Βιβλιοκριτική: "Σχήματα λόγου" της Σαράι Σαβίτ | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Σχήματα λόγου
Συγγραφέας: Sarai Shavit
Μετάφραση: Χρυσούλα Κ. Παπαδοπούλου
Ημερομηνία έκδοσης: 03/2026
ISBN: 978-618-231-328-2
Σελίδες: 304
Εκδόσεις: Βακχικόν





Η Iσραηλινή πολυμεταφρασμένη ποιήτρια και συγγραφέας και επιμελήτρια Σαράι Σαβίτ μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά και μάλιστα αρκετά πρόσφατα. Το βιβλίο με το οποίο συστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι νουβέλα, φέρει τον τίτλο «Σχήματα λόγου» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν», σε μετάφραση από τα εβραϊκά της Χρυσούλας Κ. Παπαδοπούλου.

Το βιβλίο της αποτελεί ένα πάντρεμα πεζού και ποιητικού λόγου. Αρκετά επιμελημένο και σωστά δομημένο, καθιστά την αφήγηση της ερωτικής ιστορίας της, την οποία με συγγραφική μαεστρία ξετυλίγει εντός του, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ακρως ελκυστική. Η πρωτοτυπία που χαρακτηρίζει τον ρυθμικό τρόπο γραφής της, το ύφος και το περιεχόμενό του κειμένου της, σε συνδυασμό με την περιεκτικότητά του σε λέξεις, φράσεις και περιγραφές και τη συντομία των κεφαλαίων που ολοκληρώνονται μέσα σε λίγες μόνο σειρές, εντυπωσιάζει και αμέσως προκαλεί την εστίαση της προσοχής του αναγνώστη στο βιβλίο αυτό ως κάτι φρέσκο, διαφορετικό και απόλυτα ελκυστικό. Σημαντική συμβολή για την επιτυχία του έχει και το γεγονός ότι το κέντρο αναφοράς της ιστορίας του βιβλίου είναι ο έρωτας και τα συναισθήματα που προκαλεί η παρουσία του ή η απουσία του σε όλους τους εμπλεκόμενους, μηδενός εξαιρουμένου.

Περιληπτικά, η υπόθεση της ιστορίας του βιβλίου έχει ως εξής: ένας ώριμος και επιτυχημένος συγγραφέας ταξιδεύει στην έρημο του Νέγκεβ για να απομονωθεί και να γράψει το επόμενό του μυθιστόρημα. Οδηγός στη διαδρομή του για την έρημο είναι μια νεαρή φοιτήτρια φιλολογίας, η οποία κατευθύνεται προς το νεκροταφείο στον Νότο του Νέγκεβ για να επισκεφτεί τους τάφους των γονιών της. Η σύντομη επικοινωνία τους μέσα στο αυτοκίνητο στέκεται αφορμή για να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον εις βάθος κι έτσι να αναπτυχθεί ανάμεσά τους μια δυνατή σχέση έρωτα και πάθους, αρκετά καθοριστική και συντριπτική για το υπόλοιπο της ζωής τους. Μια σχέση που αποκαλύπτει παράλληλα τις αδυναμίες του ενός και του άλλου, αλλά και το κοινό τους σημείο αναφοράς, την ορφάνια. Ο θάνατος είναι το αναντικατάστατο κενό που αφήνει ανοιχτές πληγές στη μνήμη τους και στην καρδιά τους. Μα πιο πολύ στον άντρα που αδυνατεί να διαχειριστεί την απώλεια, της μητέρας του συγκεκριμένα, προκαλώντας μια αφόρητη δυστυχία εντός του. Η επαναοαμβανόμενη αναφορά στη μητέρα του, που όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, χάθηκε εξαιτίας της επάρρατης νόσου, και η ευθύνη που νιώθει για την απώλειά της, καθώς ο ίδιος συνέβαλλε στην επιτάχυνση του ταξιδιού της στον θάνατο προκειμκένου να πάψει να πονά, δημιουργεί αφορμές στον αναγνώστη για περαιτέρω σκέψη και προβληματισμό. Ποιος αποφασίζει για τη ζωή και τον θάνατο και ποιος αναλαμβάνει το κόστος της ευθύνης; 

