Ήταν μια βροχερή Τρίτη μεσημέρι και η κυρία Καίτη Θεοδωρέλλη, μόνιμη υπάλληλος στη Διεύθυνση Διοικητικού του Δήμου εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, βρισκόταν αντιμέτωπη με τον μεγαλύτερο εφιάλτη της καριέρας της: το υποχρεωτικό, πεντάωρο, διαδικτυακό σεμινάριο με τίτλο «Ψηφιακός Μετασχηματισμός και Καινοτόμες Πρακτικές στην Αρχειοθέτηση». Μετρώντας πλέον αντίστροφα τους μήνες για τη σύνταξη, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να μαζέψει τα τελευταία ένσημα και να ησυχάσει. Η λέξη «μετασχηματισμός» της προκαλούσε αλλεργία.
Κάθισε στην παλιά της πολυθρόνα του σπιτιού της, έβαλε τα μεγάλα, μαλακά της ακουστικά που της είχε χαρίσει ο εγγονός της για να «ακούει καθαρά» και συνδέθηκε στην πλατφόρμα. Ο εισηγητής, ένας νεαρός με υπερβολική ενέργεια, άρχισε να μιλάει με ακαταλαβίστικους όρους για πλατφόρμες ψηφιοποίησης αρχείων κι άλλους όρους της υψηλής τεχνολογίας.
«Ας είναι καλά η Παναγία», ψιθύρισε η κυρία Καίτη και, με μια αποφασιστική κίνηση, έκλεισε την κάμερα και το μικρόφωνο. «Ας μιλάει αυτός, εγώ θα κρατάω σημειώσεις... με τα μάτια κλειστά».
Η φωνή του εισηγητή, μονότονη και ρυθμική, άρχισε να λειτουργεί σαν το πιο γλυκό νανούρισμα. Το κεφάλι της κυρίας Καίτης έγειρε σιγά-σιγά προς τα πίσω. Τα ακουστικά απομόνωσαν κάθε θόρυβο από τον δρόμο, αφήνοντας μόνο το απαλό βουητό της ψηφιακής διάλεξης να χαϊδεύει τα αυτιά της. Μέσα σε δέκα λεπτά, είχε παραδοθεί σε έναν βαθύ, απολαυστικό ύπνο.
Και τότε, άρχισε το πανηγύρι. Η κυρία Καίτη δεν κοιμόταν απλώς· ροχάλιζε με μια απίστευτα δυνατή ένταση που θα ζήλευε και λιμενεργάτης. Το «χρχρχρ... φούουυ» αντηχούσε στο άδειο σαλόνι της. Σείστηκαν τα θεμέλια του σπιτιού! Στο όνειρό της, βρισκόταν ήδη στο εξοχικό της στην Πέτρα Λέσβου, ποτίζοντας τις ντομάτες και τα λουλούδια της, απολαμβάνοντας τον ήχο των κυμάτων. Στην οθόνη του υπολογιστή, το τετραγωνάκι με το όνομά της παρέμενε σκοτεινό. Αν η κάμερα ήταν ανοιχτή, οι εκατό συνάδελφοι από όλη την Ελλάδα θα έβλεπαν μια αξιοσέβαστη δημόσια υπάλληλο να κοιμάται με το στόμα μισάνοιχτο, γερμένη στο πλάι, με τα ακουστικά να έχουν στραβώσει στο κεφάλι της.
«Κυρία Καίτη Θεοδωρέλλη; Μας ακούτε; Θέλετε να μας πείτε την άποψή σας για την ψηφιοποίηση των εγγράφων;» ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του εισηγητή μέσα από τα ακουστικά.
Η κυρία Καίτη κουνήθηκε ελαφρώς, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό, αλλά δεν ξύπνησε.
«Μάλλον έχει κάποιο τεχνικό πρόβλημα η συνάδελφος, ας προχωρήσουμε», είπε ο εισηγητής, βλέποντας το νεκρό μαύρο κουτάκι στην οθόνη του.
Το σεμινάριο τελείωσε μετά από τρεις ώρες. Η πλατφόρμα έκλεισε αυτόματα. Η κυρία Καίτη ξύπνησε στις πέντε το απόγευμα, φρέσκια και αναζωογονημένη. Κοίταξε τον υπολογιστή, είδε την κενή οθόνη και ένιωσε μια απέραντη ευγνωμοσύνη για την τεχνολογία.
«Τελικά», σκέφτηκε χαμογελώντας καθώς έβγαζε τα ακουστικά, «αυτός ο ψηφιακός μετασχηματισμός έχει και τα καλά του!»
Καθώς η κυρία Καίτη έφτιαχνε τον απογευματινό της ελληνικό καφέ, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τη βροχή, το μυαλό της ταξίδευσε στο άμεσο μέλλον. Σε λίγους μήνες, η 35ετής θητεία της στο Δημόσιο θα αποτελούσε οριστικά παρελθόν. Οι σκέψεις για τη σύνταξη δεν ήταν πια ένα μακρινό όνειρο, αλλά μια πραγματικότητα που την γέμιζε με ένα γλυκό μείγμα ανακούφισης και προσμονής.
