Μερικά πράγματα στη ζωή μας τα θεωρούμε δεδομένα, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι. Και, δυστυχώς, το αντιλαμβανόμαστε αργά, όταν αυτά τα δεδομένα σταθούν μετέωρα ξαφνικά κι εμείς, αδύναμα όντα ενός ψεύτικου κόσμου, δέσμιοι της ασημαντότητάς μας, βρεθούμε μονάχοι κι αβοήθητοι στο χείλος ενός καταναγκαστικού γκρεμού, που, δύσκολα πια, μπορούμε να αποφύγουμε. Υπερβολική αυτοπεποίθηση, θα λέγαμε. Ναι, κάπως έτσι. Κι ο εγωισμός ολοένα κι εθελοτυφλεί, καθώς προβάλει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί το παντοδύναμο εγώ του, μη γνωρίζοντας πως κάπου παρακάτω η δύναμή του κινδυνεύει στο σκοτάδι.
Το κακό δε θα ’ρθει σε μας. Το κακό δε θα χτυπήσει τη δική μας πόρτα. Ίσως κάπου δίπλα, σε κάποιον άλλον. Μα τι μας νοιάζει για τους άλλους; Κι εκεί αρχίζει η συμφορά. Τα δεδομένα κινδυνεύουν. Η πραγματικότητα μεταμορφώνεται σε τραγικότητα. Η σιγουριά αργοπεθαίνει κι ο εγωισμός γίνεται φόβος, εφιάλτης ζωντανός κι ακατανίκητος.
Η ζωή χαρίζεται ως δώρο στους ανθρώπους. Μα πόσοι, αλήθεια, εκτιμούν αυτό το θείο δώρο; Η υγεία μας, λέμε, είναι το παν. Και στέκει πρώτη σε κάθε μας ευχή, σε κάθε προσευχή. Μα πώς παρακαλεί κανείς για την υγεία του, όταν δεν την προσέχει καθόλου; Όταν φέρεται εγωιστικά, όχι μόνο απέναντι στους άλλους, μα και στον ίδιο του τον εαυτό; Προσέχω τον εαυτό μου σημαίνει, προσέχω και τον χώρο μέσα στον οποίο βρίσκομαι, τον χώρο που με περιβάλει, το περιβάλλον μου. Ποιος όμως τον προσέχει; Κανείς. Κι εκείνο εκδικείται. Και στρέφει τα πλοκάμια του ενάντια στον άνθρωπο. Γιατί αυτός ευθύνεται για την κατάντια του, αυτός ευθύνεται για τα παθήματά του και για όλες τις αρρώστιες που γεννιούνται κάθε μέρα τραυματίζοντάς τον ψυχικά και σωματικά. Μα, ως συνήθως, ο υπαίτιος ούτε που το καταλαβαίνει. Στηρίζεται στην επιστήμη που ο ίδιος δημιούργησε και κινείται και πάλι επιθετικά, δίχως να κάνει κάτι για να διορθώσει τα ίδια του τα σφάλματα. Κι έτσι φτάνουμε στα άκρα. Θάνατος είναι η κατάληξη. Επαναλαμβανόμενος θάνατος. Θάνατος που χτυπάει όλες τις πόρτες των σπιτιών, δίχως να κάνει εξαιρέσεις.
Και ξαφνικά, φτάνουμε στο σήμερα, σ’ αυτό το εφιαλτικό σήμερα που, ποιος κι αν δεν ευχήθηκε να είχε αποφύγει. Πανδημία η διάγνωση. Και η συνέπεια; Στέρηση ελευθερίας. Ο άνθρωπος αναγκάζεται να κλειστεί στον εαυτό του. Μα, εκείνο δεν ήθελε εξαρχής; Όχι, κάτι τέτοιο ούτε που μπορούσε να το διανοηθεί. Σαράντα ολόκληρες ημέρες εγκλωβισμένος μέσα σε ένα σπίτι, δίχως να μπορεί να δει τους ανθρώπους του, τους συγγενείς του, τους φίλους του, δίχως υπόνοια για ζωή, μόνο με την ελπίδα πως το κακό την Άνοιξη θα φύγει.
Με αφορμή αυτές τις σαράντα ημέρες του καταναγκαστικού εγκλεισμού, τις ημέρες που και η ίδια η γράφουσα εξηγεί πως, όχι, δεν προέκυψαν τυχαία, η Μαριέττα Αυγερινού Βαμβακά παρουσιάζει το βιβλίο της, με τίτλο «Οι 40 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Φίλντισι».
Φυσικά, η ιστορία της δεν αναφέρεται στο πώς τη βίωσε η ηρωίδα της την περίοδο αυτή. Προς έκπληξη όλων, η ιστορία της μεταφέρεται στα χρόνια του Εμφύλιου πολέμου, τότε που οι Έλληνες, βγαίνοντας νικητές, μα και κουρασμένοι από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κερδίζοντας με αίμα και θυσίες την ελευθερία τους, δεν πρόλαβαν να χαρούν το κατόρθωμά τους και ρίχτηκαν και πάλι στον πόλεμο, πολεμώντας το ίδιο τους το αίμα, τα αδέρφια τους. Οι σαράντα ημέρες του βιβλίου αφορούν μια κρίσιμη περίοδο για την ιστορία της Ελλάδας, τότε που χύθηκε αρκετό ελληνικό αίμα για το τίποτα. Την ιστορία μας την αφηγείται η ίδια η γράφουσα, ως πραγματική ηρωίδα αυτής της ιστορίας, που, σημειωτέον, είναι αληθινή. Ο εγκλεισμός, που όλοι μας κάναμε αρκετό λόγο τα τελευταία χρόνια, υπήρξε και άλλοτε στον κόσμο, πιο χυδαίος, πιο ασφυκτικός και πιο απάνθρωπος.
Ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο.
«Εγωιστής, άπληστος, υπερκαταναλωτής» (Σελ. 7),
Ο άνθρωπος είναι υπερκατακτητής. Πόλεμος η συνθήκη.
«και πάλι πόνος, αίμα, δάκρυα, φόβος, πείνα, θάνατος» (Σελ. 11)
Κι ύστερα κυνηγητό. Συλλήψεις. Βασανιστήρια. Ομαδικές εκτελέσεις. Θυσίες. Αντίσταση. Και πάλι νίκη. Μα ποιος πρόλαβε να χαρεί τη νίκη; Ένας διχασμός ήρθε κι απλώθηκε ανάμεσα στ’ αδέρφια, σ’ έναν λαό που υπέφερε, μα δεν έμαθε.
«ένας λαός νικητών χωρίζεται στα δυο. Όλεθρος» (Σελ. 11)
«Υπάρχει μεγαλύτερο κακό από τον πόλεμο; Ο εμφύλιος πόλεμος» (Σελ. 12)
Σ’ ένα τριώροφο σπίτι διαδραματίζεται η δική της ιστορία. Είναι το σπίτι της νόνας της, δηλαδή της γιαγιάς της. Πρόκειται για το σπίτι που έμελε να φιλοξενήσει το Δεκέμβριο του 1945 τριάντα τέσσερα άτομα. Τριάντα τέσσερα άτομα, λοιπόν, κλεισμένα σε ένα σπίτι για σαράντα ημέρες, λόγω εμφυλίου πολέμου. Πόσο λυπηρό να χωρίζεται ένα κράτος που άντεξε τόσους πολέμους για μια ιδεολογία;
Σ’ αυτές τις σαράντα ημέρες, τις οποίες περιγράφει η συγγραφέας με απόλυτη λεπτομέρεια, που απαγορευόταν η κυκλοφορία στους δρόμους λόγω πολέμου, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί το πόσο μεγάλη ευθύνη φέρει ο ίδιος άνθρωπος για την κατάντια του, πόσες τραυματικές εμπειρίες προκαλούν οι φιλοδοξίες του εντός του και σε πόσο μεγάλη παρακμή οδηγεί η ανευθυνότητά του το περιβάλλον. Οι επιπτώσεις, φυσικά, βαραίνουν το σύνολο του πληθυσμού και περισσότερο τους απλούς κι αδύναμους ανθρώπους, οι οποίοι, δέσμιοι των λίγων, γεύονται πρώτοι απ’ όλους τις επιπτώσεις της απόλυτης αποτυχίας.
Η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της με απλό διηγηματικό τρόπο, σαν να επρόκειτο για παραμύθι. Άλλωστε, μας καθιστά γνωστό εξαρχής, πως ο βασικός αναγνώστης αυτής της ιστορίας είναι η δεκάχρονη εγγονή της και η αφορμή που ξεκίνησε να της τη διηγείται είναι για να της επισημάνει πως ο τωρινός εγκλεισμός δεν είναι ο μοναδικός που έχει βιώσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Υπήρξε και χειρότερος απ’ αυτόν στο παρελθόν.
Η ιστορία της επαναφέρει τις άσχημες μνήμες του πολέμου, τότε που πρωταγωνιστούσε η πείνα, τότε που κυριαρχούσε ο φόβος, τότε που η κοινωνική εξαθλίωση ήταν μια συνηθισμένη πραγματικότητα. Το ηθικό της δίδαγμα είναι ξεκάθαρο. Ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει περισσότερα δεινά απ’ όσα φαντάζεται, καθώς στοχεύει πάντα σε ένα καλύτερο μέλλον. Ο εγκλεισμός του 2020 δε θυμίζει σε τίποτα τον εγκλεισμό του 1945. Όμως και οι δυο τους είχαν τον ίδιο παρονομαστή, την απειλή του θανάτου.
Ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, ευκολοανάγνωστο, με αρκετή δόση συγκίνησης, γεμάτο ρεαλιστικές εικόνες του παρελθόντος, για μικρούς και μεγάλους αναγνώστες.
0 Σχόλια