Η αποκάλυψη του συγγραφέα για την πράξη του έχει, βέβαια, άλλο σκοπό στην ιστορία του βιβλίου. Για να επισημανθεί το γεγονός της αδυναμίας ενός ανθρωπου που στη δημόσιά του εμφάνιση δίνει την εντύπωση του άτρωτου και του αψεγάδιαστου, του ολοκληρωμένου και απόλυτα ευτυχισμένου, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Η νεαρή φοιτήτρια, ούσα μικρή και ασήμαντη μπροστά του, αποδεικνύεται ότι είναι περισσότερο δυνατή από τον ίδιο. Ενώ εκείνη καταφέρνει να διαχειριστεί τις δικές της απώλειες, ο ώριμος και πετυχημένος άντρας που έχει απέναντί της αδυνατεί να το κάνει. Κι έτσι, ένα ακόμα μήνυμα του βιβλίου προσφέρεται στον αναγνώστη προς εκτενέστερη εσωτερική επεξεργασία. Κανένας άνθρωπος δεν είναι τέλειος, ακόμα κι αν δίνει την εντύπωση πως είναι. Ίσως, γιατί οι πληγές της ψυχής του μένουν πάντα ανοιχτές, ακόμα κι αν γίνονται ορατές μόνο σε κείνους που είτε επιτρέπεται να τις δουν είτε γιατί οι ίδιοι επιχειρούν να τις ανακαλύψουν και να τις φροντίσουν με αγάπη και υπομονή.

Το ζευγάρι του βιβλίου ζει έναν παράφορο έρωτα, μόνο που ο ερωτας, όπως θα αισθανθεί ο αναγνώστης, είναι καταδικασμένος να λάβει πρόωρο τέλος για πολύ ευνόητους λόγους. Η νεαρή φοιτήτρια είναι δεκαετίες μικρότερη του πετυχημένου συγγραφέα, παρότι αυτό δε στέκεται εμπόδιο να τον αγαπήσει πραγματικά και να ακολουθήσει τα χνάρια του ως την Αμερική, έστω και από απόσταση. Ώσπου είκοσι χρόνια αργότερα συναντιούνται ξανά σε ένα συνέδριο συγγραφέων. Συγγραφέας πλέον και η ίδια, στέκεται απέναντί του για τελευταία φορά. Το τέλος είναι τραγικό και συγκλονιστικό ταυτόχρονα. Ένα τέλος που αποδεικνύει πως τίποτα δεν πεθαίνει αν δε θέλει κανείς να πεθάνει και τίποτα δε ζει για πάντα αν από την αρχή είναι καταδικασμένο σε θάνατο.

Η συγγραφέας δίνει έμφαση στην επαναλαμβανόμενη φράση: «Πρόσεχε, αν λες αυτή την ιστορία ξανά και ξανά, μπορεί να αρχίσεις να την πιστεύεις. Δεν θα απομείνει άλλη ιστορία». Τροφή για βαθύτερη σκέψη αποτελεί ο λόγος της και πράγματι έτσι είναι. Ίσως τα πράγματα στη ζωή να μην είναι όπως ακριβώς τα βλέπει η ματιά ενός ανθρώπου και μόνο. Η επιθυμία του, όμως, να δώσει τη δική του εξήγηση δημιουργεί εντός του την αίσθηση της αλήθειας. Αυτό κάνουν και οι δύο κεντρικοί ήρωες του βιβλίου, οι οποίοι αφηγούνται την ερωτική τους ιστορία ο καθένας από τη δική του ματιά. 

Τελικά, πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα; Πού σταματά η εκμετάλευση ενός ανθρώπου και πού ξεκινά το πραγματικό ενδιαφέρον γι’ αυτόν; Πώς ένας αναγνωρισμένος άντρας έχει το δικαίωμα να εκμεταλέυεται τα αδύναμα θύματά του και πώς αυτό γίνεται αντιληπτό; Πότε είναι κατακριταίο και ποινικά δικάσιμο; Γιατί οι γυναίκες συνήθως δεν αντιδρούν στην εκμετάλευσή τους; Γιατί συγκεκριμένα η σύζυγος του συγγραφέα, ενώ γνώριζε τις συνήθειες του άντρα της, υπέμενε τη συζυγική της ανιαρή ζωή;

Το βιβλίο είναι καθηλωτικό. Ο λόγος της συγγραφέα άμεσος, εκφραστικός και αβίαστος, φορτισμένος συναισθηματικά, ρυθμικός και ποιητικός, ξεδιπλώνεται με τη μορφή ερωτικής επιστολής. Εστιάζει στην απουσία και την απώλεια, στο συναισθηματικό κενό που φέρει την εικόνα της εγκατάλειψης, αφού αυτό σηματοδοτεί το αναπόφευκτο τέλος του έρωτα. Είναι λόγος που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής, αφηγηματικός και περιεκτικός, γιατί έτσι πρέπει να είναι, αλλά και απόλυτα συγκλονιστικός, ανεξάρτητα από την υποκειμενικότητα της αλήθειας που περιγράφουν οι λέξεις του. Εξάλλου, μια φράση του βιβλίου την οποία επισημαίνει ξεκάθαρα η συγγραφέας είναι αυτή: «Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κάποιον που είναι ερωτευμένος». Και ο υποκειμενικός λόγος στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι ο λόγος των ηρώων της που ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά, αλλά στο τέλος δυστύχισαν.


Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια