Καθρεπτάκια - Καθρεπτάκι | Ένα διήγημα της Ελευθερίας Παναγιωτοπούλου



“Να μην ξεχάσετε να ανεβείτε στο κατάστρωμα μόλις αποπλεύσει το πλοίο, είπε η θεία η Ζωή, πόντια σύζυγος του ικαριώτη θείου. Έμενε σε σπίτι, στην άκρη του Ευδήλου, με τη χωμάτινη βεράντα, που τη σκίαζε η πολύκαρπη συκιά και που τα κάγκελα τα κάλυπταν κόκκινα γεράνια”.

Έκδηλη η απορία μου. Είχαμε έναν δύσκολο αποχαιρετισμό, με την αίσθηση ότι έναν ολόκληρο χρόνο το σπίτι και οι άνθρωποι του θα μας περίμεναν, αν και ήξερα ότι μόνο ο πεθερός μου θα έμενε στο τέλος, μόνος να μας περιμένει.

Σταθήκαμε στην κουπαστή του πλοίου, ακούγαμε τις ανακοινώσεις, ότι το πλοίο αναχωρεί. Σύντομα η άγκυρα ανυψώθηκε και ξεκίνησε ο απόπλους. Και εκεί που βγαίναμε από το λιμάνι του Ευδήλου, οι ματιές μας έπεσαν στο σπίτι. Είδαμε κάτι να στραφταλίζει. Η θεία η Ζωή μας αποχαιρετά, κάνοντας παιχνίδια με την αντανάκλαση του ήλιου στο καθρεπτάκι. Χαρά, συγκίνηση, αλλά και απορία. Γιατί; ήταν κάτι που γινόταν συχνά; Ήταν μία δική της συνήθεια ή μία συνήθεια που έκαναν κι άλλοι;

Χρόνια μετά, τόσα όσα χρειάζονται μάλλον για να μπορέσει κάποιος να σταθεί σε μια στιγμή που τον εντυπωσίασε, έρχονται προφορικές μαρτυρίες, διαβάσματα, ακούσματα και καταγραφή.

Κι όπως κάποια μέρα χωρίς καμιά ειδοποίηση σταματάμε να παίζουμε, τουλάχιστον όπως συνηθίζαμε να παίζουμε, σταματάμε να δίνουμε σημασία στα παιχνίδια που αγαπούσαμε, έτσι και μία συνήθεια σβήνει αν δεν υπάρχει ανάγκη, αν δεν έχει μεταφερθεί από γενιά σε γενιά λόγω παράλειψης, αδιαφορίας, ή όταν η μετάδοσή της στις επόμενες γενιές θεωρήθηκε περιττή. Δεν λέω ότι όλα τα πράγματα, που συνέβαιναν στο παρελθόν πρέπει να συνεχίζονται. Απλά θεωρώ ότι κάποια μπορούν να μεταφέρονται από στόμα σε στόμα, να ακούγονται, και να γράφονται.

Η συνήθεια είναι μεγάλο πράγμα, όταν δεν είναι ιδιωτική αλλά συμμετέχουν πολλοί. Η Ικαρία ακούγεται για διαφορετικούς λόγους ανά τους αιώνες. Για τον μύθο με τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο και την πτώση του δεύτερου στο πέλαγος, έτσι ώστε να μπορέσει να μετονομαστεί το νησί από Δολίχη Ικαρία και το πέλαγος Ικάριο, για τις θερμές πηγές της, για τον τρόπο που μετακινήθηκαν οι κάτοικοι την περίοδο που κυριαρχούσαν οι πειρατές στη θάλασσα και έφτιαχναν σπίτια μονόχωρα μακριά από τις ακτές. Επίσης, για το ότι υπήρξε τόπος εξορίας πολιτικών κρατουμένων, μιας και το νησί ήταν στην άγονη γραμμή και μακριά από την πρωτεύουσα, καθώς για τα καλοκαίρια που όλοι μιλάνε για τα πανηγύρια της, τη μέθεξη, και την επικοινωνία με το θεό Διόνυσο.

Η Ικαρία είναι μακρόστενο νησί με βουνά, φαράγγια, η επικοινωνία λόγω απόστασης γινόταν στα αρχαία χρόνια με τις γνωστές φρυκτωρίες, με φωτιές τη νύχτα και καπνό την ημέρα με σκοπό τη μεταφορά και τη γνωστοποίηση κάποιων πραγμάτων, βάσει κώδικα. Αυτό συνέβαινε στη στεριά.

Χρόνια μετά, όταν πολλοί κάτοικοι του νησιού άρχισαν να ταξιδεύουν, να φτάνουν στα καράβια με βάρκες, βρήκαν έναν άλλον τρόπο επικοινωνίας, επιβεβαιώνοντας την παρουσία τους, το ενδιαφέρον για τους ναυτικούς τους, το ευχαριστώ για τα καράβια και τους καπεταναίους που με αντίξοες συνθήκες έφταναν στο νησί. Κάθε φορά που περνούσε καράβι, που απέπλεε ή κατέπλεε, κουνούσαν καθρεπτάκια στον ήλιο. Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για παιδικό παιχνίδι. Κι όμως ήταν η επικοινωνία ενηλίκων, που γινόταν συλλογικά τουλάχιστον για 60 χρόνια. Εγώ το συνάντησα το 2003, τότε που η θεία Ζωή ήθελε να μας πει ένα ακόμα γεια, καλό ταξίδι, και στο επανιδείν.

Και μερικά χρόνια μετά κάποιος/α στο Γιαλισκάρι χαιρέτησε το πλοίο, εμάς, τους άλλους, όλους. Και ο καπετάνιος ήταν “διαβασμένος” και απάντησε με συριγμούς. Σκέφτομαι ότι κάπου θα υπάρχει ένας κάτοικος, που θα κρατά ένα καθρεπτάκι, και θα θέλει να στείλει τα μηνύματα του μεμονωμένα, με έναν πιο συναισθηματικό, παραδοσιακό τρόπο, ακόμα και στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια