Γράφει η Μεταξούλα Μανικάρου
Ι.
Το Παντούμ: προέλευση, εξέλιξη και ποιητική δομή
Το παντούμ ή παντούν (γαλλικά pantoum, από το
μαλαισιανό pantun) είναι μια κλειστή ποιητική φόρμα με καταγωγή από τη
Μαλαισία. Αποτελούσε λαϊκή προφορική ποίηση, με ερωτικό-λυρικό ή
συμβολικό-διδακτικό χαρακτήρα. Στην Ευρώπη εισάγεται, τον 19ο αιώνα, μέσω των Γάλλων
λογοτεχνών (Βίκτωρ
Ουγκώ, Θεόφιλος Γκοτιέ, Σαρλ Μπωντλαίρ, Πως Βερλαίν, κ.ά.). Στην Ελλάδα η χρήση
του είναι σχετικά περιορισμένη (Κωστής Παλαμάς, «Η Λάμια» στο «Η πολιτεία και η
μοναξιά», 1912, Μάρκος Τσιριμώκος, «Της ζωής μου», «Εκ βαθέων», 1927, Γιώργος
Σεφέρης, «Παντούμ» στο «Τετράδιο Γυμνασμάτων», 1932). Η
Στέλλα Πετρίδου είναι από τις λίγες που αφιέρωσε ολόκληρη συλλογή σε αυτή τη
φόρμα (συνολικά 30 ποιήματα), ακολουθώντας πιστά τη δομή και τη μουσικότητά της.
Δομικά χαρακτηριστικά της ποιητική φόρμας: Το παντούμ αποτελείται από τετράστιχες στροφές, ο αριθμός των οποίων μπορεί να ποικίλλει από 4 ή περισσότερες σε σύγχρονες εκδοχές, όπως στο βιβλίο της Στέλλας Πετρίδου που είναι 8 τετράστιχες στροφές. Συνήθως πλεκτή ομοιοκαταληξία (ABAB ή ABBA ανάλογα με την παράδοση). Το κλειδί της γραφής του είναι η κυκλική αλυσιδωτή επανάληψη των στίχων, δηλαδή οι μισοί στίχοι κάθε στροφής επαναχρησιμοποιούνται στην επόμενη. Ο συγκεκριμένος κανόνας είναι ο εξής: ο 2ος και ο 4ος στίχος της πρώτης στροφής γίνονται ο 1ος και ο 3ος της δεύτερης. Το ίδιο μοτίβο συνεχίζεται σε όλες τις επόμενες στροφές. Το πιο απαιτητικό κομμάτι είναι το κλείσιμο του ποιήματος. Στην τελευταία στροφή, ο τελευταίος στίχος επαναλαμβάνει, τις περισσότερες φορές, τον πρώτο στίχο του ποιήματος. Έτσι, το ποίημα, κάνοντας έναν πλήρη κύκλο 360 μοιρών, «κλειδώνει» τον κύκλο. Αυτό δημιουργεί την αίσθηση ότι το ποίημα «γυρίζει» στον εαυτό του.
ΙΙ. Η ποιητική συλλογή
«Παντούμ»
Το βιβλίο ανοίγει με έναν πρόλογο
όπου η ίδια η ποιήτρια εξηγεί τους τεχνικούς κανόνες του παντούμ και τη
διαδρομή του στην ελληνική ποίηση, αφού πρόκειται για είδος σχετικά άγνωστο στο
ευρύ κοινό. Ακολουθούν 30 ποιήματα, όλα (πλην ενός) φτιαγμένα από 8 τετράστιχα
το καθένα, δηλαδή μια συνολικά απαιτητική, σχεδόν «αθλητική» άσκηση στη φόρμα.
Η συλλογή καλύπτει κλασικά, αλλά και
επίκαιρα θέματα με λυρική ένταση. Το ερωτικό βίωμα είναι ένας από τους
ισχυρότερους άξονες της συλλογής (π.χ. «Νύχτα γιορτινή», «Παραδείσου ζάλη», «Τ’
Αυγούστου πλημμύρα», κ.ά.). Ποιήματα για τη μητρική αγάπη, την ενηλικίωση και
τη νεότητα (π.χ. «Νέα πλεύση», «Μόλις
18!», «Νιότη»). Ο υπαρξιακός
στοχασμός και η φιλοσοφική ενατένιση εξυπηρετούνται μέσα από ποιήματα που
εξερευνούν την εσωτερική σύγκρουση, την ψυχική πάλη, την αυτογνωσία, την
αλήθεια, το ψέμα (π.χ. «Χειμώνες», «Οι στιγμές», «Γηραιές αλήθειες», «Κύκλος»,
κ.ά.). Προς το τέλος της συλλογής, η Πετρίδου στρέφει το βλέμμα της έξω από τον
εαυτό, αγγίζοντας σκληρά κοινωνικά, πολιτικά, ανθρωπιστικά και παγκόσμια
ζητήματα, όπως προσφυγιά, πόλεμος, βία (π.χ. «Μνήμες του Οκτώβρη», «Πρόσφυγας»,
«Δραπέτης θανάτου», κ.ά.).
ΙΙΙ. Το μότο και η
αφιέρωση ως ερμηνευτικό προοίμιο της συλλογής
Δύο στίχοι ως μότο που λειτουργούν σαν προοίμιο-πυξίδα για όλη τη συλλογή: «Εκεί ευωδιάζει το θαύμα της ποίησης, εκεί που η καρδιά χτυπά δυνατά χωρίς να φοβάται!». Το ρήμα «ευωδιάζει» και όχι «γεννιέται» ή «υπάρχει» παραπέμπει σε μια αισθητηριακή, σχεδόν σωματική εικόνα (άρωμα, άνθος). Γιατί η ποίηση είναι ένα «θαύμα», κάτι υπερβατικό και ίσως ιερό, που διεγείρει, κατακτά διακριτικά τις αισθήσεις και διαχέεται ως άρωμα. Δεν είναι απλώς τεχνική δεξιότητα, λογοτεχνική άσκηση και κάτι ψυχρό ή εγκεφαλικό. Η ποίηση είναι έκφραση χωρίς φόβο, χωρίς σύμβαση, χωρίς λογοκρισία του εαυτού. Εκεί όπου η καρδιά εκτίθεται, αποκαλύπτεται, πάλλεται ορμητικά. Και αυτή η ιδιαίτερα εύστοχη προγραμματική δήλωση ταιριάζει στη φόρμα του παντούμ, που εκθέτει τον ποιητή σε αυστηρούς κανόνες. Παρά την πειθαρχημένη «κλειστή» ποιητική φόρμα, η καρδιά μπορεί να βρει την ελευθερία και το θάρρος να εκφραστεί. Η υπογραφή, μάλιστα, «Σ.Π.» (τα αρχικά της ποιήτριας) δείχνει ότι δεν δανείζεται στίχο από άλλον ποιητή, αλλά αποτελεί μια χειρονομία αυτοπαρουσίασης.
Η πιο τρυφερή και προσωπική στιγμή
του βιβλίου είναι η αφιέρωση: «Αφιερωμένο στα τρία ομορφότερα ποιήματα της ζωής
μου, τα παιδιά μου». Εδώ αντιστρέφεται η συνήθης λογική ότι το ποίημα είναι το
«παιδί» του δημιουργού. Τα παιδιά είναι τα «ποιήματα», τα δημιουργήματα της
ζωής της και με τη χρήση του υπερθετικού «στα τρία ομορφότερα» αναδεικνύεται η
μη διαπραγματεύσιμη μητρική αγάπη. Και η αφιέρωση αυτή υλοποιείται στα δύο
ποιήματα της συλλογής ««Νέα Πλεύση» και «Μόλις 18!». Παράλληλα, τα παιδιά
αποτελούν αντίδοτο στη μελαγχολία των σκοτεινών θεμάτων της συλλογής. Έτσι
δημιουργείται μια διπλή ιεραρχία δημιουργίας: η λογοτεχνική/καλλιτεχνική
δημιουργία (το βιβλίο) και η βιολογική/συναισθηματική δημιουργία (τα παιδιά).
Συνεπώς, μότο και αφιέρωση
συγκροτούν τον αξιακό πυρήνα του βιβλίου. Το μότο διατυπώνει την ποιητική αρχή
της δημιουργού: παλμός ως ρυθμική επανάληψη, θάρρος ως ποιητική τόλμη, καρδιά
ως καρδιακός ρυθμός. Η αφιέρωση αποκαλύπτει την υπαρξιακή αφετηρία της ποίησης:
η μητρότητα ως κύκλος ζωής, τα παιδιά είναι «ποιήματα» που επιστρέφουν πάντα
στην καρδιά.
ΙV.
Εξώφυλλο
Το εξώφυλλο αποτυπώνει έναν ουρανό
στο μεταίχμιο της ημέρας και της νύχτας. Οι αποχρώσεις του γαλάζιου, του βαθιού
μπλε, σε συνδυασμό με τις μοβ και πορτοκαλί ανταύγειες υποδηλώνουν μια ώρα
μετάβασης, πιθανότατα το λυκόφως. Η χρωματική παλέτα δημιουργεί μια νοσταλγική,
μελαγχολική ατμόσφαιρα, καλώντας τον αναγνώστη σε μια εξομολογητική ανάγνωση. Στο
πρώτο επίπεδο εμφανίζονται σχεδόν αχνά, σαν σκιές, οι σκοτεινές σιλουέτες των
αγριολούλουδων. Τα λουλούδια, παρά την ευθραυστότητά τους, στέκονται όρθια,
παραπέμποντας μεταφορικά στην ανθρώπινη ύπαρξη, η οποία, παρά την ευαλωτότητά
της, εξακολουθεί να υψώνεται προς το φως. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το
ψηλότερο άνθος, που ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα, και ενδεχομένως συμβολίζει τον
άνθρωπο ή τον ποιητή, που εξακολουθεί να υψώνεται και να αναζητά νόημα στην
απεραντοσύνη του κόσμου.
Μέσα σε αυτή τη χρωματική ηρεμία, ο
τίτλος «Παντούμ», γραμμένος με θερμή χρυσοκίτρινη απόχρωση, λειτουργεί ως
σημείο φωτός. Το όνομα της ποιήτριας, «ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ», με κεφαλαία γράμματα, το
λογότυπο και το όνομα του εκδοτικού οίκου «Μετρονόμος», σε μικρογράμματη γραφή,
αποδίδονται με λευκή, καθαρή, σύγχρονη γραμματοσειρά, ενώ η θέση τους στο
αριστερό τμήμα του εξωφύλλου αφήνει το εικαστικό να κυριαρχεί.
V. Η ποιητική λειτουργία της επανάληψης
στο ποίημα «Πρόσφυγας»
Από την ποιητική συλλογή επιλέγουμε
το ποίημα «Πρόσφυγας» και εφαρμόζουμε την λειτουργία της επανάληψης σε
ενδεικτικούς στίχους. Η επανάληψη στο παντούμ δεν είναι διακοσμητική, ούτε
συνιστά τεχνικό εύρημα. Αντίθετα, συνομιλεί με νέους στίχους, λειτουργεί σαν
ρεφρέν ή επωδός, δίνει μελωδικότητα, ενισχύει και δίνει έμφαση στις εικόνες ή
στις ιδέες, αλλάζει τη συναισθηματική ένταση, παρέχει διαφορετικές σημασιολογικές αποχρώσεις. Ο τελευταίος,
μάλιστα, στίχος του ποιήματος είναι ίδιος με τον πρώτο, δίνοντας μια αίσθηση
ολοκλήρωσης/κλεισίματος, αέναης κίνησης, αιωνιότητας, σαν «φίδι που δαγκώνει την ουρά του».
Ανοίγω τα μάτια κι η πλάση μεγάλη.
Ποιος είμαι; Πού είμαι; Αφήστε με μόνο!
Μικρό πλασματάκι, σε μια άδεια αγκάλη,
γυρνώ σαν σπουργίτι γυμνό μες στον δρόμο.
Ποιος είμαι; Πού είμαι; Αφήστε με μόνο!
Το χθες ήταν κάτι κι εγώ μια κουκίδα,
γυρνώ σαν σπουργίτι γυμνό μες στον δρόμο,
με δίχως αγάπη, με δίχως πατρίδα.
Το χθες ήταν κάτι κι εγώ μια κουκίδα,
ζεστή μου εικόνα στης μνήμης τον κήπο,
με δίχως αγάπη, με δίχως πατρίδα,
καρδιά μου, πονάς και λογάς χτύπο χτύπο.
Ζεστή μου εικόνα στης μνήμης τον κήπο,
βαρύ το φορτίο κι η υπόσχεση κάρμα,
καρδιά μου, πονάς και λυγάς χτύπο χτύπο,
αντάμα στου χρόνου το αγέραστο άρμα.
Βαρύ το φορτίο κι η υπόσχεση κάρμα,
χαρά χρωματίζω στης μνήμης τ ’ αλώνια,
αντάμα στου χρόνου το αγέραστο άρμα,
τολμώ κι ας με ζώνουν του φόβου δαιμόνια.
Χαρά χρωματίζω στης μνήμης τ’ αλώνια,
καμπάνες σημαίνουν, ο κύκλος γυρίζει,
τολμώ κι ας με ζώνουν του φόβου δαιμόνια,
ποιος τάχα ο τρελός που στο θαύμα ελπίζει;
Καμπάνες σημαίνουν, ο κύκλος γυρίζει,
στου κόσμου τον χάρτη τα σύνορα αλλάζουν,
ποιος τάχα ο τρελός που στο θαύμα ελπίζει;
Το ψέμα του ατμός, μα οι ριπές του μου μοιάζουν.
Στου κόσμου τον χάρτη τα σύνορα αλλάζουν
κι εγώ, μια κουκίδα, αφήνομαι πάλι,
το ψέμα του ατμός, μα οι ριπές του μου μοιάζουν,
ανοίγω τα μάτια κι η πλάση μεγάλη.
Σύντομη απόδοση
του περιεχόμενου: Το ποίημα
«ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ» αποτυπώνει με λυρικό και βαθιά ανθρωποκεντρικό τρόπο το δράμα του
ξεριζωμού ενός παιδιού–πρόσφυγα. Το
παιδί ανοίγει τα μάτια σε έναν αχανή, ξένο κόσμο, χωρίς να ξέρει ούτε ποιος είναι ούτε πού βρίσκεται. Νιώθει μόνο, «σαν
σπουργίτι γυμνό μες στον δρόμο» και, έχοντας χάσει την πατρίδα, το σπίτι και τα
σημεία αναφοράς του, βιώνει την οδυνηρή εμπειρία της απώλειας της ταυτότητάς
του. Μέσα στη δίνη
του πόνου («καρδιά μου, πονάς και λυγάς χτύπο χτύπο»), καταφεύγει στη μνήμη και
ανασύρει ζεστές εικόνες από το παρελθόν, για να «χρωματίσει χαρά». Ακούει τις
καμπάνες που σημαίνουν
πως «ο κύκλος γυρίζει» και ο κόσμος αλλάζει σύνορα. Το παιδί αναγνωρίζει ότι
όσα του είπαν είναι ψέμα, παρά ταύτα κρατά μια επίμονη τόλμη, ανθεκτικότητα και
μια, σχεδόν παράλογη, ελπίδα για το «θαύμα». Το ποίημα κλείνει επιστρέφοντας
στην αφετηρία του («ανοίγω τα μάτια κι η πλάση μεγάλη»). Με αυτόν τον τρόπο, το
προσωπικό δράμα ανοίγει σε ιστορική/συλλογική διάσταση και τονίζει μια διαχρονική
πληγή της ανθρωπότητας.
Η επανάληψη ως ψυχικός
εγκλωβισμός και τραγική επιστροφή: Ο εναρκτήριος στίχος: «Ανοίγω τα μάτια κι η πλάση μεγάλη» αποτυπώνει την πρώτη επαφή του πρόσφυγα με έναν άγνωστο κόσμο.
Είναι ο φόβος και η αβεβαιότητα ενός ανθρώπου που βρίσκεται ξαφνικά αποκομμένος
από κάθε οικείο σημείο αναφοράς. Η
σημασία του στίχου αυτού που επανέρχεται ως τελικός στίχος της τελευταίας
στροφής έχει μεταβληθεί
ουσιαστικά. Ο πρόσφυγας, ύστερα
από όλες τις αναφορές στην απώλεια της πατρίδας, στην προσωπική περιπλάνηση,
στη νοσταλγία, στη συναισθηματική φόρτιση, καταλήγει ένα χαμένο και ευάλωτο παιδί
μπροστά σε έναν άγνωστο και αδιάφορο κόσμο. Συνεπώς, η επανάληψη αποκτά συμβολική διάσταση. Αναπαριστά τον αδιάκοπο
κύκλο του ξεριζωμού και της αναζήτησης μιας πατρίδας και επικυρώνει το γεγονός ότι η προσφυγική
εμπειρία δεν γνωρίζει οριστική λύτρωση, αλλά είναι ένας ατέρμονος κύκλος τόσο στη ζωή του ατόμου όσο και στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Η επανάληψη ως μηχανισμός συγκρότησης της ταυτότητας και έκφραση
του ψυχικού τραύματος: Το ποίημα ανοίγει με την υπαρξιακή ερώτηση: «Ποιος
είμαι; Πού είμαι; Αφήστε με μόνο!». Η επαναληπτική αυτή ερώτηση δεν αποσκοπεί
στην αναζήτηση μιας πραγματικής απάντησης. Αντίθετα, αποδίδει με ηχηρό τρόπο
την εσωτερική διάλυση του πρόσφυγα, ο οποίος έχει απωλέσει την ταυτότητά του.
Οι ίδιες σκέψεις επιστρέφουν αδιάκοπα και γίνονται υπαρξιακή κραυγή, διαπίστωση
και παραίτηση. Η επανάληψη αποτυπώνει με ενάργεια το ψυχικό τραύμα του
ξεριζωμού. Είναι η αδυναμία αυτοπροσδιορισμού, η σύγχυση, ο φόβος του ανθρώπου,
ο οποίος, έχοντας αποκοπεί από την πατρίδα και τον γνώριμό του κόσμο, καλείται
να ζήσει σε έναν κόσμο που φαντάζει ξένος και απειλητικός. Συνεπώς, η
επανάληψη αποδίδει την τραυματική
εμπειρία του εκτοπισμού και τη διαρκή αναζήτηση μιας χαμένης ταυτότητας.
Η επανάληψη ως μνήμη που επιστρέφει μέσα από διαφορετικές σημασιολογικές αποχρώσεις: Ο στίχος «Το χθες ήταν κάτι κι εγώ μια κουκίδα», στην πρώτη εμφάνισή του (2η στροφή), δηλώνει την ασημαντότητα του παιδιού, την ανυπαρξία του, που μηδενίζεται σε κουκίδα μέσα στη δίνη του ξεριζωμού και της καταστροφής. Ο ίδιος στίχος, στη δεύτερη εμφάνισή του (3η στροφή), συνομιλεί με τον στίχο «ζεστή μου εικόνα στης μνήμης τον κήπο», οπότε το νόημά του μετατοπίζεται, αποκτώντας άλλο συναισθηματικό πρόσημο. Το περιεχόμενο του στίχου μεταμορφώνεται, γίνεται φορέας νοσταλγίας και συναισθηματικής θαλπωρής, αποκτά θερμότητα και αποτελεί το μοναδικό αποτύπωμα μιας ανάμνησης της χαμένης ζωής. Ο στίχος αυτός, στην τελευταία εμφάνισή του (8η στροφή/τελευταία στροφή), αποκτά ακόμη βαθύτερη υπαρξιακή διάσταση. Η κουκίδα συμβολίζει πλέον τον άνθρωπο που παραδίδεται στη μοίρα του, στην αέναη περιπλάνηση σε έναν αχανή και αφιλόξενο τόπο.
Η επανάληψη ως έκφραση της ιστορικής
κυκλικότητας και της συλλογικής μνήμης: Ο στίχος «Καμπάνες σημαίνουν, ο κύκλος γυρίζει» (6η στροφή) σηματοδοτεί τη
διαρκή ροή του χρόνου και ο επαναληπτικός ήχος της λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι
η προσφυγιά και ο ξεριζωμός δεν αποτελούν ατομικές εμπειρίες, αλλά
επαναλαμβανόμενα φαινόμενα. Ο στίχος αυτός πλαισιώνεται και διευρύνεται ακόμη
περισσότερο από τον στίχο «στου κόσμου τον χάρτη τα σύνορα αλλάζουν» (7η
στροφή), αποκτώντας γεωπολιτική και ιστορική διάσταση: ο κύκλος της βίας, του
πολέμου γεννά διαρκώς νέες προσφυγικές διαδρομές. Η κορύφωση της σημασιολογικής
εξέλιξης αποτυπώνεται στο μοτίβο της κουκίδας «κι εγώ, μια κουκίδα, αφήνομαι
πάλι» (8η στροφή/τελευταία στροφή), όπου ο πρόσφυγας είναι μια ασήμαντη κουκίδα πάνω σε έναν χάρτη
που αλλάζει και καθορίζει τη μοίρα του, χωρίς τη δική του βούληση. Με αυτόν τον
τρόπο, η κυκλικότητα του χρόνου συνδέεται απευθείας με τη γεωπολιτική
αναδιάταξη συνόρων, δένοντας το προσωπικό-κυκλικό με το ιστορικό-συλλογικό.
VΙ. Το «Παντούμ»: μια ώριμη ποιητική
κατάθεση
Η Στέλλα Πετρίδου συνεχίζει με συνέπεια την επιτυχημένη άσκησή της σε αυστηρές και κλειστές ποιητικές φόρμες (π.χ. χαϊκού, λίμερικ, τάνκα, τριολέτο, σονέτο, ροντέλο) και τώρα με την απαιτητική και σχετικά σπάνια ποιητική φόρμα, το παντούμ. Το «Παντούμ» της Στέλλας Πετρίδου δεν μια απλή άσκηση τεχνικής δεξιοτεχνίας, ούτε, κατά το Σεφερικό, ένα «τετράδιο γυμνασμάτων». Είναι μια συνειδητή απόπειρα, ένα επιστέγασμα και μια δημιουργική κορύφωση της ποιητικής της διαδρομής, με σκοπό να αποδειχτεί ότι η πειθαρχία της δεσμευτικής ποιητικής αυτής μορφής συνυπάρχει αρμονικά με την ελευθερία του συναισθήματος. Το «Παντούμ» επιβεβαιώνει την ποιητική αρχή της δημιουργού ότι το αληθινό «θαύμα της ποίησης» μπορεί και «ευωδιάζει» εκεί όπου η καρδιά χτυπά δυνατά, χωρίς να φοβάται.

0 Σχόλια