Βιβλιοκριτική: "Το όνειρο του χωριού Τινγκ" του Γιεν Λιένκε | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς



To όνειρο του χωριού Τινγκ
Συγγραφέας: Yan Lianke
Μετάφραση: Σωτήρης Χαλικιάς
Ημερομηνία έκδοσης: 05/2026
ISBN: 978-618-223-124-1
Σελίδες: 328
Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια


«Κάτω από τις ακτίνες του ήλιου που έδυε, η πεδιάδα του Χενάν της Κίνας ήταν κατακόκκινη, κόκκινη σαν το αίμα. Ήταν τέλη Φθινοπώρου και το κρύο ήταν τσουχτερό. Οι δρόμοι του χωριού Τινγκ ήταν έρημοι. Κανένας ήχος δεν διατάρασσε την ησυχία του χωριού Τινγκ. Η ζωή έμοιαζε με τον θάνατο

Το αιμάτινο κόκκινο είχε δώσει τη θέση του στο σκοτάδι της νύχτας. Κλεισμένοι στα σπίτια του, οι χωρικοί δεν έβγαιναν πια έξω.

Δέκα χρόνια νωρίτερα όλοι οι κάτοικοι του χωριού Τινγκ πουλούσαν το αίμα τους. Όπως ήταν προφανές ότι τα σύννεφα φέρνουν βροχή και ότι το τέλος του φθινοπώρου φέρνει κρύο, ήταν εξίσου προφανές ότι οι χωρικοί που είχαν πουλήσει το αίμα τους δέκα χρόνια νωρίτερα θα προσβάλλονταν τώρα από την «ασθένεια του πυρετού», το AIDS, και θα αποχωρούσαν από τον μάταιο τούτο κόσμο σαν τα νεκρά φύλλα που ο άνεμος ρίχνει από τα δέντρα το φθινόπωρο. Σχεδόν κάθε οικογένεια είχε χάσει κάποιον. Περισσότεροι από σαράντα άνθρωποι είχαν πεθάνει. Οι τάφοι ήταν διάσπαρτοι σαν τα στάχυα στα χωράφια. Οι ασθενείς εξαθλιωμένοι και σκελετωμένοι, πέθαιναν συνέχεια αφού πρώτα είχαν φτύσει μια λεκάνη αίμα.

Τους παρέσυρε ο άνεμος όπως τα πεσμένα φύλλα.

Το φως έσβηνε κι αυτοί δεν βρίσκονταν πια σε τούτο τον κόσμο.

Η ασθένεια αυτή κρυβόταν μέσα στο αίμα, όπως ο παππούς μου ο Τινγκ Σουιγιάνγκ κρυβόταν μέσα στα όνειρά του. Η ασθένεια αυτή αγαπούσε το αίμα, όπως ο παππούς μου αγαπούσε τα όνειρά του…»

Αφηγητής είναι ο νεκρός δωδεκάχρονος εγγονός Τινγκ Τσιάνγκ και κεντρικός ήρωας ο σεβάσμιος παππούς του ο Τινγκ Σουιγιάνγκ, ο σεβαστός «Δάσκαλος Τινγκ».

Ο πατέρας του Τσιάνγκ, ο Τινγκ Χούι, ήταν ο μεγαλύτερος έμπορος αίματος όχι μόνο στο χωριό Τινγκ αλλά και σε πολλά άλλα χωριά της περιοχής. Ήταν ο βασιλιάς του αίματος. Είχε πλουτίσει με την αγοροπωλησία του αίματος. Όλοι οι κάτοικοι τον μισούσαν επειδή αγόραζε το αίμα των χωρικών, πολλές φορές μάλιστα χρησιμοποιούσε και τις ίδιες βελόνες, για αυτό εξαπλώθηκε το AIDS και πέθαιναν οι χωρικοί.

Αμείλικτος σαν τη σκοτεινή νύχτα, ο θάνατος είχε τυλίξει ολόκληρο το χωριό Τινγκ και τα γύρω χωριά. Βλέποντας τον θάνατο τόσο κοντά, οι ζωντανοί είχαν πλέον αποκτήσει μια νεκρική αδιαφορία. Δεν καλλιεργούσαν πια τα χωράφια, δεν έβγαιναν έξω για να πάνε να δουλέψουν και να βγάλουν λεφτά. Έμεναν κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους, με κλειστές πόρτες και παράθυρα, από φόβο μήπως ο θάνατος εκμεταλλευτεί ένα άνοιγμα για να μπει στο σπίτι. Στην πραγματικότητα, όμως, τον περίμεναν…

Καθώς οι άνθρωποι πέθαιναν, το χωριό πέθαινε κι αυτό.

Η γη άγονη, κανείς δεν την έσκαβε πια.

Τα χωράφια ξεράθηκαν, κανείς δεν τα πότιζε πια.

