Βιβλιοκριτική: "Γκάρνα" του Μουράτη Κοροσιάδη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Γκάρνα
Συγγραφέας: Μουράτης Κοροσιάδης
ISBN: 9786185476670
Ημερομηνία έκδοσης: 03/2026
Σελίδες: 426
Εκδόσεις: Μωβ Σκίουρος


Ένα νέο του βιβλίο μας παρουσιάζει ο συγγραφέας Μουράτης Κοροσιάδης, αρκετά ενδιαφέρον και καθηλωτικό, με περιεχόμενο βαθιά κοινωνικό, αλλά και πολιτικό. Αυτή τη φορά, πρόκειται για μυθιστόρημα, η πρώτη του απόπειρα σε αυτό το λογοτεχνικό είδος, το οποίο κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026, από τις εκδόσεις «Μωβ Σκίουρος», και φέρει τον τίτλο «Γκάρνα».

Για την ακρίβεια, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, που μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα χωριό της Βόρειας Ελλάδας, της Δράμας συγκεκριμένα, λίγο μετά τα μισά του προηγούμενου αιώνα και λίγο μετά τα μισά της δεκαετίας του 1960, για να συνεχίσει το ταξίδι του στον χρόνο, μέχρι και τη δεκαετία του 1980.

Πρωταγωνιστής της ιστορίας που φιλοξενείται σε αυτό είναι ένα οκτάχρονο αγόρι Μικρασιατών Προσφύγων, ο Δημητράκης, που μεγαλώνει με τη γιαγιά του, καθώς οι γονείς του έχουν φύγει μετανάστες στη Γερμανία, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η αφήγηση είναι αρκετά σκληρή και ρεαλιστική, καθώς αποτυπώνει με ακρίβεια όλες τις δυσκολίες και τα βάσανα μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων που πάλεψαν να ξεφύγουν απ’ τη φτώχεια και τις κακουχίες της ζωής τους, μα που όμως η κοινωνική και πολιτική εξαθλίωση της χώρας τους δεν τους επέτρεψε την ενδυνάμωσή τους, την εξέλιξη τους, τη δυνατότητα διεκδίκησης της πολυπόθητης ευτυχίας τους. Απεναντίας, τους καταδίκασε σε ένα παρόν γεμάτο στερήσεις, θυσίες και αναποδιές και σε ένα μέλλον αβέβαιο, ριψοκίνδυνο, σκοτεινό και ακόμα πιο καταστροφικό και πλάνο από το παρόν τους.

Πρώτα η Κατοχή, αναφέρεται, έπειτα ο Εμφύλιος Πόλεμος και οι εξορίες, αργότερα η Δικτατορία και η Μεταπολίτευση, που καταδικάζουν τους ανθρώπους αυτούς στην απομόνωση, στη μόνιμη συνθήκη του φόβου, της ανασφάλειας, της αγριότητας και της καχυποψίας, για να επιτευχθεί ακόμα επιτυχέστερα η αλληλοεξόντωσή τους. Ο ένας κατασπαράζει τον άλλον για να καταφέρει να ζήσει λίγο καλύτερα ο ίδιος, για να επιβιώσει και να εξελιχθεί, για να καλύψει τις δυστυχίες του εις βάρος της ευτυχίας των άλλων, χωρίς καθόλου ενσυναίσθηση και ευαισθησία, χωρίς καθόλου ενδοιασμό κι οπισθοχώρηση. Κι έπειτα, η πλάνη της πολιτικής και των υπηρετών της, τα ρουσφέτια, οι εξυπηρετήσεις, το κυνήγι της εξουσίας, τα ψέματα, οι εκβιασμοί, οι παραπλανητικές υποσχέσεις, οι φρούδες ελπίδες κι οι θρασύτατες διεκδικήσεις του φαίνεσθαι εις βάρος του καταπονημένου είναι. Ο Δημητράκης, όμως, δεν είναι ένα παιδί όπως όλα τα άλλα. Έτσι φαίνεται αρχικά κι έτσι παρουσιάζεται σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης. Είναι ένα παιδί δυστυχισμένο και ψυχικά τραυματισμένο, που αρνείται να κατανοήσει την επιλογή των γονιών του να φύγουν μακριά του και να τον εγκαταλείψουν με τη δικαιολογία της ανέχειας. Η έλλειψη της αγάπης τους τον κυνηγά σε όλη του τη ζωή. Και όταν πια ερωτεύεται τη Μαρία, μια γυναίκα μεγαλύτερή του κι όταν αυτή αποφασίζει να υπηρετήσει τα ιδανικά της, να αφιερώσει τη ζωή της στην υπεράσπιση των ανθρώπων που ζουν με την απειλή του θανάτου στη Νικαράγουα, μεταναστεύοντας και η ίδια εκεί, στην καρδιά του πολέμου, για να τους ενισχύσει στον αγώνα τους κατά των Αμερικάνων, βιώνει μια δεύτερη εγκατάλειψη εντός του, που πλέον δεν μπορεί να διαχειριστεί, αφού τον στιγματίζει ακόμα περισσότερο και τον συντρίβει εντελώς.

Ο Δημητράκης αρνείται να κατανοήσει και να αποδεχτεί την επιλογή της γυναίκας που θυσίασε τη ζωή της και τον έρωτά της για την υπαράσπιση του δικαιώματος των ανθρώπων να ζουν ελεύθεροι στη γη τους, ευτυχισμένοι και αυτόνομοι. Ο ηρωισμός της και η συμμετοχή της στον πόλεμο μεταφράζεται από εκείνον ως προδοσία και, πλέον, έτσι επιλέγει να τον χαρακτηρίζει, για να καλύπτει τις δικές του μελανές πτυχές του εαυτού του, αλλά και την απόφασή του να εκτεθεί δημόσια πια, πράττοντας εις βάρος των άλλων όλα όσα σε όλη του τη ζωή καταδίκαζε και αποστρεφόταν. Η πλάνη της δόξας τον άλλαξε, αραγε; Η υπόσχεση είσπραξης περισσότερου χρήματος ή η ανάγκη του να ξεχάσει και να απεγκλωβιστεί από τον πληγωμένο του εαυτό; Μπορεί, ωστόσο, το παρελθόν να διαγραφεί από τη μνήμη του με το έτσι θέλω; Πώς οι αναμνήσεις ξεπηδούν στα ξαφνικά στο μυαλό του μέσα από μια φωτογραφία, ίσως και δύο φωτογραφίες, ίσως και πολύ περισσότερες;

Ο συγγραφέας δεν εστιάζει μόνο στα σημεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως και που επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του ανθρώπου που πονά, αλλάζοντάς τον ολοκληρωτικά. Η ενηλικίωση του Δημητράκη πραγματοποιείται με αργό ρυθμό και ο λόγος είναι πολύ συγκεκριμένος. Η περίοδος κατά την οποία ενηλικιώνεται είναι πολύ σημαντική, για τον λόγο αυτό ο συγγραφέας κρίνει ότι πρέπει να αναλυθεί όσο γίνεται περισσότερο. Από τη ζωή του Δημητράκη, λοιπόν, παρελαύνουν άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου, της εξουσίας και της κρεπάλης, της ζητιανιάς και της περιπέτειας, ώστε να αποτυπωθεί μέσω αυτών όλο το κοινωνικό γίγνεσθαι της πολύπαθης Ελλάδας του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα. Κι ανάμεσά τους οι πρόσφυγες, άλλοι Τούρκοι κι άλλοι Έλληνες, δεύτερης και τρίτης γενιάς, που αναζητούν τις ρίζες τους απεγνωσμένα και επίμονα και ό,τι θεωρούν ακόμα δικό τους ως κληροδότημα των προγόνων τους, που άφησαν πίσω με την προϋπόθεση να το διεκδικήσουν και πάλι στο μέλλον. Περιουσία κινητή και ακίνητη, που όμως δεν τους ανήκει πια από τον νόμο, μα που για τους ίδιους εξακολουθεί να θεωρείται δική τους. Μια περιουσία που είναι ικανή να δηλητηριάζει ακόμα πιο βάναυσα την ήδη πονεμένη και βασανισμένη ψυχή τους, φέρνοντάς την συχνά εκτός ορίων και δυστυχώς για τους ίδιους εκτός ελέγχου και πραγματικότητας.

Τι γίνεται σε αυτή την περίπτωση, τελικά, όταν η διεκδίκηση του πλούτου θολώσει εντελώς το μυαλό των ανθρώπων, αγριέψει τη σκέψη τους και ορίσει τη συμπεριφορά τους αποκλειστικά; Τι γίνεται όταν κι ο έρωτας διεισδύσει εντός τους ακάλεστος, ζητώντας εύλογα το δικό του μερίδιο απ' τη ζωή και ενώ η αδικία τον έχει ήδη συντρίψει; Τι γίνεται όταν η αναπηρία αποτελέσει αντικείμενο χλευασμού, όταν η διαφορετικότητα στοχοποιείται, όταν το φιλότιμο, η ανθρωπιά και η ευαισθησία θεωρηθούν ελάττωμα και αδυναμία; Πώς οι προκαταλήψεις και οι δεισιδαιμονίες κυριεύουν τον νου, σκορπίζοντας γύρω του τον θάνατο;

Ο συγγραφέας παρουσιάζει μια ιστορία αρκετά πολυθεματική, που εκ των πραγμάτων προκαλεί αφορμές για βαθύτερη σκέψη και προβληματισμό. Περιλαμβάνει πλούσιους διαλόγους και αυτό την καθιστά ακόμα πιο ρεαλιστική και καθηλωτική, ακόμα πιο ζωντανή, συναρπαστική και ενδιαφέρουσα. Είναι μια ιστορία γεμάτη δράση και μυστήριο, μια ιστορία αυξανόμενης έντασης και αγωνίας, που κινείται σπονδυλωτά, ώσπου να ξεδιπλωθεί ολόκληρη στον αναγνώστη και να αποκαλυφθεί η ουσία της. Αυτό που τη διακρίνει, αν μη τι άλλο, είναι η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων της και η σχεδόν κινηματογραφική ροή των γεγονότων που τη στοιχειοθετούν. Αναμφισβήτητα, διαπιστώνεται εντός της μια διάθεση πιστής αποτύπωσης της οδυνηρής πραγματικότητας μιας περασμένης εποχής στη χώρα μας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη, να μείνει στο σκοτάδι και να ξεχαστεί.

Ο συγγραφέας προσεγγίζει τα θέματά του έχοντας εμφανώς μια έντονη επιθυμία φιλοσοφικού σχολιασμού της πραγματικότητας που περιγράφει, αποδίδοντας ωστόσο σε αυτά και μια καθαρή και αξιοσημείωτα τρυφερή ποιητική ματιά. Ο ρομαντισμός του κεντρικού του ήρωα, σε αντιδιαστολή με τη σκληρότητα της ζωής που βιώνει, φανερώνει οπωσδήποτε τις πολλές αντιθέσεις που πλαισιώνουν όχι μόνο τη δική του ύπαρξη, αλλά και την κοινωνία ολόκληρη, όπως για παράδειγμα τον πόλεμο ανάμεσα στο καλό και το κακό, την ένταση ανάμεσα στον έρωτα και το μίσος, την απόσταση ανάμεσα στη φτώχεια και τον πλούτο.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι άμεση και λαϊκή. Ο λόγος για την πολύ έξυπνη επιλογή του είναι ξεκάθαρος. Οφείλει να είναι απόλυτα εναρμονισμένη με το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής στο οποίο εστιάζει και το περιβάλλον το οποίο αλληλοεπιδρά εντός του. Αρκετά πλούσια ωστόσο στο σύνολό της, και αρκετά μελετημένη, διακρίνεται για την ευλυγισία της, τη σχολαστικότητα, την ακρίβεια και την αυθεντικότητά της. Πάντοτε πρόθυμη να υπηρετήσει άλλοτε τον απόλυτο ρεαλισμό και άλλοτε τον ποιητικό λόγο και τον φιλοσοφικό στοχασμό, προσφέρει δικαιολογημένα αρκετές αφορμές για να προκαλέσει τον θαυμασμό στον αναγνώστη για την άψογη χρήση της από τον συγγραφέα.

Το ύφος του έργου συνολικά είναι αρκετά μελαγχολικό και σκοτεινό. Ωστόσο σε πολλά σημεία αλλάζει και τρέπεται σε επιθετικό, καυστικό, απότομο και ειρωνικό. Σε κάποια άλλα βέβαια γίνεται χιουμοριστικό και ανάλαφρο. Όλα αυτά συμβαίνουν για να προκύψει το αυθεντικό αποτέλεσμα, το μη επιτηδευμένο, αυτό που ταιριάζει κάθε φορά στην περίσταση την οποία επιχειρεί να παρουσιάσει ο συγγραφέας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Εν ολίγοις, το βιβλίο αυτό, αν και αρκετά πολυσέλιδο, είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Απευθύνεται, ωστόσο, σε απαιτητικούς αναγνώστες, που ξέρουν τι θέλουν και τι επιζητούν. Είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει τη μυθοπλασία με την ιστορία του τόπου μας μαζί, ένας φόρος τιμής σε όλους εκείνους που άντεξαν στα δύσκολα, δοκιμάστηκαν σε αυτά και τα κατάφεραν. Είναι όμως και ένα βιβλίο που αποδεικνύει για ακόμα μια φορά πως η ιστορία κάνει κύκλους και πως ο άνθρωπος δεν παραδειγματίζεται από τα λάθη του ούτε από το τραυματικό παρελθόν του, αντίθετα βολεύεται σε αυτά όταν διαπιστώσει ότι πλέον τον εξυπηρετούν για προσωπικό του όφελος, κι ας είναι αυτό εις βάρος όλων των υπολοίπων. Αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστεί γι’ αυτό και συνιστάται ανεπιφύλακτα.

Αξίζει, τέλος, να γίνει και μια μικρή αναφορά στον τίτλο του βιβλίου. Γκάρνα είναι το πουλί που τόσο όμορφα περιγράφεται από τον Δημητράκη και λειτουργεί συμβολικά στο κείμενο: «Πιο μικρό κι από καρδερίνα ήτανε. Κι από σκαθί. Κι απ’ το τουρκόσκαθο ακόμα. Φτερά κοκκινωπά, στήθος βυσσινί και κίτρινες πιτσιλιές στο κεφάλι. Μαύρα μάτια. Το ρώτησα πώς το λένε. Γκάρνα, με είπε. Δεν πέταξε να φύγει. Στεκόταν στο πεζοδρόμιο και κοιτούσε γύρω του. Μετά πήδηξε και κατέβηκε στο δρόμο. Περπάτησε λιγάκι. Πήγαινε κι ερχόταν. Πήγαινε κι ερχόταν. Κι άνοιξε για λίγο τα φτερά του. Λες και ήταν μαθημένο σε κλουβί. Ύστερα γύρισε το κεφαλάκι του και με το ράμφος τράβηξε κι έβγαλε ένα πούπουλο από πάνω του. Το ’βαλε κάτω απ’ το ένα ποδαράκι του και με το άλλο έσπρωχνε και προσπαθούσε να κάνει τσουλήθρα μέσα στο δρόμο. Όπως κάνουνε πατίνι τα παιδιά. Αλλά το φτερό δε γλίστραγε πάνω στην άσφαλτο. Ούτε τσουλούσε. Κι όπως το πατούσε και το έσερνε αυτό μαδούσε και χάλαγε. Έβγαζε άλλο πούπουλο τότε κι έκανε πάλι τα ίδια. Και ξανά πάλι. Αντί να πετάει, σερνότανε στον δρόμο η γκάρνα. Και χαλούσε ένα-ένα τα φτερά της. Γέμιζε ο δρόμος κόκκινα πούπουλα.» (Σελίδες 286-287)

Μήπως τελικά η γκάρνα συμβολίζει την επίμονη προσπάθεια του ανθρώπου να μαδάει τα δικά του φτερά, επιλέγοντας να σέρνεται στους δρόμους μιας ανούσιας και μίζερης ζωής που ο ίδιος θαρρεί πως επιλέγει, παρά να πετάει ψηλά διεκδικώντας την ελευθερία του, την αυτονομία του και εν τέλει την πραγματική του ευτυχία, αλλά και την ευτυχία των άλλων; Μήπως, με δυο λόγια, θέλει να φανερώσει ότι ο δρόμος της θυσίας και της αυτοπραγμάτωσης δεν είναι για όλους, παρά μόνο για τους λίγους, τους ρομαντικούς, τους επαναστάτες και τους πιο δυνατούς; 



Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια