Η εξηντάχρονη Ερασμία εδώ και πολύ καιρό πετούσε τα σκουπίδια της έξω από τους κάδους που βρίσκονταν κοντά στο σπίτι της. Σιχαινόταν να ανοίξει το καπάκι των κάδων κι έριχνε απέξω τις σακούλες σκουπιδιών της. Συνέχεια καθάριζε την αυλή της με ξερά χόρτα, κλαδιά από τις τριανταφυλλιές της, και άλλα πολλά και τα τοποθετούσε δίπλα στους κάδους. Κι όταν φυσούσε δυνατός αέρας, τα ανωτέρω διασκορπίζονταν στους «τέσσερις ανέμους» και σε όλες «τις γωνίες» της περιοχής.
Το θέμα ήταν ότι ο άνεμος και οι γάτες της γειτονιάς τα μετέφεραν και κοντά στην αυλή της εκκλησίας της ενορίας. Η Ερασμία ήταν πολύ θρήσκα και κάθε Κυριακή πήγαινε κι εκκλησιαζόταν. Φορούσε τα ακριβά της ρούχα και παπούτσια και προσπερνούσε τα σκουπίδια της με απέχθεια κι έμπαινε μέσα. Τις περισσότερες Κυριακές έφερνε Φανουρόπιτα κι Άρτους και τους μνημόνευε ο ιερέας κι εκείνη άναβε πεντακόσια κεριά κι έκανε άλλες τόσες μετάνοιες μπροστά από τις εικόνες της Παναγίας, του Χριστού και των Αγίων.
Οι γείτονες και οι γειτόνισσές της δυσανασχετούσαν με τα διάσπαρτα σκουπίδια, αλλά κανενός ο νους δεν πήγαινε στην Ερασμία, διότι από το καθωσπρέπει ύφος της, ήταν υπεράνω υποψίας, άσε που τα σκουπίδια της τα πετούσε πολύ πρωί. Η γειτονιά αυτή ήταν αραιοκατοικημένη.
Ένας γείτονας, ο εβδομηντάχρονος Σωτήρης, αποφάσισε να παρακολουθήσει ποιος ή ποια πετούσε σκουπίδια εδώ κι εκεί συνέχεια. Σηκώθηκε αχάραγα, ένα φθινοπωρινό πρωί και κάθισε στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Ήταν θεοσκότεινα κι ο ουρανός έτοιμος να βρέξει. Ευτυχώς που το σπίτι του ήταν απέναντι από τον κάδο και μπορούσε να δει αρκετά καλά, ώστε να πιάσει τον ένοχο στα πράσα!
Η Ερασμία, με τη μακριά της σκουρόχρωμη ρόμπα και τις κλειστές παντούφλες της και με τα μαλλιά της δεμένα κότσο, έμοιαζε με φάντασμα. Έσερνε τη σακούλα σκουπιδιών της, η οποία είχε ελαφρώς τρυπήσει. Επιτέλους έφθασε στον κάδο. Αντί να ανοίξει το καπάκι να την πετάξει μέσα, την άφησε δίπλα κι έφυγε. Ένα τσούρμο γάτες όρμησαν πάνω της, την κατέσχισαν κι άρχισαν να τρώνε μετά βουλιμίας τα ψαροκόκαλα που ήταν μέσα και σκορπίζοντας τα σκουπίδια εδώ κι εκεί!
Ο Σωτήρης κατακόκκινος από θυμό και γεμάτος έκπληξη κατέβηκε τις σκάλες γρηγορότερα κι από ασανσέρ, πήγε κοντά στην αμέριμνη Ερασμία που νόμιζε ότι κι αυτή τη φορά θα γλίτωνε.
«Δε ντρέπεσαι, κυρά Ερασμία; Εσύ είσαι που αφήνεις τα σκουπίδια σου έξω από τους κάδους;»
Αναπήδησε η Ερασμία.
«Σιγά, Χριστιανέ μου! Με κατατρόμαξες!», απάντησε εκείνη κάνοντας το σταυρό της.
«Σα δεν ντρέπεσαι, μου αρέσει που κάνεις τη θεοφοβούμενη και την αγιασμένη! Ντροπή σου!»
«Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά!»
«Και τα σκουπίδια σου τα διασκορπάς εσύ, θεοφοβούμενη! Ακόμη και στο χώρο της εκκλησίας! Δε φοβάσαι το Θεό μη σε τιμωρήσει;»
«Ο κάδος είναι γεμάτος, Σωτήρη!»
«Ναι, αλλά υπάρχει κι άλλος κάδος πιο πάνω!»
«Πονάει η μέση μου και δεν μπορώ να κουβαλάω τη σακούλα στον ανήφορο!»
Πάνω στην ώρα έφθασε μια άλλη γειτόνισσα, η πενηντάχρονη Ελένη.
«Έχει δίκιο ο κυρ- Σωτήρης. Εσύ βρωμίζεις τη γειτονιά μας! Κι άλλη φορά σε είδα, αλλά δεν το έκανα θέμα. Την επόμενη φορά που θα σε ξαναδώ, θα κάνω αναφορά στο Δήμο και στην Αστυνομία»
«Θου, Κύριε, φυλακή τω στόματί μου!» αποκρίθηκε η Ερασμία έπιασε το κομποσχοίνι της κι άρχισε τις προσευχές της, αγνοώντας τις απειλές και τις παρατηρήσεις των γειτόνων της.
«Ο Θεός να σε φυλάξει από τέτοιες "αγιούσες" που κάνουν τις καθαρές!», μουρμούρισε ο Σωτήρης και συμφώνησε μαζί του και η Ελένη.
Υ.Γ. Η ιστορία αυτή είναι φανταστική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

0 Σχόλια