Βιβλιοκριτική: "Ένα πορτοκάλι για την Αβγιάκα και άλλα διηγήματα" του Ηλία Μαργιόλα | Γράφει ο Ηλίας Στόφυλας


Ένα πορτοκάλι για την Αβγιάκα και άλλα διηγήματα
Συγγραφέας: Ηλίας Μαργιόλας
Ημερομηνία έκδοσης: 05/2025
ISBN: 978-618-246-024-5
Σελίδες: 232
Εκδόσεις: 24 γράμματα
Γράφει ο Ηλίας Στόφυλας
Ποιητής
Διδάκτωρ Φιλολογίας ΕΚΠΑ


Με την ειλικρίνεια της μνήμης

H συλλογή διηγημάτων του βραβευμένου συγγραφέα Ηλία Μαργιόλα με τίτλο Ένα πορτοκάλι για την Αβγιάκα και άλλα διηγήματα αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα λογοτεχνικό οδοιπορικό στη μνήμη και την απουσία· μια νοσταλγία για την απολεσθείσα Εδέμ της παιδικής ηλικίας και της αθωότητας· μία εσωτερική και συνάμα καθολική αναμέτρηση με το άδικο του κόσμου. Γράφοντας, ο Μαργιόλας ψάχνει την άκρη του κόσμου. Όχι για να την κατοικήσει, αλλά, μέσω αυτής, μέσω, δηλαδή της οικειοποίησής της, να επαναθεμελιώσει και να επανανακαλύψει τον εαυτό. Να οριοθετήσει, εκ νέου, την εμβέλεια της ανθρώπινης ύπαρξης και του νοήματος της ζωής, όπως ο κεντρικός χαρακτήρας του διηγήματος «Ήθελε μια δουλειά να τον χορταίνει» που «εγκαταστάθηκε στον γυμνό και μοναχικό βράχο του με μνήμη και ιστορία».

Στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής η βόμβα, πιστεύω ότι αναγεννά τις στάχτες των ανθρώπων και υπόσχεται ότι θα αντισταθεί στην ερήμωση του γενέθλιου τόπου όλων των ψυχών: «οι μικρούλες ψυχούλες των λουλουδιών και των δέντρων, ξεπηδώντας αργά-αργά και θλιμμένα απ’ τον πάτο του ωκεανού, τράβηξαν για τη νεκρή γη της Αβγιάκας». Στο «Χ:3» ο συγγραφέας απονέμει το Βραβείο Νόμπελ στους ακαταπόνητους εργάτες του πνεύματος, αλλά και στους παράλληλους βίους των ανθρώπων που τέμνονται πικρά. Μέσα από την απόλυτη καταστροφή, μέσα σε αυτό το βομβαρδισμένο τοπίο χτίζει, έχω την εντύπωση, ο συγγραφέας τη νέα πόλη της ανθρωπότητας. Τη χτίζει υπόγεια, σιωπηλά, ίσως και αμήχανα. Τη χτίζει όμως: «ο αέρας μύρισε ένα μείγμα από καμένες σάρκες, καμένα χρόνια, καμένα όνειρα. Όλα μαζί. Όνειρα θαλασσινά να μυρίζουν φύκι, όνειρα στεργιανά να μυρίζουν αφράτο χώμα». Τα ερείπια, το λεηλατημένο σώμα λειτουργούν ως εγγυητές της μελλοντικής και παντοτινής ανόρθωσης του εσωτερικού τοπίου του Ανθρώπου.

Στο «Χωρίς τα καλοκαίρια» τίθεται στο προσκήνιο το πρόσωπο του καλοκαιριού, ο έρωτας που αργεί, που αναβάλλει και αναβάλλεται· η ζωή που μας γλιστρά και διαφεύγει. Στο «Πού κρύβεσαι» ο Μαργιόλας κρύβοντας ψάχνει, κρύβοντας δείχνει: «δε θέλω να σε βρω, να ξεσκεπάσω το παρελθόν, να εισβάλλω στο μέλλον». Είναι επώδυνη η αναμέτρηση με τα περασμένα, με όσα χάθηκαν. Το παρελθόν προοιωνίζεται το μέλλον. Πώς να ανατρέψεις τα μελλούμενα, όταν σε εμπεριέχουν; Το «Σε μια ξένη γη» αποτελεί έναν ύμνο στον Ξένο, στον Άλλον: «είχαν απλώσει το χέρι με εμπιστοσύνη στη νέα πατρίδα». Ο συγγραφέας μας καλεί να αφήσουμε «λίγο χώρο για τον ξένο» για να παραπέμψω στον σύγχρονο ποιητή Δημήτρη Αθηνάκη. Ο χώρος του ξένου, όπως αναφέρει η Julia Kristeva στο Ξένοι μέσα στον εαυτό μας, είναι το τρένο που φεύγει, το αεροπλάνο που πετά, η μετάβαση χωρίς στάση. H συνείδηση του ρατσιστή, κατά τον Joseph Gabel, είναι «πλαστή», δηλαδή, αλλοτριωμένη, πραγμοποιημένη, και δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο διαλεκτικά αλλά ταυτολογικά. Στο «Κυνηγώντας τα όνειρά τους» αναφέρεται, εκ νέου, στο προσφυγικό δράμα ο Μαργιόλας εστιάζοντας στις προσωπικές ιστορίες του Κασίμ από την Αφρική, που μαστίζεται από τον υποσιτισμό, του Γιουσέφ από την Παλαιστίνη, που αποτελεί εμπόλεμη ζώνη και της Αμίνα, που παλεύει να μη «ναυαγήσει» η ζωή της στον υγρό τάφο της Μεσογείου. Σκέφτομαι πόσο υπεράνω πάσης υποψίας είναι σήμερα εκείνοι που στοχοποιούν «της γης τους κολασμένους». Μικρά μεγέθη, μεγάλοι σταυροί. Γράφει ο σύγχρονος ποιητής Θεοφάνης Παναγιωτόπουλος στο «Μπλάκ Νόμπελ»: «Σκοτεινό το υπόγειο. Πέντε-έξι μπουκάλια μπύρες στο περβάζι, μια διμοιρία στη γωνία και στην τηλεόραση ένας ποιητής που λυσσάει για Νόμπελ. Στον πάνω όροφο η αγία οικογένεια, κάθε Κυριακή στην εκκλησία και κάθε βράδυ ξένοι κάτω από την ίδια στέγη. Απέναντι ο νεαρός Σύριος με τα μελαμψά του πόδια γυμνά και γυαλισμένα ναι! Εκεί θα έδινα το νόμπελ». Όπως είχα γράψει και στην ποιητική συλλογή του Μαργιόλα Απ’ το Λαούτο στο Ψαλτήρι, ο Ηλίας σταθερά και με ενσυναίσθηση στα έργα του, στη στερεοτυπική εικόνα του Άλλου ως εχθρού, αντιτάσσει μια εικόνα του ξένου εν διωγμώ.

Ο Μαργιόλας στην «Αίτηση προς τον Δήμο» μυκτηρίζει την κοινωνική και πολιτική αναλγησία με αφορμή την ιστορία ενός αστέγου, ο οποίος, ύστερα από την κωλυσιεργία των αρμοδίων βρέθηκε νεκρός. Αντιμέτωπη με τις διαχρονικές παθογένειες του κράτους έρχεται και η θεία Τασούλα στην «Αίτηση συνταξιοδότησης». Εύλογα αναρωτιέται, κανείς: να κατοικείς στον κόσμο ή να σε κατοικούν οι κόσμοι;

Ο συγγραφέας, έχοντας και το προσωπικό βίωμα, το οποίο όμως είναι πλήρως ενσωματωμένο στο κοσμοείδωλο που πρεσβεύει, στρέφει τον αφηγηματικό του φακό και στα Άτομα με Αναπηρία (ΑΜΕΑ). Στο «Ο καθρέφτης μας» αναδεικνύει τα καθημερινά προ βλήματα που αντιμετωπίζουν οι συνάνθρωποί μας με κινητική αναπηρία, παρά τα άλματα προόδου που έχουν συντελεστεί στο επίπεδο της τεχνολογίας και των επιστημονικών επιτευγμάτων. Στο διήγημα «Απόντες» το ζευγάρι κωφών καταγράφεται ως «ανώνυμη απώλεια», ενώ στο «Ο μεγάλος μαραθώνιος» ο τυφλός Μαραθωνοδρόμος Βασίλης Πορφύρης αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο του έργου μαζί με τον Βασίλη Κοντομιχάλη, τον αρσενικό εκείνο χαρακτήρα, ο οποίος παρουσιάζεται στα εφηβικά του χρόνια, μέσω της ευθείας αφηγηματικής δήλωσης, ως «αμέτοχος στις σχολικές εκδηλώσεις, ευέξαπτος, είρων». Πρόκειται για το πρόσωπο που δέχεται ρατσιστικά πυρά για την καταγωγή των γονιών του και για τη σκηνοθεσία του σώματός του. Αμφότεροι, φτάνουν στο τέρμα. Ολοκληρώνουν τη διαδρομή. Παρατηρούμε ότι για τον Βασίλη Πορφύρη η τυφλότητα αποτελεί στη ζωή του παράμετρο και όχι όριο, για να χρησιμοποιήσω τον όρο που επιλέγει ο Γκανέζος Κοινωνιολόγος Kwame Anthony Appiah στην Ηθική της ταυτότητας. Επιδιώκει, δηλαδή, ο βασικός ήρωας να ζήσει και να ευτυχήσει ως τυφλός, όχι παρόλο που είναι τυφλός. Μια συνθήκη γίνεται ταυτότητα, ο τυφλός γίνεται τυφλός. Παράμετρο και όχι όριο για τη ζωή και για την επιτυχία της σε αυτή αποτελεί και για την έφηβη ηρωίδα η δια γνωσμένη μαθησιακή δυσκολία που αντιμετωπίζει στο διήγημα «ΔΕΠΥ με λένε». Στο «Το αριστερό μου χέρι και το δεξί μου πόδι» η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος περιγράφεται ως συμπλήρωμα του έργου του Δημιουργού.

Στο διήγημα «Η μόνη λύση» γίνεται μνεία στο “ακίνητο πέταγμα” της ανθρώπινης ψυχής. Ουρανοί που σέρνονται στο έδαφος καμιά ελπίδα δεν έχουν να γίνουν αστέρια: «κανένα αεροπλάνο δεν μπορεί να πε τάξει, αν το δέσουμε τόσο γερά στη γη». Στο «Ένα δάνειο» εξυμνείται η φιλία και η σημασία του μοιράσματος, της αποτίναξης του εγωκεντρισμού και της εγωπάθειας, της οικειοθελούς θυσίας για τον άλλον· όπως και στο «Τώρα που σας βρήκα». Τον θάνατο της ναρκισσιστικής αυτοσυμπάθειας και του εγωτισμού εισηγείται ο συγγραφέας και στο «Μια σκιά στο σπληθάρι του βράχου», όπως περιγράφεται μέσω της τριτοπρόσωπης, ετεροδιηγητικής αφήγησης: «Κι, ωστόσο, το νερό στο σπληθάρι του βράχου δεν αρκούσε μήτε να ποτίσει τα λουλούδια της, μήτε να πλύνει τα μάτια της και μήτε μπορούσε να βάλει μέσα τις χούφτες της να σώσει τα σπασμένα κομμάτια της σκιάς της». Στο «Αν» ο συγγραφέας παρωθεί τους ανθρώπους στην Τόλμη και στη διεκδίκηση: «έτσι είναι η ζωή μια σειρά ανεκπλήρωτων ταξιδιών». Αν τολμήσεις, θα ζήσεις στην ώρα σου. Η ίδια ατμόσφαιρα, με το υποφώσκον ερωτικό στοιχείο, επικρατεί και στα διηγήματα «Μας χαιρέτησε ο κύριος Νίκος, μαμά…;» και «Το ραντεβού». Στο «Ήταν ένας» το αφηγούμενο εγώ αισθάνεται αποτροπιασμό για τον θάνατο που περιφέρεται «μπροστά στα σπίτια των παιδιών». Συνομιλεί στο σημείο αυτό ο Μαργιόλας με το ποίημα «Σχήμα της απουσίας» του Γιάννη Ρίτσου, στο οποίο διαβάζουμε: «Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους. Τριγυρίζουν εκεί. Μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει, σαν να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο». Συνδιαλέγεται, όμως, και με τους Τάφους του Παλαμά, ποιητική σύνθεση στην οποία το πεθαμένο παιδί δεν έχει μια, αλλά πολλές διαστάσεις. Είναι ένα πολλαπλό «εσύ»: δεν είναι μόνο το παιδί στο οποίο απευθύνεται ο «ομιλητής», αλλά και τα αγαπημένα μέλη του σώμα τός του, το πρόσωπο, τα μάτια, το στόμα, τα χέρια, τα μαλλιά: «Άφκιαστο κι αστόλιστο του Χάρου δε σε δίνω. Στάσου με τ’ ανθόνερο την όψη σου να πλύνω. Το στερνό το χτένισμα με τα χρυσά τα χτένια, πάρτε απ’ τη μανούλα σας, μαλλάκια μεταξένια, μήπως και του Χάροντα, καθώς θα σε κοιτάξη, του φανής αχάϊδευτο και σε παραπετάξη!». Ο συγγραφέας, πάντως, του Ένα πορτοκάλι για την Αβγιάκα και άλλα διηγήματα, με όχημα τον θάνατο των παιδιών, ακινητοποιεί τη νεότητα και αιωνοποιεί την ομορφιά. Είναι και ο ίδιος, άλλωστε, ένας υπερεκχειλίζων έφηβος, όπως, εκτός των άλλων, μαρτυρά το νεανικό σφρίγος της γραφής του.

Στο «Αν ήταν μια ανθρώπινη φωνή» ό,τι προέχει είναι η μοναξιά, η βαθιά σιωπή. Ο εσωτερικός λυγ μός των απωλειών που «αγριεύουν» το μέσα μας. Όλα εκείνα τα «Αντίο» που δεν περιφρουρήσαμε. Όπως και στο «Περιμένοντας το πλοίο της γραμμής», στο «Απρόσκλητος ήρθε», στο «Τηλεφώνημα», «Στο σπίτι της σιωπής», στο «Άνθρωπος με το Ακορντεόν». Ο συγγραφέας-αφηγητής μοιάζει να ασκείται εντός της σιωπής σφίγγοντας το χέρι του Άγγελου Σικελιανού. Στο επιμέρους ποίημα του Αλαφροΐσκιωτου του ποιητή «Ψηλότερα» ο Σικελιανός καταθέτει: «όλα η ορμή μου τ’ άγγιξε, έψαξεν όλο ως αστραψιά το διάστημα, το αγκάλιασε σε άκρες σιωπές, […] Την άπειρη εδοκίμασα σιωπή αλαφρός και διάφωτος, […] δηλώνει στον «Ασφοδελώνα» και στις «Ραψωδίες του Ιονίου»: «μες στη σιωπήν ερίζωσα». Στη «Μετάληψη του Ελευσίνιου Κυκεώνα» από τη Συνείδηση της Πίστης, ο ποιητής χαρακτηρίζει τον εαυτό του θεωρό –που σημαίνει πως έφτασε στην τελευταία βαθμίδα της μύησης και μεταλαβαίνει του κυκεώνα ντυμένος της σιγής μου [του] το λινό, μεταφορά που, όπως επισημαίνει η Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, δηλώνει βέβαια την άσκηση, την εσωτε ρική άσκηση μέσα στη σιωπή, μια και το λινό υποδηλώνει τα ενδύματα των ιερέων, διότι, όπως μαρτυρεί ο Ηρόδοτος: «ου μέντοι ες γε τα ιερά εσφέρεται ειρίνεα ουδέ συγκαθάπτεταί σφι ου γαρ όσιον ομολογέουσι δε ταύτα τοίσι Ορφικοίσι καλεομένοισι και Βακχικοί σι, εούσι δε Αιγυπτίοισι και Πυθαγορίοισι ουδέ γαρ τούτων των οργίων μετέχονταν όσιόν εστι εν ειρηνέοισι είμασι θαφθήναι, έστι δέ περί αυτών ιρός λόγος λεγόμενος.

«Αλαφροΐσκιωτος» είναι και ο ήρωας του διηγήμα τος του Μαργιόλα «Αδιάβαστη ζωή» που παραδίνεται στο τέλος στις νεράιδες, αλλά και ο Γιωργής από το «Κατ’ εικόνα και ομοίωση» που βιώνει τη Θεοφάνεια στο εκκλησάκι του Άη-Γιώργη κατά τη διάρκεια μιας αναπάντεχης νεροποντής. «Αλαφροΐσκιωτη» και η Αλεξάνδρα του Γυριού του Πολίτη που παραπαίει (ή μήπως μετεωρίζεται με την προσγείωση και αίρεται με τον οργασμό;) ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα: «[…] Έφτασε στο σπίτι αλαλιασμένη, το φουστάνι της κουρέλι απ’ τα αγκάθια […] Οι γειτόνισσες τρέξανε να δούνε τι συμβαίνει. Σαν κάποτε ξανάρθε η μικρή στον εαυτό της και μπόρεσε να τους μιλήσει, διηγήθηκε πως είδε πάνω στα κλωνιά το κουτσοδαιμονάκι να μετράει τα φύλλα της συκιάς […] Στη θύμηση αυτή, τα δόντια της χτυπούσανε κι έτρεμε το πηγούνι της […]». Ψηλά στη λογοτεχνική «αγιοκατάταξη» τοποθετείται και ο ομώνυμος χαρακτήρας του βραβευμένου διηγήματος του Μαργιόλα «Ποιος ήταν ο Στάθης Βάβουλας». Σε αυτό το κείμενο, που διακρίνεται για την αφηγηματική του τόλμη και τη ζωντάνια των περιγραφικών και διαλογικών του μερών, βλέπουμε πώς ευεργετεί κανείς με τη σιωπή, πώς σταυρώνονται οι Άγιοι, πώς οδηγείται κάποιος στη Θέωση παρακάμπτοντας χειρόγραφους ουρανούς. Η χρήση συμβόλων του χριστιανισμού συνεχίζεται και στο «Ο Ιησούς σταμάτησε κάτω απ’ το Χριστουγεννιάτικο δέντρο», όπου η μικρή Ελίνα, μαζί με τον παππού της, στολίζουν το δέντρο στο πάρκο της γειτονιάς καταργώντας το κακό και προασπίζοντας το όνειρο και τη φιλαλληλία· λειτουργώντας, δηλαδή, ως ένσαρκοι άγγελοι.

Ευκρινή απόηχο της εμβληματικής Eroica του Κοσμά Πολίτη αποτελεί το διήγημα «Ένας παραμυθάς», όπου μια παρέα εφήβων, όπως ακριβώς και στο μυθιστόρημα του κορυφαίου πεζογράφου της γενιάς του τριάντα, πραγματοποιεί διάφορους «άθλους» φορώ ντας τενεκεδένια περικεφαλαία. Είναι προφανές πως η τενεκεδένια περικεφαλαία υποσκάπτει την αντίληψη των νεαρών αγοριών για τον ηρωισμό και υπονομεύει κάθε έννοια ιδανικού. Μάλιστα, στην Eroica ο Παρασκευάς-αφηγητής, παρομοιάζει την τρουμπέτα των «ηρωικών» εφήβων με αυτές του σκουπιδιάρη και του γαλατά. Ούτε ο γαλατάς ούτε -ακόμη περισσότερο- ο σκουπιδιάρης είναι ήρωας, κι επομένως η παρομοίωση τείνει να υπονομεύσει εκ νέου την αντίληψη των αγοριών περί ηρωισμού. Στο διήγημα του Μαργιόλα τονίζεται η αξία του παραμυθιού, ο ρόλος της παραμυθίας στην ψυχική καταλλαγή και την ηθική μεταρσίωση του ανθρώπου. Ο Πολίτης, ο πιο συγκινησιακά φορτισμένος μυθιστοριογράφος της γενιάς του τριάντα, το λέει καθαρά: «Τα παραμύθια μένουν αληθινά για πάντα στους αιώνες των αιώνων. Στην αρχή της δημιουργίας ήταν το παραμύθι».

Η παιδική αθωότητα καθίσταται εναργής και στη «ζωγραφιά της Αλίκης», αλλά και στην «Έκθεση της Ε΄ Δημοτικού», διήγημα στο οποίο κυριαρχεί σε μεγάλο βαθμό το χιούμορ και ο σαρκασμός· όπως και στο «Επίσκεψη στην αγορά του Ρέντη», όπου μια παρέα νέων αγοριών, μέσω μιας σειράς ευτράπελων επεισοδίων καταλήγει σε «συμπεράσματα για την οικονομική διαχείριση, την αυτοσυγκράτηση των παρορμήσεων μας, για την κοινή ευθύνη μας». Στο «Η ρόδα», που κυλάει μόνη, κατά βούληση, […] και γίνεται ένας τρομερός εφιάλτης, έστω για ένα παιδί εφτά χρονών» οδηγούμαστε συνειρμικά «στου κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν» του κατατυραννούμενου από τον πόθο του έρωτα, Ερωτόκριτου. Η Ρόδα, εδώ, όπως και η μπάλα, σε άλλα κείμενα, παραδείγματος χάρη στη Φανέλα με το εννιά του Κουμανταρέα, αποτελεί κομβικό στοιχείο της μυθοπλασίας, συμβολικό «τόπο», και συνάπτεται άμεσα με τη χαρακτηρολόγηση του ήρωα, τη σχέση του με τη ζωή και με τα άλλα πρόσωπα της αφήγησης. Το παιχνίδι της ρόδας-μπάλας είναι ομόλογο με το παιχνίδι της ζωής των προσώπων και συν δέεται με τη γυναίκα, με τον έρωτα, αλλά και με τον νόστο της παιδικής ή νεανικής ηλικίας. Η αφήγηση, με άλλα λόγια, γίνεται η τοπογραφία της ανάδειξης μέσα στη συνείδηση του προσώπου του εξωτερικού αλλά και του εσωτερικού κόσμου.

Στο διήγημα που τιτλοφορείται «Η δύναμη μιας λέξης» η αφήγηση εστιάζει στην ερωτική αφύπνιση των εφήβων. Μια λέξη, που είναι γραμμένη στην άμμο, διεγείρει τις αισθήσεις και τη φαντασία των αγοριών και σηματοδοτεί την εξοικείωσή τους με τον κόσμο της γυναίκας, όπως ακριβώς συμβαίνει στο Τέρμα, το ημιτελές μυθιστόρημα του Πολίτη, όπου η θέα της Σόφης στην παραλία, αυτής της «διάφανης, γυάλινης σαύρας», ενεργοποιεί το σεξουαλικό ένστικτο των τριών ατίθασων χωριατόπουλων. Η γυναίκα, σε μεγάλο μέρος του έργου του Μαργιόλα, αποτελεί ένα αισθηματικό ενύπνιο, μια λυρική ρέμβη, μια νοσταλγία. Είναι η αιώνια Γυναίκα, η Νέα Εύα. Όπως η «Ανθεπώλεσσα», η οπτασία που κατακλύζει τη σκέψη του ήρωα του εν λόγω διηγήματος και πλάθεται στον νου του με τα υλικά του συμβόλου της αιώνιας ομορφιάς: « Ήταν, λοιπόν, μια γυναίκα, ένα κορίτσι ίσως, μια ανθοπώλισσα με μια αγκαλιά χειμωνιάτικα λουλούδια, φρέζιες φρεσκοανθισμένες, κρίνους της Παναγιάς ξεγελασμένους κι άσπρα κλαδιά αμυγδαλιάς… Ποια ήταν πίσω απ’ τη

φωνή; Πώς χάθηκε μέσα στην ομίχλη της;». Η «Ανθεπώλεσσα» του Μαργιόλα συνομιλεί με την ξωτική, μαγική «ανθογυναίκα» του Λευκαδίτη ποιητή, Άγγελου Σικελιανού: «Μες στο βυθό αν επέσανε και των Σειρήνων οι ύμνοι, μα όμοια και σένα, πυργωτό σαν την αρχαία τριήρη με το λευκόν ανάγλυφο της Νίκης εις την πρύμνη, κάποιος μαγνήτης στ’ ανοιχτά γυρεύει να σε σύρει». Ο Μπρετόν στον Τρελό Έρωτα θα εισαγάγει την απόλυτη παρουσία της γυναίκας μέσα στην εμβάθυνση των υπαρξιακών εμπειριών, λέγοντας: «Από δω τα πάντα ξεκινούν ξανά, από δω ακτινοβολούν –πρέπει να σωπάσω– πολλοί λόγοι για να αναμείξω σ’ αυτή τη διήγηση όλους τους χρόνους του ρήματος είμαι».

Στο ύστατο ποίημα της συλλογής που επιγράφεται «Οι φωτογραφίες», μέσω της πρωτοπρόσωπης, ομοδιηγητικής αφήγησης, ο αυτοδιηγητικός αφηγητής επιχειρεί μια βουτιά στο παρελθόν. Αναζητά τον εαυτό του μέσα από τις φωτογραφίες των αγαπημένων του, πεθαμένων προσώπων. Μαζεύει, θα έλεγε κανείς, τα πρόσωπα που κατάπιαν οι κορνίζες. Επιδιώκει, μέσω της καταβύθισης στο παρελθόν, να σφυρηλατήσει το νέο του κοσμοείδωλο και να τεθεί στην υπηρεσία του. Τόσο στις «Φωτογραφίες» όσο και στο «Σπίτι της σιωπής», η απουσία είναι πιο πραγματική από την παρουσία: «πάντα παρούσα η απουσία σου», διαβάζουμε στο τελευταίο. Στον Απόγονο του Θανάση Πετσάλη, η Μαρία Πάρνη, επιφέροντας ένα καίριο πλήγμα στον «μύθο;» για ένδοξη συνέχεια των γενεών, λέει για τον προδιαγεγραμμένο εκφυλισμό των οικογενειών: «Δεν εκφυλίζεται η ανθρωπότητα, ά μπα, οι οικογένειες εκφυλίζονται, και με τις οικογένειες οι τάξεις. Εκφυλίζονται, αφού δώσουν ό, τι είχαν να δώσουν. Και έρχονται άλλες οικογένειες, ώσπου να εκφυλιστούν και κείνες, και έπειτα ακόμα άλλες, και άλλες οικογένειες […]». Όπως σημειώνει η Β.Didier: «Ξαναβρίσκω την παιδική ηλικία σημαίνει ξαναβρίσκω όντα, που πολύ συχνά ανασταίνονται μέσα από την ανάκληση μιας κάποιας οικογενειακής συνέχειας». Η ανάκτηση της χαμένης Εδέμ είναι διαρκές ζητούμενο σε τούτο το έργο του Μαργιόλα. Γράφει η βραβευμένη ποιήτρια, Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, στο «Πνεύμα του Θέρους Ι»: «Μακρινός ορίζοντας η παιδική ηλικία… που, όσο κονταίνει, τόσο πιο ψηλά πετάει… το εξωτικό πτηνό της». Απαιτείται, όπως φαίνεται, η σύνταξη και η υπογραφή μιας «Νέας Διαθήκης Αθωότητας» ανάμεσα στους ποιητές και την οικουμένη. Για να πετάξουμε όλοι ίσια…

Στο διήγημα «Απ’ τη στήλη της εφημερίδας» περιγράφονται με ευκρίνεια τα σημεία των καιρών: η βία του πολέμου, η αγάπη, η παράδοση, η μοναξιά που θριαμβολογεί, η φαλκίδευση των γεγονότων από τα επικοινωνιακά χαλκεία, η ανάγκη του κόσμου για αισιοδοξία και όραμα. Στα «Αποσπάσματα από τα μαθήματα του Θεόφιλου» τονίζεται, εκ νέου, η αξία της παράδοσης, η νοσταλγία, η μάνα ως υπέρτατο ιδεώδες, η φτώχια, η αρμονική συνύπαρξη του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος. Εξαίρεται ο ρόλος της τέχνης στην ηθικοπνευματική ελευθερία του ανθρώπου και στην κατάλυση της μοναξιάς. Στις «Εικόνες» προβάλλεται, μάλλον υποβλητικά, η υποκειμενική, προσωπική ματιά των ανθρώπων απέναντι στα μείζονα συμβάντα της ζωής τους. Είναι το σύντομο αυτό διήγημα κι ένα κεκαλυμμένο κατηγορώ στη διαφαινόμενη, τίμια διαπόμπευση από τον σύγχρονο big brother. Έτσι δε λέγεται πια «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας;». Στο «Αυτός που έτρεχε», μέσω της μηδενικής εστίασης, γίνεται μνεία στον άνθρωπο που τρέχει να προλάβει τη ζωή, το όνειρο, την παραίτηση: «Σε κάθε κάλεσμα της καρδιάς του έτρεχε, πάνω στις ράγες της ζωής του έτρεχε, με το πρώτο αυτοκίνητό του έτρεχε. Είπαν με διακόσια έτρεχε». Στο «Ευχαριστώ Δημοσθένη» περιγράφεται η σχέση στοργής και αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πρωταγωνιστή Φίλιππο Καρύδη και τον δεκατετράχρονο γάτο του. Το κατοικίδιο αποτελεί το σήμα κατατεθέν του βασικού χαρακτήρα του διηγήματος. Το «Ευχαριστώ Δημοσθένη» αποτελεί κι έναν ύμνο στους απόμαχους της ζωής. Αναφερόμενος ο ήρωας στο τι σηματοδοτεί για τον ίδιο η συνταξιοδότησή του, λέει: «Συρρικνώνονται τα σχέδια και ο ορίζοντάς σου». Η φιλία τοποθετείται ψηλά, ίσως πιο πάνω από τον έρωτα στο σύνολο των διηγημάτων του Μαργιόλα, στο «Δόξα τω θεώ, όλα καλά». Το διαμελισμένο σώμα του νεκρού προσώπου του έργου σκιαγραφεί άρτια και αποτελεί αντικαθρέφτισμα του ψυχικού κατακερματισμού που βιώνει ο έτερος φίλος του διηγήματος. Στον «Εθνικό Διαγωνισμό Λογοτεχνίας» θέτει, ο συγγραφέας, δειλά τα πρώτα ηθικά διλήμματα, όπως αυτά ανακύπτουν, από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Υπακούει απλώς σε εντολές η μηχανή ή αναπτύσσει συνείδηση;

Στο «Ραβδί» παρακολουθούμε την εμβληματική σχέση του ηλικιωμένου Κώστα Ντούσια με το ραβδί από αγριελιά. Ραβδί που τον συνοδεύει ως την τελευταία του κατοικία (μήπως η τελευταία μας κατοικία μάς συνοδεύει;). Ίσως σε τούτο το πεζογράφημα, το ραβδί να αποτελεί ένα σύμβολο κύρους, μέσω του οποίου μεταδίδεται μια κοινωνική πληροφορία και να προβάλλεται μια ιδιαίτερη αξίωση για κύρος, τιμή ή επιθυμητή ταξική θέση-μια αξίωση που μπορεί να μην εμφανιζόταν αλλιώς ή, αν εμφανιζόταν αλλιώς, να μη γινόταν αυτομάτως δεκτή, για να παραπέμψω στον ορισμό του «συμβόλου στάτους» στο Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, του Καναδού κοινωνιολόγου Erving Goffman. Στο «Η κηδεία ενός επιφανούς ανδρός», όπου ο θάνατος του κεντρικού ήρωα αποκαλύπτει ότι δεν ήταν καθηγητής, αλλά ένας υπάλληλος του δήμου της πρωτεύουσας, πραγματώνονται οι, έμπλεοι φιλοσοφικού στοχασμού, στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη από το «Φωτισμένο Παράθυρο»: «Λοιπόν, τι απόμεινε; Ένας άλλος έζησε τη ζωή μας και τώρα πρέπει εμείς να πεθάνουμε στη θέση του».

Αναφορικά με τις συγγραφικές αρετές του Ηλία Μαργιόλα θα τόνιζα ότι δημιουργεί αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες, οι οποίοι μεταφέρουν στην αφήγηση την αίσθηση του τόπου και του χρόνου. Πρόκειται για χαρακτήρες που εμπεριέχουν σε μεγάλο βαθμό την αρχή της ίδιας τους της ακεραιότητας και διακρίνονται για την ευκινησία του ψυχικού στοιχείου. Στα διηγήματά του χρησιμοποιεί την τριτοπρόσωπη ή την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Απ’ το συγγραφικό του οπλοστάσιο ξεχωρίζουν ακόμη, το διάχυτο χιούμορ, η αφηγηματική ευχέρεια, η ανάδειξη του καίριου στις λεπτομέρειες, η οξύτητα του πνεύματος, η αμεσότητα της γραφής, η σπιρτάδα, ο χυμώδης ρυθμός, η πλούσια και εύστροφη φαντασία, το καινοφανές ύφος και μια γλώσσα απαλλαγμένη απ’ τους νόμους της κομψοέπειας, της καλλιλογίας και του στείρου επιστημονισμού· μια γλώσσα ρέουσα και «αιμάσσουσα»· «μία γλώσσα που τελικά είναι και ο ήρωας και η δράση και η ιστορία». Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα τη ζωντάνια, την παραστατικότητα στην κίνηση των διαλογικών και περιγραφικών μερών. Η αφήγηση στα διηγήματα του Μαργιόλα αρδεύει από τη βιωμένη εμπειρία, την οποία αναδιοργανώνει μυθοπλαστικά. Το αφηγηματικό έργο, σε αρκετά σημεία, όπως είδαμε, «ζωγραφίζει» πρόσωπα που βρίσκονται σε διάφορες κοινωνικές ομάδες. Η σχέση του συγγραφέα με τους χαρακτήρες που πεθαίνουν, είναι σχέση κατανόησης, αφού ο Μαργιόλας μπορεί να είναι οικείος και ευφάνταστος μαζί τους. Ενώνεται μαζί τους σε μια βαθύτερη εσωτερική ζώνη.

Σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα ο κόσμος των παιδιών και των νέων αντιπαρατίθεται στον κόσμο των μεγάλων. Από τη μία οι αψίκοροι νέοι, τα θερμόμετρα της κοινωνίας, που κινούνται με τον ασίγαστο πόθο της αναζήτησης της αγνής μορφής· από την άλλη, οι «μεγάλοι», οι οποίοι βαδίζουν τον άδοξο δρόμο των συνθηκολογήσεων πάνω στον στίβο των αμαρτιών του χθες, προς ένα αύριο χωρίς ανησυχίες, χωρίς ιδανικά, χωρίς ομορφιά. Με όρους ψυχολογικούς και όχι βιολογικούς και «ημερολογιακούς», είναι ο Μαργιόλας, όπως τόνισα παραπάνω, ένας υπερεκχειλίζων έφηβος. Είναι, για μένα, ο κηπουρός στο «ήθελε μια δουλειά να τον χορταίνει». Ο πατέρας της Μόνικας, στην Eroica του Πολίτη, βλέποντας πως το κυρίως, το καθαυτό περιβόλι ξεραίνεται από έλλειψη νερού, θα διοχετεύσει το νερό από το κρυφό, ιδανικό περιβόλι της ηδονής, το οποίο θα μαραθεί· το ιδανικό, το όνειρο, θα θυσιαστεί για να σωθεί η πραγματικότητα. Πιστεύω ότι ο Ηλίας δε θα θυσίαζε ποτέ το όνειρο στο «τέρας» της πραγματικότητας. Δε θα άφηνε ποτέ το ιδανικό να μαραθεί.

Το βίωμα του Ηλία Μαργιόλα, καθώς σε αρκετά διηγήματά του αυτοπαρουσιάζεται, τον βοηθά να αναχθεί στον χώρο μιας ουσιαστικής εποπτείας της Αλήθειας, να βρει το αιώνιο, το κοσμικά αληθινό, να αποκτήσει μια «ενιαία και μείζονα συνείδηση της ζωής». Αποτυπώνει στο χαρτί (ή μήπως στον χάρτη του;) τις σκέψεις του, τη ζωή του, το κοσμοείδωλο που πρεσβεύει, με την ειλικρίνεια της μνήμης. Όπως ο Σικελιανός και ο Bruno, βαδίζει κι αυτός το ίδιο μονοπάτι: μοναχικό, σταυρικό. «Έτσι ο θεός που κρύβεται βαθιά μου, στις ξαφνικές μου λύτρωνε στροφές το ιερό παραμιλητό», γράφει ο Σικελιανός. Πιστεύω πως ο συγγραφέας ορκίζεται στα λογοτεχνικά του πρόσωπα και πως το δικό του «Βασιλεύ Ουράνιε» είναι η συχνά παρατιθέμενη πρόταση του Proust για τη συνείδηση: «Αληθινή ζωή, ζωή επιτέλους εξερευνημένη και διαφωτισμένη, η μόνη ζωή συνεπώς πραγματικά βιωμένη, τέτοια ζωή είναι η λογοτεχνία».


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια