Τότε που έφευγες… Τότε, που έφευγα… | Λογοτεχνικά κείμενα της Χάιδως-Ειρήνης Χατζημιχάλη


Τότε που έφευγες…
Αφιερωμένο στους γιατρούς που μάχονται.
Θα σας είμαι για πάντα ευγνώμων...

    Το οξυγόνο του εξακολουθεί να πέφτει. Η αναρρόφηση αυτή τη φορά δε βοήθησε καθόλου. Ο γιατρός δίνει κόφτες και γρήγορες οδηγίες. Κάτω από τη μάσκα που φοράει, δε βλέπω το πρόσωπο του. Τα μάτια του, όμως, κοιτάνε ανήσυχα. Γρήγορες κοφτές ματιές, όπως οι οδηγίες που δίνει. Γυρνάει προς το μέρος μου.
    «Παίρνει εκατό τοις εκατό οξυγόνο. Πρέπει να διασωληνωθεί τώρα! Οι σφίξεις του είναι χαμηλές. Η καρδιά του δε θ’ αντέξει». 
    Ρίγος διαπερνάει την ψυχή και το σώμα μου. Αυτό που θα θυμάμαι από τα επόμενα λεπτά είναι το αίσθημα του απόλυτου τρόμου και σπαραγμού, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να είμαι νηφάλια, για να πάρω κρίσιμες αποφάσεις ζωής ή θανάτου για τον άντρα μου.
    Ο αναισθησιολόγος μου εξέθεσε τον κίνδυνο της διασωλήνωσης, αλλά και το ρίσκο της μη διασωλήνωσης. Αν η διασωλήνωση πετύχει, θα πέσει σε βαθύ λήθαργο. Δε θα έχει καμία επαφή με το περιβάλλον του. Θα είναι σε καταστολή, με την ελπίδα να έχει χρόνο να ανακάμψει ο οργανισμός του.
    «Τώρα με ακούει; Έχει επαφή με το περιβάλλον του;»
    «Ναι», με διαβεβαίωσε ο γιατρός.
    Θέλησα να μείνω μόνη μαζί του. Να του μιλήσω, ίσως για τελευταία φορά. Ένας αποχαιρετισμός; Μια ύστατη προσπάθεια να τον ενθαρρύνω; Μια σύνοψη δική μου; Μια ανασκόπηση της ζωής μου μαζί του;
    «Μεταξύ μας δεν υπάρχει κάτι που δεν ειπώθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Γιατί τώρα;     Είμαι το αστεράκι που φώτισε τη ζωή σου, είχες πει κάποτε. Εσύ είσαι ο ήλιος που φώτισε τη δική μου. Ο ήλιος που ζέστανε την ψυχή μου, όταν το είχα περισσότερο ανάγκη. Ένα κομμάτι της ψυχής μου θα είναι για πάντα μαζί σου, όπου κι αν εσύ πηγαίνεις. Ένα κομμάτι της ψυχής μου σου το χαρίζω και σου λέω, εις το επανιδείν. Το υπόλοιπο μένει εδώ, να πορεύεται δίπλα στο παιδί. Μάνα και πατέρας μαζί, όπως χτίσαμε μαζί την οικογένειά μας. Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, σε παρακαλώ να το παλέψεις. Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, σου λέω, μη φεύγεις! Άγγελε, άνοιξε τα μάτια σου, σ’ έχω ανάγκη!»
    Ασθενείς στον θάλαμο, γιατροί και νοσηλευτές στον διάδρομο, έχουν παγώσει… Ο αναισθησιολόγος με πλησιάζει. Χαμηλόφωνα με ειδοποιεί. Πρέπει να βιαστούμε! Ίσως να μην καταφέρουμε να γίνει η διασωλήνωση. Ας μη χάσουμε πολύτιμο χρόνο!»
    Κεκλεισμένων των θυρών, περιμένω την επόμενη στιγμή… Θα υπάρξει επόμενη στιγμή, άραγε; Φοβάμαι και αισθάνομαι μόνη. Είμαι μόνη. Μια άγνωστη μέχρι τότε κοπέλα, συγγενής ενός άλλου ασθενή του θαλάμου, με πλησιάζει. «Κουράγιο», μου λέει. Της ζητάω, αν μπορώ, να κρατήσω το χέρι της για λίγα λεπτά. Μου προσφέρει την αγκαλιά της. Έχασε τη μητέρα της, όταν ήταν παιδί. Με παρακαλεί να σταθώ μάνα και πατέρας στο παιδί μου. Ο δικός της πατέρας απέτυχε να καλύψει το κενό της αδικοχαμένης μάνας της. Απόψε, ξαναζεί τη νύχτα που έμαθε ότι η μάνα της έφυγε. Απόψε, μαθαίνω από μια άγνωστη κοπέλα πώς πονάει ένα παιδί. Πώς θα πονέσει το δικό μου παιδί… Απόψε, αυτή η άγνωστη κοπέλα ήταν ο Σίμων, που σήκωσε μαζί μου τον σταυρό μου…


Τότε, που έφευγα…

    Όλα συγκεχυμένα είναι γύρω μου. Ακούω ομιλίες. Κόσμος πολύς πάνω από το κεφάλι μου. Τα μάτια μου είναι βαριά. Δυσκολεύομαι ν’ αναπνεύσω... Ακούω πολλές φωνές. Ακούω και τη δική σου. Έντρομη είσαι. Γιατί φοβάσαι; Εκείνο το «Άγγελε, άνοιξε τα μάτια σου, σ’ έχω ανάγκη!» λεπίδα, που έσκισε την ψυχή μου εκείνη τη στιγμή. Κοίτα, τ’ ανοίγω, μη φοβάσαι!
    Βυθίζομαι… Νομίζω, με αποχαιρετάς…




Τα κείμενα φιλοξενούνται στο Ανθολόγιο Ένωσης Λογοτεχνών Αιγαίου 2026 και αποτελούν απόσπασμα από το μυθιστόρημα της συγγραφέα Περσεφόνη.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια