Υπάρχει πάντα ένας δρόμος
Συγγραφέας: Ευαγγελία Π. Κούρτη
ISBN: 978-618-5963-34-7
Ημερομηνία έκδοσης: 06/2026
Σελίδες: 56
Εκδόσεις: Μετρονόμος
Γράφει η Στέλλα Πετρίδου
Η Ευαγγελία Κούρτη είναι πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια. Η πρωτόλεια ποιητική της συλλογή κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2026 από τις εκδόσεις «Μετρονόμος» και φέρει τον τίτλο «Υπάρχει πάντα ένας δρόμος». Τριάντα ένα ποιήματα φιλοξενούνται στις εσωτερικές της σελίδες, δοσμένα όλα σε ελεύθερο στίχο, που εστιάζει στη σκοτεινιά του κόσμου, στην παρακμή του και στην άσχημη εικόνα που πλέον τον περιβάλλει και τον χαρακτηρίζει στην ουσία του. Είναι η εικόνα που διαφέρει απ’ όσα ο άνθρωπος ονειρεύτηκε για λογαριασμό του και διεκδίκησε, μα που όμως τον στοιχειώνει καθημερινά και τον ορίζει ολοκληρωτικά.
Η ποιήτρια παρατηρεί τον κόσμο γύρω της και περιγράφει οτιδήποτε της προκαλεί απογοήτευση, μελαγχολία, πόνο και διάθεση φυγής. Φυγή σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον γνώριμο και καθημερινό, φωτεινότερο οπωσδήποτε, τον κόσμο αυτόν που προσδοκούν οι επαναστάτες να κατακτήσουν, γι’ αυτό και τον διεκδικούν με πείσμα και τόλμη, ρισκάροντας συνειδητά τη σταθερότητα και την ασφάλειά τους, αλλά και τη σιγουριά που η απραγία ως συνειδητή επιλογή και στάση ζωής τους προσφέρει.
Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής κάνει ξεκάθαρη τη θέση της.
«Χόρτασα τις εικόνες
που ανοίγουν και κλείνουν
μέσα τους τον κόσμο» (Σελίδα 9)
Η αγανάκτησή της ως πράξη αντίστασης σηματοδοτεί την αρχή της αποδοχής της προβληματικής συνθήκης ως υπαρκτή και πλέον ανυπόφορη πραγματικότητα. Τίποτα πια δε φαίνεται να λειτουργεί σωστά, επισημαίνει. Ο άνθρωπος χάνει την ουσία του, αποπροσανατολίζεται από τα θέλω του και αποδέχεται αναγκαστικά την ήττα του, ανήμπορος να αντιδράσει καθώς είναι μπρος στο μεγάλο κακό. Η μοναξιά γίνεται η δεύτερη φύση του, ενώ η επαφή του με τον συνάνθρωπο πραγματοποιείται πλέον μέσω παραπλανητικών και καταστροφικών εικόνων που τον απομονώνουν και τον συνθλίβουν. Των εικόνων που οι άλλοι ορίζουν για κείνον να υπομένει, με στόχο την υποτίμησή του. Απομακρυσμένος από καθετί καλό και αγνό που έχει τη δύναμη να ενεργοποιήσει τις αισθήσεις του, από καθετί που τον κάνει να ονειρεύεται, να ταξιδεύει νοητά και να ελπίζει στην αληθινή του ευτυχία και στην απόλαυσή της, μόνο μια εικόνα του ταιριάζει απόλυτα. Η εικόνα της μελαγχολίας. Κι ένα κενό που κυριεύει τον κόσμο του, γεμάτο ψεύτικες αλήθειες που επιχειρούν να πείσουν για την αυθεντικότητά τους.
«Αλήθειες που γρήγορα λησμονιούνται,
Ψέματα που εύκολα πιστεύονται
δεν μπορούν πια να σου ¨προσάψουν¨ τον οίκτο» (Σελίδα 13)
Ωστόσο, η ποιήτρια αισιοδοξεί. Οι αλήθειες ξαναγυρίζουν, υποστηρίζει, «σαν χρησμοί που δεν ειπώθηκαν». Παρότι όλα μοιάζουν κενά, προτρέπει στη μη εγκατάλειψη της διεκδίκησης της ζωής. «Πάλεψε!» φωνάζει και επαναλαμβάνει στα ποιήματά της για να αποτρέψει το έγκλημα της ήττας, της ολοκληρωτικής καταστροφής του ανθρώπου από τον ίδιο τον άνθρωπο.
«Υπάρχει πάντα ένας δρόμος», παραδέχεται, που ανήκει στους ποιητές, σ’ αυτούς που ξέρουν να επαναστατούν απέναντι στη φθορά και στην αλλοίωση της μνήμης που αυτή προκαλεί. Που τον περπατούν οι ονειροπόλοι, αισιοδοξώντας να τους οδηγήσει σ’ ένα μέλλον αντικειμενικά πιο ανθρώπινο από το απάνθρωπο τώρα, που μαστίζεται από τη θλίψη, τον πόνο, την απογοήτευση.
Η ποιήτρια επιχειρεί έπειτα να ξεδιπλώσει την ψυχή της, τολμώντας να εξωτερικεύσει τις δικές της πληγές, αυτές που γεννούν στο σώμα της πίκρες γεμάτες σκοτεινιά, θολά τοπία και απόγνωση. Η κατάντια, συνειδητοποιεί, είναι πια εμφανής, ποτισμένη με τον θάνατο της ελπίδας. Με την κατάρα του επαναλαμβανόμενου πολέμου σέρνεται στα συντρίμμια της διψασμένης νιότης, που ποτέ δε χάρηκε τη φρεσκάδα και την ανεμελιά της.
Ο λόγος της, θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, είναι σκληρός, σκοτεινός, αρκετά συμβολικός, μεταφορικός, υπαινικτικός και καταγγελτικός. Έχοντας επίγνωση της πτώσης, μα και του σημαντικού ρόλου του ποιητή, η ποιήτρια επιχειρεί να φωτίσει το σκοτάδι για να μη χαθεί εντελώς κι εξαιτίας του η πραγματική ομορφιά του κόσμου, το μέρος όπου ανθίζει ο έρωτας κι η γη χαμογελά, η φύση ανασαίνει και απολαμβάνει τα κάλλη της κι ο άνθρωπος διεισδύει άφοβα στην ουσία της ύπαρξής του.
«Υπάρχει κι ένας δρόμος αβάδιστος,
ποτάμια περνούν από μέσα του,
ουρανοί χορεύουν στο βάδισμά του» (Σελίδα 26)
Κι έπειτα, ο λόγος της Ευαγγελίας Κούρτη επικεντρώνεται στη σιωπή, στην παραίτηση από το όνειρο και τον πόθο της αλλαγής, λόγω του φόβου. Αναπόφευκτα, όλα γίνονται όπως πριν. Μια επανάληψη της ασχήμιας δηλαδή, την οποία η ποιήτρια περιγράφει με σχολαστική ακρίβεια.
«Κάποιες φορές επιστρέφουν οι χειμώνες
σαν άλλοι σκοπευτές που ξέφυγαν του απείρου» (Σελίδα 33)
Η ποιήτρια εστιάζει συχνά στα στοιχεία της φύσης, μέσα από τα οποία φωτογραφίζει την ανημποριά του κόσμου να χαρεί την παρθενική του ομορφιά. Την εγκατάλειψη στην οποία παραδίνεται εξαιτίας των ονείρων που ξεθωριάζουν, των υποσχέσεων που ποτέ δεν έγιναν πράξη εξασφαλίζοντας πρόωρα το οδυνηρό τέλος, το αβάσταχτο κενό και τη σιωπή. Η επιθυμία της για αλλαγή στο σημείο αυτό είναι φανερά έκδηλη.
«Ας ήταν κι ένα σκοτεινό παράθυρο.
Έστω κάτι να βλέπω
σαν χασμωδία ή σαν όνειρο» (Σελίδα 38)
Ο λόγος της στο σημείο αυτό καθρεφτίζει τον κόσμο της ψυχής της κι όλα όσα μέσα της νιώθει και προσδοκά, όλα όσα απλά παραμένουν σκέψεις, επιθυμίες, όνειρα απατηλά. Κι έτσι απλά πλάθεται η ποίησή της, «γλώσσα πάνω στη γλώσσα», για να περιγράψει την αλήθεια της, για να χαράξει ανάμεσα σε ταραγμένες ψυχές τους δρόμους του αδύνατου, για να απελευθερώσει τη ζωή από τη μιζέρια της, για να αποδώσει την ομορφιά όπως πραγματικά είναι.
Η ποιήτρια, με δυο λόγια, προτρέπει στην αλλαγή. Επαναστατεί και διεκδικεί το καλύτερο. Το υποστηρίζει και το πιστεύει με όλο της το είναι. Κι έπειτα παροτρύνει και τον αναγνώστη της να πράξει το ίδιο. «Αποφάσισε!» του λέει και τον θέτει προ των ευθυνών του. Αρκεί η πάλη, παραδέχεται, για να πει κανείς ότι ζει, όπως ζουν τα δέντρα, η φύση ολόκληρη, όπως ζει κι η ίδια η ποίηση. Γι’ αυτό γράφει κι η ίδια άλλωστε. Κι όπως επισημαίνει σε κάποιο ποίημά της, «Ό,τι απομένει είναι ποίηση» και πράγματι έτσι είναι.
Εν ολίγοις, τα ποιήματα αυτής της συλλογής, μεστά, περιεκτικά και καλογραμμένα παρότι πρωτόλεια, δε μιλούν απλά για να μιλήσουν. Είναι βαθιά συναισθηματικά κι ανυπόταχτα. Προτρέπουν τον αναγνώστη σε επανάσταση και διεκδίκηση των πραγματικών θέλω της ζωής του. Απαιτούν την αλλαγή σε όλους τους τομείς της καθημερινότητάς του και τη διεκδικούν με σθένος, για το καλό του πάνω απ' όλα και για το καλό του κόσμου ολόκληρου. Γι’ αυτό και αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστούν.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο, θα βρείτε εδώ.

0 Σχόλια