Πρώτα απ' όλα, σκεφτόταν τα πρωινά ξυπνητήρια. Τέρμα το άγχος να προλάβει το λεωφορείο των 7:15, τέρμα το τρέξιμο μέσα στην κίνηση για να χτυπήσει κάρτα στην ώρα της. Φανταζόταν τον εαυτό της να ξυπνάει χωρίς βία, να πίνει τον καφέ της με την ησυχία της, διαβάζοντας τις ειδήσεις χωρίς να κοιτάζει συνεχώς το ρολόι. Έπειτα, ήταν το εξοχικό στην Πέτρα. Εκεί που στο όνειρό της πότιζε τις ντομάτες, τώρα σχεδίαζε να περνάει τουλάχιστον έξι μήνες τον χρόνο. Σκεφτόταν τα παρτέρια που θα έφτιαχνε, τις τριανταφυλλιές που ήθελε να φυτέψει και τις ώρες που θα περνούσε στην αυλή, ακούγοντας τα τζιτζίκια το καλοκαίρι, μακριά από τα ντοσιέ, τα πρωτόκολλα και τις σφραγίδες. Φυσικά, το μεγαλύτερο κίνητρο για τη σύνταξη ήταν ο εγγονός της, ο μικρός Δημήτρης. Αυτός που της είχε κάνει δώρο τα μοιραία ακουστικά. Σκεφτόταν πόσο περισσότερο χρόνο θα είχε τώρα να τον παίρνει από το σχολείο, να του φτιάχνει τους αγαπημένους του κεφτέδες και να ακούει τις ιστορίες του, χωρίς να είναι κουρασμένη από την γκρίνια των πολιτών και τη διαχείριση εγγράφων στο γραφείο.
Βέβαια, υπήρχε και μια μικρή, ανεπαίσθητη μελαγχολία. Τόσα χρόνια στο ίδιο γραφείο, είχε μάθει κάθε γωνιά του. Θα της έλειπε η κυρία Ελένη από τον όροφο πάνω, με την οποία μοιραζόταν τα κουτσομπολιά και τα τσουρέκια το Πάσχα. Θα της έλειπε ακόμα και εκείνο το παλιό, ξύλινο γραφείο της, που είχε «δει» όλη της τη νεότητα να περνάει. Όμως, κοιτάζοντας το κλειστό λάπτοπ πάνω στο τραπέζι, η κυρία Καίτη χαμογέλασε πονηρά. Η τεχνολογία και ο «ψηφιακός μετασχηματισμός» ανήκαν πλέον στη νέα γενιά. Εκείνη είχε κάνει το καθήκον της με το παραπάνω. Το μόνο έγγραφο που ήθελε να δει ψηφιοποιημένο πλέον, ήταν η απόφαση της συνταξιοδότησής της.
Ήπιε μια γουλιά καφέ και ψιθύρισε: «Άντε, και στα δικά μας οι λεύτερες!».
Η τελευταία
Παρασκευή του Δεκεμβρίου έφτασε και η κυρία
Καίτη πέρασε την πόρτα της Διεύθυνσης Διοικητικού για τελευταία
φορά ως υπάλληλος. Το γραφείο της, άδειο πια από προσωπικά αντικείμενα, έμοιαζε
παράξενα μεγάλο. Στο κέντρο του δωματίου, πάνω στο μεγάλο τραπέζι των
συσκέψεων, ήταν στημένος ο αποχαιρετιστήριος
μπουφές, ο οποίος περιείχε εδέσματα, «διαίτης, με μηδέν τοις εκατό λιπαρά, όπως
τυροπιτάκια, σπανακοπιτάκια, σάντουιτς και δύο μεγάλα κουτιά πάστες
από το αρτοζαχαροπλαστείο της γειτονιάς.
Όλος ο όροφος είχε μαζευτεί γύρω της. Η κυρία Ελένη από τον πάνω όροφο είχε ήδη βουρκώσει, κρατώντας μια χαρτοπετσέτα, ενώ οι νεότεροι υπάλληλοι, που η κυρία Καίτη είχε «μεγαλώσει» επαγγελματικά, την κοιτούσαν με μάτια γεμάτα σεβασμό και λίγη ζήλια για την ελευθερία που την περίμενε.
«Λοιπόν, Καίτη μας», πήρε τον λόγο ο Διευθυντής, κρατώντας ένα ποτήρι πλαστικό με σαμπάνια. «Σε ευχαριστούμε για τα τριάντα πέντε χρόνια προσφοράς. Ήσουν ο στυλοβάτης του τμήματος. Υπομονετική, εργατική και πάντα πρόθυμη να προσαρμοστείς... ακόμα και στις νέες τεχνολογίες!»
Στο άκουσμα των «νέων τεχνολογιών», η κυρία Καίτη ένιωσε ένα ελαφρύ σκίρτημα και το μυαλό της πέταξε για ένα δευτερόλεπτο σε εκείνο το διαδικτυακό σεμινάριο και τον βαθύ ύπνο με τα ακουστικά. Κατάφερε όμως να κρατήσει την ψυχραιμία της και να χαμογελάσει με νόημα. Τότε, οι συνάδελφοι της παρέδωσαν το αποχαιρετιστήριο δώρο τους: ένα μεγάλο, κομψό κουτί. Όταν το άνοιξε, τα μάτια της έλαμψαν. Ήταν ένας μικρός φορητός υπολογιστής υψηλής τεχνολογίας.
«Για να μας
παίρνεις με βιντεοκλήση από την Πέτρα και να βλέπουμε τις ντομάτες σου!» φώναξε
ο Πάνος, ο νεαρός πληροφορικάριος του ορόφου. «Και μην ανησυχείς, Καίτη, ξέρεις
εσύ από τέτοια, αυτός ο υπολογιστής, έχει και πολύ καλή κάμερα και δυνατό μικρόφωνο!»
«Ευχαριστώ παιδιά», είπε συγκινημένη η κυρία Καίτη, αγκαλιάζοντάς τους έναν-έναν. «Υπόσχομαι να το χρησιμοποιώ. Αλλά να ξέρετε, η κάμερα σε αυτό το μηχάνημα θα μένει ανοιχτή μόνο για εσάς!»
Οι συνάδελφοι ξέσπασαν σε γέλια, χωρίς φυσικά να καταλαβαίνουν το διπλό νόημα της ατάκας της. Η κυρία Καίτη μάζεψε την τσάντα της, κοίταξε για τελευταία φορά τον διάδρομο με τα ντοσιέ, κατέβηκε τα σκαλιά και βγήκε στο δρόμο. Η σύνταξη είχε μόλις ξεκινήσει.
Έξι μήνες μετά, τον Ιούνιο, η κυρία Καίτη καθόταν στην πλακόστρωτη αυλή του εξοχικού της στην Πέτρα. Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να ανατέλλει, βάφοντας τον ορίζοντα με ένα γλυκό κιτρινοκόκκινο χρώμα, και ο αέρας μύριζε ιώδιο από τη θάλασσα. Δίπλα της, πάνω στο ξύλινο τραπέζι, βρισκόταν ο καινούργιος, φορητός υπολογιστής που της είχαν χαρίσει οι συνάδελφοί της. Λίγο πιο πέρα, ένα ποτήρι παγωμένη σπιτική λεμονάδα.
Αφού είχε τελειώσει με το πρωϊνό πότισμα στις ντομάτες και τις τριανταφυλλιές της, αποφάσισε να κάνει τα εγκαίνια της συσκευής. Με λίγη βοήθεια που της είχε δώσει ο εγγονός της από το τηλέφωνο, κατάφερε να ανοίξει την εφαρμογή και να καλέσει με βιντεοκλήση το παλιό της γραφείο. Στην οθόνη εμφανίστηκαν αμέσως τα πρόσωπα της κυρίας Ελένης και του Πάνου, στριμωγμένα μπροστά από έναν υπολογιστή, μέσα στην κλεισούρα του γραφείου και πνιγμένα στα χαρτιά.
«Καίτη μας! Τι ομορφιά είναι αυτή; Πώς περνάς;» φώναξε ενθουσιασμένη η κυρία Ελένη.
«Πριγκίπισσα είμαι, παιδιά μου! Παράδεισος είναι εδώ!» απάντησε η κυρία Καίτη, γυρίζοντας επιδεικτικά την οθόνη του υπολογιστή της για να τους δείξει την καταπράσινη αυλή της και το βάθος της θάλασσας.
«Εδώ δεν έχει ούτε πρωτόκολλα, ούτε ψηφιακούς μετασχηματισμούς. Μόνο ησυχία».
«Ζηλεύουμε, Καίτη! Εμάς μας έχουν βάλει πάλι σε ένα νέο διαδικτυακό σεμινάριο για το ψηφιακό οργανόγραμμα, κοντεύουμε να κοιμηθούμε όλοι όρθιοι», παραπονέθηκε ο Πάνος.
Η κυρία Καίτη χαμογέλασε πονηρά, θυμούμενη τη δική της «ένδοξη» συμμετοχή.
«Να προσέχετε, παιδιά μου», τους είπε με νόημα. «Και αν νιώσετε ότι τα μάτια σας κλείνουν... ξέρετε εσείς. Κλείστε την κάμερα και το μικρόφωνο!»
Αποχαιρέτησε τους συναδέλφους της με ένα ζεστό φιλί, πάτησε το κόκκινο κουμπί και έκλεισε τη συσκευή. Στη συνέχεια, έβαλε τα μεγάλα της ακουστικά, όχι για να ακούσει κάποιον εισηγητή, αλλά την αγαπημένη της μουσική. Έγειρε πίσω στην ξαπλώστρα, έκλεισε τα μάτια και απόλαυσε το πρώτο, αληθινό πρωϊνό της απόλυτης ελευθερίας της.
Η ζωή της ως συνταξιούχος είχε μόλις αρχίσει με τον πιο όμορφο τρόπο.
Υ.Γ.
Η ιστορία αυτή είναι φανταστική και δεν έχει ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα.

0 Σχόλια