Παντού υπήρχαν χάρτινα, άσπρα, νεκρώσιμα λάβαρα στα σπίτια.

Οι άνθρωποι πέθαιναν σαν τα σκυλιά και κατέληγαν να πεθαίνουν σαν τα μυρμήγκια.

Έπεφταν σαν τα νεκρά φύλλα.

Ο παππούς Τινγκ ήταν μορφωμένος και έμενε στο σχολείο από την ημέρα που χτίστηκε. Ήταν επιστάτης του σχολείου και όταν έλειπε παλιότερα κάποιος δάσκαλος, τον αντικαθιστούσε αυτός.

Στο σχολείο τώρα με το θανατικό, είχε απομείνει μόνο ο παππούς του Τσιανγκ, που φύλαγε τις πόρτες, τα παράθυρα, τις τζαμαρίες, τα θρανία, τις καρέκλες και τους μαυροπίνακες. Φύλαγε επίσης τον κάμπο και το χωριό που μαστιζόταν από την ασθένεια του πυρετού.

Ο Δάσκαλος Τινγκ είπε πολλές φορές στον γιό του Χούι να πάει να απολογηθεί και να ζητήσει συγγνώμη σε όλα τα σπίτια του χωριού Τινγκ, επειδή με την αγορά και την πώληση του αίματος που έκανε,  εξαπλώθηκε η ασθένεια, αλλά εκείνος δεν τον άκουγε.

-Χούι, του είπε δεν θα έχεις καλό τέλος, να το θυμάσαι.

Ο παππούς Τινγκ Σουιγιάνγκ αναγκάστηκε να υποκλιθεί ο ίδιος σε όλους τους κατοίκους του χωριού και να ζητήσει συγγνώμη, για την πώληση του αίματος και την εξάπλωση της ασθένειας από τον απατεώνα γιό του. Επίσης ζήτησε από τους ασθενείς να έρθουν να ζήσουν στο σχολείο, αφού αυτός θα πάει στις τοπικές αρχές για να εξασφαλίσει να τους παρέχουν τα απαραίτητα. Έτσι δεν θα μεταδώσουν τη νόσο και στα άλλα μέλη της οικογένειά τους.

Έτσι το σχολείο, που δεν γίνονταν πλέον μαθήματα, έγινε κέντρο περίθαλψης των ασθενών. Το φαγητό και το νερό ήταν δωρεάν. Οι γυναίκες ήταν υπεύθυνες για το μαγείρεμα και οι άντρες για όλες τις άλλες δουλειές.

Κάποιοι όμως άρχισαν να κλέβουν σακιά με ρύζι, με φασόλια ,ρούχα και χρήματα. Ο παππούς τους  συγκέντρωσε όλους και τους είπε: «-Ενώ σας απομένει λίγος χρόνος ζωής, βρίσκεται την όρεξη να κλέβετε χρήματα, τρόφιμα και ρούχα. Τι σκοπεύετε να τα κάνετε όλα αυτά όταν πεθάνετε; Θα πρέπει οι κλέφτες να τα επιστρέψουν». Έτσι μειώθηκαν οι κλοπές, αφού ανακαλύψαν δυο κλέφτες την Τσάο Σιουτσίν την μαγείρισσα και τον Τσάο Τετσουάν.

Ο Τινγκ Χούι, μετά το αίμα άρχισε να πουλάει φέρετρα και τάφους , στους ασθενείς και ετοιμοθάνατους χωρικούς. Αυτά τα φέρετρα που έδινε δωρεάν η κυβέρνηση…

Η ασθένεια του πυρετού είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της και τα φέρετρα είχαν τόση ζήτηση όσο το ρύζι σε περίοδο λιμού…

Ο θείος του Τινγκ Τσιάνγκ, ο Τινγκ Λιανγκ, αρρώστησε και αυτός από την ασθένεια του πυρετού και ζούσε με τους άλλους ασθενείς στο σχολείο του χωριού Τινγκ. Εκεί ο θείος ερωτεύτηκε την άρρωστη γυναίκα του ξάδελφού του Τινγκ Σιαομίνγκ, την Λινγκλίνγκ και είχαν ερωτική σχέση. Έκανα έρωτα με πάθος. Ξαναβρήκαν το νόημα της ζωής. Κάθε μέρα ζωής είχε νόημα…

Επρόκειτο όμως για μοιχεία, γιατί και οι δύο παράνομοι εραστές, ήταν παντρεμένοι. Αν το ανακάλυπτα οι άλλοι ασθενείς θα είχαν πρόβλημα.

Όταν το έμαθε ο παππούς Τινγκ είπε στον γιο του Λιανγκ: «Δεν περίμενα να συμπεριφερθείς τόσο ανέντιμα και ξεδιάντροπα!!»

Ο παππούς Τινγκ ήθελε να στραγγαλίσει και τα δυο του τα παιδιά, τον Χούι και τον Λιανγκ,  που τον είχαν προσβάλλει σε ολόκληρο το χωριό Τινγκ.

Αφού δεν μπορούσε ο Δάσκαλος Τινγκ να διαχειριστεί τα δικά του προβλήματα και να συμμορφώσει τα παιδιά του, και αφού τον είχαν ατιμάσει, δεν μπορούσε να είναι υπεύθυνος στο σχολείο και υπεύθυνος για τους ασθενείς του χωριού και έτσι έγιναν ο Τινγκ Γουετζίν και ο Τσια Κεντσού κοινοτάρχης και γραμματέας του κόμματος και απαλλάξανε τον παππού από τα καθήκοντά του. Ο κόσμος είχε ανατραπεί. Μια νέα τάξη πραγμάτων επικρατούσε στο σχολείο, μια νέα ιεραρχία. Μεγάλη η στενοχώρια και η λύπη του παππού Τινγκ.

Όταν ανέλαβαν οι δυο νέοι υπεύθυνοι, άρχισαν να διαλύουν το σχολείο, έστειλαν τους ασθενείς στα σπίτια τους, δίνοντάς τους θρανία, καρέκλες, μαυροπίνακες και να κόβουν όλα τα δέντρα του χωριού για να φτιάξουν φέρετρα…

Τίποτα δεν θα ήταν πια όπως παλιά στο χωριό Τινγκ.

Ο Χούι με την οικογένειά του έφυγε από το χωριό Τινγκ και πήγε στην πρωτεύουσα της επαρχίας, ο Λιανγκ και η Λινγκλίνγκ πέθαναν, η οικογένεια Τινγκ είχε διαλυθεί οριστικά…

Εκεί που πήγε ο Χούι άρχισε να κάνει άλλη κομπίνα, για να βγάλει περισσότερα χρήματα, έκανε μεταθανάτιους γάμους, εμπορεύονταν γάμους μεταξύ νεκρών…

Μεγάλη ξηρασία έπεσε στον κάμπο. Όλα τα σπαρτά στα χωράφια ήταν νεκρά.

Ούτε και τα δέντρα που είχαν μείνει όρθια άντεξαν στην ξηρασία. Οι παυλώνιες, οι σοφόρες, οι φτελιές…ακόμα και το σπάνιο σαπουνόδεντρο, ήταν νεκρά.

Οι λιμνούλες είχαν στεγνώσει. Το ποτάμι είχε ξεραθεί. Τα πηγάδια είχαν στερέψει.

Το φεγγάρι, τα αστέρια και ο ήλιος ήταν ακόμα ζωντανά…

Μια ανείπωτη ησυχία επικρατούσε στο χωριό Τινγκ.

Δεν ήταν πια το χωριό Τινγκ.

Ήταν έρημο: δεν υπήρχαν άνθρωποι, ούτε κότες, ούτε γουρούνια, ούτε σκυλιά, ούτε γάτες, ούτε πάπιες.

Το χωριό Τινγκ ήταν πλέον έρημο. Η ασθένεια του πυρετού είχε εξαπλωθεί. Όσοι ήταν να πεθάνουν, είχαν πεθάνει. Οι επιζώντες είχαν εγκαταλείψει το χωριό.

Η ξηρασία είχε αδειάσει το χωριό, όπως ο άνεμος παρασύρει τα πεσμένα φύλλα, όπως σβήνει τη φλόγα των κεριών.

Ο παππούς Τινγκ πήγε στο σχολείο, εξαντλημένος έπεσε στο κρεβάτι σαν να μην ήθελε να ξανασηκωθεί ποτέ.  Αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο. Ο παππούς Τινγκ έβλεπε να αναδύεται ένας νέος κάμπος γεμάτος ζωή.

Έβλεπε να αναδύεται ένας νέος κόσμος…

Ένα βιβλίο που αφορά την πραγματική καταστροφή ενός επαρχιακού χωριού της Κίνας στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο πληθυσμός του μολύνθηκε με τον ιό του AIDS μετά από μια συλλογική εκστρατεία αιμοδοσίας.

Μια τρυφερή ιστορία που φτάνει μέχρι το κόκκαλο.

Μια ζοφερή ιστορία, γεμάτη απελπισία και πόνο.

Ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό, γρήγορο, ανυπόκριτο, ενίοτε εύθυμο και συχνά αναπάντεχο.

«Το όνειρο του χωριού Τινγκ» ήταν υποψήφιο για το βραβείο Man Asia και το βραβείο Independent Foreign Fiction. Μεταφράστηκε σε 22 γλώσσες κι έγινε ταινία μεγάλου μήκους (που η κυκλοφορία της εκτός Κίνας απαγορεύτηκε) σε σκηνοθεσία Changwei Gu, με πρωταγωνίστρια τη Zhang Ziyi.

Ο συγγραφέας Γιεν Λιένκε ζητάει συγγνώμη από τους αναγνώστες, διότι με αυτό το μυθιστόρημα δεν μπορεί να τους προσφέρει χαρά, παρά μόνο πόνο και σπαραγμό.

Πρόκειται για Αριστούργημα.



Ο Γιεν Λιένκε γεννήθηκε το 1958 στην επαρχία Χενάν της Κίνας, από γονείς αγρότες, και σήμερα ζει στο Πεκίνο. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, έγραφε προπαγανδιστικά κείμενα. Στη χώρα του θεωρείται επιτυχημένος αλλά και αμφιλεγόμενος συγγραφέας, με πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό του, αλλά και με ορισμένα μυθιστορήματά του να έχουν απαγορευτεί λόγω του γκροτέσκου-σατιρικού χαρακτήρα και των ανατρεπτικών υποδηλώσεών τους, ενώ ο ίδιος αποκλείστηκε από την επίσημη αντιπροσωπεία στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης το 2009. Συχνά σχολιάζει τη διαδικασία της αυτολογοκρισίας, όπως δε έχει συμπεράνει πραγματιστικά σ’ ένα δοκίμιό του το 2014, είναι ασυνήθιστο για έναν σοβαρό συγγραφέα να μην έχει κανένα πρόβλημα με τη λογοκρισία. Το εκτενές έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Τα βιβλία του, που έχουν βρει μεγάλη απήχηση διεθνώς, συχνά αναφέρονται σε αποσιωπημένα ή απωθημένα γεγονότα προσδίδοντάς τους υπαρξιακές, εν μέρει αλληγορικές διαστάσεις. Το Όνειρο του χωριού Τινγκ (2006) αφορά την καταστροφή ενός επαρχιακού χωριού στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο πληθυσμός του μολύνθηκε με τον ιό του AIDS μετά από μια συλλογική εκστρατεία αιμοδοσίας. Στο Φιλιά του Λένιν (2004), οι κάτοικοι ενός απομακρυσμένου ορεινού χωριού, μετά την απώλεια της σοδειάς λόγω ακραίων καιρικών συνθηκών, εκθέτουν τις πολλαπλές αναπηρίες τους σ’ ένα περιπλανώμενο τσίρκο που διευθύνει ένας άπληστος αξιωματούχος. Διαποτισμένη με ιδιωματικά στοιχεία που εξηγούνται σε σημειώσεις, η μη γραμμική αφήγηση του ξεπουλήματος των ιδανικών φτάνει στο ύψος του παραλογισμού, αλλά παραμένει βαθιά ανθρώπινη στον πυρήνα της. Πάλι με φόντο την περιοχή καταγωγής του Λιένκε, τα Τέσσερα βιβλία (2011) περιγράφουν την κακοποίηση των κρατουμένων σ’ ένα στρατόπεδο επανεκπαίδευσης στα χρόνια του Λιμού, με δομή τετραλογίας, στιβαρές στιλιστικές (συχνά μεταμυθοπλαστικές) επιλογές και αναφορές από τη Βίβλο μέχρι το μπουρλέσκ. Τα Χρονικά της έκρηξης(2013) είναι «τόσο μια παρωδία του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Κίνα όσο και μια σαρωτική κριτική της καπιταλιστικής εξουσίας, απληστίας, υπέρβασης των ορίων και αυτοκαταστροφικότητας … τίποτα λιγότερο από ένα αριστούργημα» (Observer). Το Χρόνια, μήνες, μέρες (1997 – εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2020) είναι μια δυνατή, συγκινητική ιστορία για τον αγώνα της επιβίωσης, τη θυσία και την ομορφιά της ζωής από τον «πιο φημισμένο συγγραφέα της Κίνας» (Financial Times). Η μέρα που πέθανε ο ήλιος (2015) αντιπαραθέτει έναν διαυγή εφιάλτη στην αισιοδοξία του «Κινεζικού Ονείρου» του Σι Τζινπίνγκ, αναδεικνύοντας την ιδιαίτερη ικανότητα του συγγραφέα να συνδυάζει στοιχεία παραβολής και επικαιρότητας. Ο Λιένκε έχει τιμηθεί με τα λογοτεχνικά βραβεία Lu Xun (1998/2001), Lao She (2005), Franz Kafka (2014) και «Όνειρο της Κόκκινης Αίθουσας» (2016). Έχει φτάσει αρκετές φορές στον τελικό του Διεθνούς Βραβείου Booker, στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Man Asia και το Independent Foreign Fiction Prize, και έχει προταθεί δύο φορές για το Βραβείο Princesa de Asturias.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια