύσαρη και Κοντάκης (2008). Στην εξέλιξη της πλοκής, οι δύο φίλες παραβιάζουν το άβατο του σπιτιού και εισέρχονται στο κλειδωμένο δωμάτιο, όπου έρχονται αντιμέτωπες με μια αναπάντεχη αποκάλυψη: αντικρίζουν «μια σειρά από ράφια γεμάτα φακέλους και ντοσιέ, μια ντάνα με τουβλάκια σε χρυσαφί χρώμα καθώς και την μπροστινή πλευρά ενός εντοιχισμένου χρηματοκιβωτίου». Όπως σημειώνεται, «βέβαια πολύ γρήγορα κατάλαβαν, […] ότι αυτά τα τουβλάκια ήταν ράβδοι χρυσού! Απάνω τους δε, είχαν τη γνωστή σφραγίδα των Ναζί» (σ. 168). Αυτό το εύρημα ανατρέπει πλήρως τα δεδομένα της ιστορίας, καθώς οι δύο ηρωίδες οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι ο κύριος Άνταμς λειτουργούσε ως κατάσκοπος. Με αυτόν τον τρόπο, το προσωπικό μυστήριο μιας οικογένειας εντάσσεται οργανικά στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκόσμιας ιστορίας και των σκοτεινών δικτύων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η κορύφωση της αφηγηματικής έντασης επιτυγχάνεται όταν το παρελθόν εισβάλλει βίαια στο παρόν: ο κύριος Άνταμς είναι το ίδιο εκείνο πρόσωπο που αναφέρεται στις τηλεοπτικές ειδήσεις, από τις οποίες οι δύο φίλες πληροφορούνται, με τόσα χρόνια καθυστέρηση, την επίσημη σύλληψή του.

Η συλλογή Δείπνο για Οχτώ στις Οχτώ και δύο ακόμα ιστορίες κινείται με συνέπεια γύρω από τους άξονες της αστυνομικής πλοκής, χρησιμοποιώντας το σασπένς ως βασικό αφηγηματικό όχημα. Το ενδιαφέρον της συλλογής εντοπίζεται στο γεγονός ότι το μυστήριο δεν λειτουργεί απλώς ως ένας γρίφος προς επίλυση, αλλά ως η αφορμή για να αναδειχθούν οι ενοχές, οι κοινωνικές πιέσεις και η ρευστότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Με λόγο απλό, που βασίζεται στη ζωντανή προφορικότητα και τη λεπτομερή καταγραφή των χώρων, η Ελένη Αλεβίζου προτείνει μια τριλογία ιστοριών μυστηρίου όπου η καθημερινή πραγματικότητα συγκλίνει διαρκώς με την προσωπική και την ιστορική μνήμη.

 

Βιβλιογραφία

Αλεβίζου, Ε. (2025). Δείπνο για Οχτώ στις Οχτώ και δύο ακόμα ιστορίες. Λεξίτυπον.

Cirlot, J. E. (1995). Το Λεξικό των Συμβόλων (Ρήγας Καππάτος Μτφρ). Κονιδάρης.

Genette, G. (1997). Paratexts: Thresholds of Interpretation (Trans. J. E. Lewin). Cambridge Press.

Λύσαρη, Χ. & Κοντάκης, Θ. (2008). Poe Edgar Alan. Στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας: Πρόσωπα, έργα, ρεύματα, όροι. Πατάκης.


Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια