Φωνήεν σε μπλάβο σύννεφο
Συγγραφέας: Δήμητρα Παλαπάνη
Επιμέλεια: Ιωάννα Καραμαλή
Ημερομηνία έκδοσης: 07/2026
ISBN: 978-618-5963-28-6
Σελίδες: 77
Εκδόσεις: Μετρονόμος
Η φθορά που προκαλεί το πέρασμα του χρόνου είναι αναπόφευκτη. Παρατηρείται παντού, στη φύση, στον άνθρωπο, στην ίδια τη ζωή. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να αποτρέψει την εμφάνισή της και δυστυχώς κανείς και τίποτα δεν μπορεί να την παρακάμψει. Όσο κι αν αντιστέκονται τα μάτια μπρος στη θέα της, αυτή επιμένει να επιβάλει φανερά την παρουσία της, προκειμένου να γίνει αποδεκτή. Τα περιθώρια αντίδρασης είναι τελικά μηδαμινά. Η αποδοχή είναι η μόνη επιλογή, για να προκύψει η ομορφιά της συνέχειας, που όμως γίνεται αισθητή μόνο σε κείνους που έχουν τη διάθεση να τη δουν και να την κατανοήσουν.
Η ποιήτρια Δήμητρα Παλαπάνη στη δεύτερη ποιητική της συλλογή, που κυκλοφόρησε μόλις τον Ιούλιο του 2026 από τις εκδόσεις «Μετρονόμος», με τίτλο «Φωνή σε μπλάβο σύννεφο», επικεντρώνεται στην εικόνα της φθοράς, όχι όμως με ματιά επικριτική, αλλά με διάθεση εξύμνησης της φυσικής εξέλιξης της ζωής, επισημαίνοντας το γεγονός ως μια υγιής διαδικασία εξέλιξης. Η περιγραφή της κατάληξης στα ποιήματά της προκαλεί δέος και θαυμασμό, αλλά και μια αναπόφευκτη μελαγχολία.
Αρχικά η ποιήτρια ξεκινά την αναφορά της ρίχνοντας την παρατηρητική ματιά της στα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου, στα φύλλα που, παρότι άλλαξαν χρώμα, δεν έχασαν την ευλυγισία τους, την ομορφιά τους και τη διάθεσή τους για ζωή. Η παρουσία τους εξακολουθεί να παρασύρει τις αισθήσεις σε ένα ταξίδι ωριμότητας, ώσπου να παραδοθεί το πνεύμα τους στην τελική του κατάληξη, στον θάνατο δηλαδή. Για να προκύψει η παύση της κίνησης και να επέλθει η σιωπή.
«Όμορφα πέφτουν τα φύλλα
εθισμένα στο αναπότρεπτο
της φθοράς του χρόνου.» (Σελίδα 12)
Η θλίψη για το τέλος δεν περνά απαρατήρητη φυσικά. Χάνεται η ζωή κι αυτό προκαλεί δυσαρέσκεια, έναν κόμπο στο στομάχι εκείνου που τη βλέπει να φεύγει. Η απουσία παίρνει τη θέση της παρουσίας, η σιωπή είναι το φυσικό επακόλουθο της απώλειας και ο χειμώνας που διαδέχεται κυριολεκτικά και μεταφορικά το φθινόπωρο νεκρώνει τα πάντα. Μια χειμερία νάρκη θέτει σε απραγία την ορμή, λαμβάνοντας ρόλο πρωταγωνιστικό. Η απώλεια τρέπεται σε συνθήκη μόνιμη πια και η μνήμη μένει στη θέση της αναπόφευκτα ως μοναδική συντροφιά της ψυχής που πονά, λυγισμένη καθώς είναι από το ασήκωτο βάρος των δακρύων της.
«Μα έφυγες απρόβλεπτα κι έμειναν
στα θραύσματα της αυγής τα νεκρά σημάδια.
Έσβησαν και οι γαλάζιες κοντυλιές
απ’ το σημειωματάριο της αθίγγανης σελήνης.» (Σελίδα 17)
Το ερωτικό στοιχείο είναι έντονο στα ποιήματα της συλλογής. Η ρομαντική πλευρά της ποιήτριας συμπορεύεται με τη νοσταλγική της διάθεση. Κι έτσι, προκύπτει κάτι υπέροχο. Το ζωντάνεμα της ερωτικής επιθυμίας την ώρα που η απουσία μονιμοποιείται και η μοναξιά γίνεται συνθήκη ανυπόφορη. Η μνήμη και πάλι αναπαράγει τις στιγμές. Η φυγή ως τελευταία ανάμνηση, ωστόσο, προκαλεί αθεράπευτο πόνο, αγωνία και συναισθηματικό μαρασμό. Η ελπίδα, από την άλλη, που ακόμα επιμένει να κρατά την πόρτα της ζωής ανοιχτή, προσδοκά στην επιστροφή του έρωτα, στην αναζωπύρωση της πεθαμένης φωτιάς του, στην απόλαυση των στιγμών που δεν κατάφεραν ποτέ να χορτάσουν ολόκληρη τη χαρά τους, στο μοίρασμα, στη συντροφικότητα.
«Κι εκείνη η μορφή η αέρινη, έγινε μακρινή ανάμνηση.
Χνάρι ευγνώμονος φιλιού, γνέψιμο μισής ελπίδας,
φωνήεν ποίησης σε μπλάβο σύννεφο ακροβολισμένο.» (Σελίδα 21)
Η ποιήτρια κάνει ειδική αναφορά και στη νιότη που φεύγει, περιπαίζοντας την αλαζονεία της, την ψευδαίσθησή της για αιωνιότητα, που όμως σε κανέναν δε χαρίζεται ως δώρο. Μια ειρωνική διάθεση φανερώνει ξεκάθαρα την παγιωμένη αλήθεια: τίποτα δε διαρκεί για πολύ, τίποτα δε μένει το ίδιο για πάντα.
Συμβολικός ο λόγος της ποιήτριας στο σύνολο της συλλογής, γεμάτος εικόνες, έντονο και γρήγορο ρυθμό και ανάμεικτα συναισθήματα. Η εμβάθυνση σε θέματα υπαρξιακού περιεχομένου είναι προσεκτική, ακριβής και απόλυτα μελετημένη, αφού ο στόχος είναι η αναζήτηση της ουσίας, της γνώσης, της πραγματικής αλήθειας που την αφορά. Κύριοι πρωταγωνιστές των ποιημάτων της είναι η μνήμη, η απώλεια, ο χρόνος, η μελαγχολία για το κενό που πίσω του αφήνει, η νοσταλγία του χθες, η ελπίδα ότι τίποτα δε χάθηκε ακόμα, αφού ακόμα η ζωή επιμένει να αναπνέει το πολύτιμο δώρο της ύπαρξής της. Το παρελθόν, ωστόσο, πρωταγωνιστεί στα σπίτια της περασμένης παιδικής ηλικίας, στον παλιομοδίτικο καθρέφτη, «αντικείμενο ακριβό παρελθούσης μνήμης», στα κλικ της στιγμής που εγκλωβίστηκε σε μια φωτογραφία, στα όνειρα που θεριεύουν τη νύχτα και αλλού.
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, η ποιήτρια εστιάζει το βλέμμα της ακόμα πιο προσεκτικά στη μνήμη, η οποία από προσωπική τρέπεται τώρα σε συλλογική. Εστιάζει φυσικά και στα απομεινάρια του τώρα, που κάποτε έσφυζαν από ζωή.
«Βλέπω τους απόντες της μεγάλης σιωπής
με τις σκιές τους πάνω στις ξερολιθιές
και στις μεγάλες πέτρες.
Να ακολουθούν τα χνάρια των χεριών
στις ανεμόδαρτες κουρτίνες,
αρνούμενοι να παραδοθούν στον αργό θάνατο
της μνήμης.» (Σελίδα 42)
Κι ύστερα πάλι η προσοχή της εστιάζει στα κίτρινα φύλλα που υποχωρούν μπρος στο αναπόφευκτο στάδιο της σήψης. Ο θάνατος καρποφορεί, γεννά απουσίες, μεγεθύνει τον πόνο της απώλειας. Μόνη παρηγοριά στέκει η μνήμη για να φροντίσει τις πληγές, για να αποδιώχνει τη λήθη, όταν αυτή επιχειρεί να επιβάλει καθολικά την παρουσία της με τη βία.
Η ποιήτρια αναφέρεται και στην άσχημη και σκληρή εικόνα του πολέμου, στον θάνατο που φέρνει μαζί του, παρουσιάζοντάς τον ως το απόλυτο τρόπαιο της νίκης του. Προσωποποιείται ο θάνατος για να αποδείξει ακόμα περισσότερο την τραγικότητά του, αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου να σταθεί εμπόδιο στον αδιάκοπο αγώνα που συντελείται εις βάρος του με στόχο την εξαφάνισή του.
«Περπατά ξυπόλητος ο θάνατος,
καρφιά αφήνει στο πέρασμά του
και εσύ πατάς στον ίσκιο του
να μετρήσεις τις πληγές του.» (Σελίδα 57)
Η ελπίδα πάλι κρατά τη σκέψη ζωντανή, για να τραπεί σε επιθυμία και ανυπομονησία για την επαναφορά του φωτός. «Ανάμεσα σε δύο σκιές ανατέλλει ο ήλιος», θα πει η ποιήτρια, καθρεφτίζοντας την ανάγκη του ανθρώπου να πιαστεί σε μία χαραμάδα φως. Η νιότη φεύγει, θα σημειώσει. Την περιγράφει με εικόνες νοσταλγικές, καθώς το τώρα μια γύμνια μονάχα αφήνει στην ψυχή του ανθρώπου, μια καμένη σάρκα για κουβέρτα του και πολλούς αναστεναγμούς για όσα έχουν χαθεί και πίσω πια δε γυρνούν.
Η συλλογή αναδεικνύει τον γλωσσικό πλούτο της ποιήτριας, την ωριμότητα της γραφής της, την περιεκτικότητα του λόγου της και το πλήθος των νοημάτων που αυτός περνά με έμμεσο ή με άμεσο τρόπο στον αναγνώστη. Ο συμβολισμός ως πρωταγωνιστικό στοιχείο στο έργο της και η διαρκής χρήση μεταφορικών στοιχείων δίνουν την ευχέρεια στον αναγνώστη για μια πολύπλευρη προσέγγιση των θεμάτων με τα οποία έρχεται σε επαφή, αλλά και για μια πολύπλευρη ερμηνεία τους. Θέματα που αναπτύσσονται με αφορμή το προσωπικό βίωμα αλλά και τη συλλογική μνήμη ως μια συνειδητή πράξη αντίστασης απέναντι στον χρόνο που φεύγει, στη φθορά που προκαλεί το πέρασμά του και στον θάνατο που ακολουθεί ως φυσική συνέχεια της φθοράς.
Με ένα προσεγμένο, ελκυστικό και εξαιρετικό από κάθε άποψη εικαστικό εξώφυλλο της Τίνας Κόντογλη, που κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον του αναγνώστη, και με ένα μικρό απόσπασμα στο οπισθόφυλλο τού ποιήματος «Όμορφα πέφτουν», που φιλοξενείται στη σελίδα 12 του βιβλίου, η ποιήτρια καλεί τον αναγνώστη της σε ένα άκρως μαγευτικό ποιητικό ταξίδι αναζήτησης που έχει πολλά να δώσει και να πει. Το κάλεσμά της να εισχωρήσει στα βαθιά του κόσμου αυτού, αλλά και του εαυτού του, αναμφισβήτητα του δίνει πλούσιες αφορμές για ακόμα πιο προσεκτική εσωτερική αναζήτηση και για μια μεγαλύτερη φιλοσοφική ανάλυση και περισυλλογή των νοημάτων που δέχεται, με στόχο την υπέρβαση των επιφανειακών του εντυπώσεων για την επιδίωξη της πνευματικής του ωρίμανσης.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο, θα βρείτε εδώ

0 Σχόλια