Βιβλιοκριτική για το βιβλίο "Ούτε Ρωμιός ούτε Τούρκος" του Μιχάλη Δεναξά | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Συγγραφέας: Μιχάλης Δεναξάς
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 200
Εκδόσεις: Αρμός


                                                                              Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Την πληγωμένη καρδιά ενός μικρού παιδιού δύσκολα μπορεί κανείς να την γιατρέψει. Πόσο μάλλον να αποβάλει από τη σκέψη του το θυμό για όλους αυτούς τους λόγους που επέδρασαν στη ζωή του καταλυτικά και καθόρισαν τη μοίρα του για το υπόλοιπο της ζωής του. Όλες αυτές οι μνήμες του παρελθόντος, οι εικόνες των ανέμελών του χρόνων, των ευτυχισμένων του χρόνων, των χρόνων που πίσω δε γυρνούν, μεταμορφώνονται σε μια και μόνο στιγμή σκληροί τιμωροί, έτοιμοι να δικάσουν τη γαλήνη και να επιφέρουν στο παρόν και το μέλλον του την αναστάτωση και την τρικυμία. Σ’ αυτές τις εικόνες, τις βαθιά χαραγμένες στην ψυχή και στο μυαλό του άλλοτε μικρού παιδιού και πλέον ώριμου άνδρα, συγγραφέα Μιχάλη Δεναξά, ταξιδεύουμε νοητά μέσω του βιβλίου του, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός» και φέρει τον τίτλο «Ούτε Ρωμιός ούτε Τούρκος».

Tο βιβλίο χωρίζεται σε τρεις θεματικές ενότητες.

Η πρώτη και μεγαλύτερη ενότητα φέρει τον τίτλο του βιβλίου και αποτελεί στην ουσία ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει τα γεγονότα που σημάδεψαν καθοριστικά την πορεία της ζωής του, από τα πρώτα παιδικά του χρόνια έως και σήμερα.

Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη από πατέρα Σαντορινιό και μητέρα Πολίτισσα από τα Θεραπειά, ο Μιχάλης Δεναξάς έχει πολλά να θυμάται από τα πρώτα ευτυχισμένα και ξέγνοιαστα χρόνια της ζωής του ως παιδί μέχρι την ηλικία των επτά του χρόνων. Μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι, όπου δέσποζε καθημερινά η χαρά και η δοτικότητα, με τις πόρτες του να είναι διαρκώς ανοιχτές για συγγενείς και φίλους, με τις μυρωδιές των τοπικών εδεσμάτων να αναβλύζουν από παντού, η ευτυχία δεν ήταν απλά μια λέξη στην καθημερινότητά του, αλλά η ίδια η καθημερινότητα. Ώσπου έρχεται αναπάντεχα εκείνη η θλιβερή Πρωτοχρονιά του 1963 και τα πάντα ανατρέπονται.

Ο πατέρας του συγγραφέα, ένας άνθρωπος οικονομικά ευκατάστατος, μιας και το επάγγελμά του του παρείχε όλες τις ανέσεις, προκειμένου να ζει με την οικογένειά του μια ζωή άνετη, χωρίς στερήσεις και χωρίς στενοχώρια, αναγκάζεται κατόπιν ωρίμου σκέψεως να εγκαταλείψει την Πόλη και να μετακινηθεί προς την Αθήνα, προκειμένου να ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή. Οι πολιτικές εξελίξεις του 1964 δεν επιτρέπουν, δυστυχώς, άλλη εναλλακτική. Τον ίδιο δρόμο ακολουθεί με τη σειρά της μετά από λίγο καιρό και ολόκληρη η οικογένεια.

Αμέτρητες περιουσίες, δημιουργημένες με τον ιδρώτα των Ρωμιών της Πόλης, εγκαταλείπονται, προκειμένου να σωθεί η ανθρώπινη ύπαρξη. Οι λεηλασίες των σπιτιών οδηγούν μια ολόκληρη περιοχή, που άλλοτε δέσποζε από χαρά κι από ευμάρεια, να μετατραπεί σε μια απόμακρη και παρακμιακή γειτονιά, της οποίας η σημερινή της όψη δε θυμίζει σε τίποτα την παλιά της αίγλη.

Αλλά και η ζωή στην Αθήνα δεν είναι όπως θα μπορούσε κάποιος από μακριά να φανταστεί. Σκόρπιοι άνθρωποι, που έχασαν με βίαιο και απάνθρωπο τρόπο τα υπάρχοντά τους, που χωρίστηκαν μια για πάντα από τα συγγενικά τους πρόσωπα, που εγκατέλειψαν τους μόχθους μιας ζωής, παλεύουν από το μηδέν για να σταθούν στα πόδια τους, ξεκινώντας έναν αγώνα επιβίωσης, στον οποίο τίποτα δεν είναι πια δεδομένο και τίποτα όπως και πρώτα ρόδινο. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και η ρατσιστική αντιμετώπιση του περίγυρου. Οι Ρωμιοί της Πόλης εξελίσσονται σε Τούρκους της Αθήνας. Μια σκληρή αντιμετώπιση που αφήνει το στίγμα της διαχρονικά και τραυματίζει για πάντα την καρδιά και την ψυχή.

Η άλλοτε οικογενειακή γαλήνη δεν υπάρχει πια κι αυτό γιατί τα προβλήματα έχουν τη δύναμη να δημιουργούν εντάσεις, οι οποίες, φυσικά, έχουν επίπτωση στη σωματική και ψυχική υγεία. Και για ανθρώπους ήδη δοκιμασμένους στην πείνα και την εξαθλίωση, αυτό αποδεικνύεται ως χαριστική βολή.

Ο μικρός Μιχάλης της Πόλης μεγαλώνει σε μια Αθήνα σχεδόν εχθρική. Όμως, δεν το βάζει κάτω. Με πείσμα και αποφασιστικότητα καταφέρνει να πάρει τη ζωή στα χέρια του και να κυνηγήσει το όνειρό του. Η επαγγελματική του καταξίωση είναι πια γεγονός. Ώσπου έρχεται και πάλι, εντελώς ξαφνικά, το χτύπημα της μοίρας για να του ξυπνήσει τις μνήμες του παρελθόντος. Κι έτσι, παρά τη θέλησή του και πλημμυρισμένος από ανεξέλεγκτο φόβο, ο συγγραφέας μας επιστρέφει μετά από 41 ολόκληρα χρόνια στα πάτρια εδάφη του, επαναφέροντας στην καρδιά και στο μυαλό του τα παιδικά του χρόνια, που τόσο επίμονα πάλευε να ξεχάσει λόγω του θυμού του. Ρίγος, συγκίνηση κι αμέτρητα δάκρυα, ποτισμένα με το μεγάλο ερωτηματικό της ζωής. Γιατί; Θα καταφέρει άραγε η αγάπη για την πατρίδα να απαλύνει τον πόνο και να επαναφέρει τη γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου αυτού, που βασανίστηκε τόσο πολύ και για χρόνια μακριά της;

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Σεργιάνι στην Πόλη». Ο συγγραφέας, αποφορτισμένος, πλέον, από την εξομολογητική του αναδρομή στις στιγμές του παρελθόντος, παραθέτει ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Πόλης του, που για εκείνον αξίζει να παρουσιάσει στον αναγνώστη. Φωτογραφίες, στις οποίες, επιγραμματικά τοποθετεί το σχόλιό του, προκειμένου, έστω και νοητά, να ταξιδέψει τον αναγνώστη του στα μέρη όπου έζησε εκείνος τα πρώτα παιδικά του χρόνια και που, τώρα, τα ζει μόνο ως επισκέπτης. Άλλωστε, η αίσθηση που μόνιμα τα τελευταία χρόνια τον διακατέχει, ανατρέχοντας κάθε φορά στις παλιές του γειτονιές, είναι πως επαναφέρει κοντά του την οικογένειά του, η οποία δεν υπάρχει πια στη ζωή.

Η τρίτη ενότητα του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Ταξιδιωτικές οδηγίες, πληροφορίες και προτάσεις για την Κωνσταντινούπολη». Σ’ αυτή την ενότητα ο συγγραφέας αναλαμβάνει να ξεναγήσει τους αναγνώστες του στις μοναδικές τοποθεσίες της πατρίδας του και να τους προτείνει τα νοστιμότατα φαγητά της, τα μοναδικά προϊόντα της και τις υπέροχες υπηρεσίες που είναι σε θέση να προσφέρει στους επισκέπτες της. 

Το βιβλίο του Μιχάλη Δεναξά αποτελεί μια μοναδική αναδρομή στο παρελθόν, που σκοπό έχει να περιγράψει μέσα από τη δική του προσωπική μαρτυρία την αγωνιώδη προσπάθεια των ανθρώπων της Πόλης να αναζητήσουν μια νέα πατρίδα ρίχνοντας στην κυριολεξία μαύρη πέτρα στη δική τους. Μια απόφαση, για την οποία δεν ευθύνονται οι άνθρωποι της μειονότητας της εποχής των πολιτικών εξελίξεων, αλλά οι ίδιες οι πολιτικές εξελίξεις που καθόρισαν το τραγικό τέλος των ανθρώπων αυτών.

«Κάθε φορά που έρχομαι στην Πόλη, συναντώ τον απλό κόσμο και διαπιστώνω πως τα πολιτικά παιχνίδια είναι αυτά που καθορίζουν τη μοίρα μας και αλλάζουν τις ζωές μας. Μα η ψυχή των ανθρώπων είναι μαλακή και έχει ανάγκη μια πατρίδα αγάπης, για να ονειρευτεί και ελεύθερη να πετάξει.» (Σελ. 141)

Μια γραφή δοσμένη σε πρώτο πρόσωπο, λιτή, μα καλογραμμένη κι άκρως περιγραφική, που προκαλεί ποικίλα συναισθήματα στον αναγνώστη, όπως αυτά της συγκίνησης, του θυμού, της αγανάκτησης, του πόνου, της νοσταλγίας. Ένα βιβλίο που γράφηκε για να διαβαστεί απνευστί με μοναδικό σκοπό να κρατήσει άσβεστη την μνήμη των ανθρώπων εκείνων που ξεριζώθηκαν από την πατρίδα τους χωρίς τη θέλησής τους και πάλεψαν για να επιβιώσουν σε μια ξένη γη, ακόμα κι αν η γη αυτή ήταν ελληνική. Παρόλο που το εγχείρημά του είναι αφιερωμένο στη μνήμη των γονιών του, όπως διαβάζουμε στις αρχικές του σελίδες, θα μπορούσε άξια να αποτελέσει και φόρο τιμής για όλους εκείνους τους ανθρώπους που βασανίστηκαν με τον ξεριζωμό τους, ταλαιπωρήθηκαν, αλλά στο τέλος κατάφεραν να βγουν νικητές.

Ο Μιχάλης Δεναξάς, παρόλο που δεν οικειοποιείται την ιδιότητα του συγγραφέα, δεν παύει να ανταποκρίνεται επιτυχώς στο ρόλο αυτό, καταφέρνοντας να συνδυάσει με αριστοτεχνικό τρόπο την ταξιδιωτική λογοτεχνία με την αυτοβιογραφία, το ιστορικό μυθιστόρημα με το φωτογραφικό λεύκωμα, καθιστώντας το βιβλίο του άκρως ενδιαφέρον  και συναρπαστικό. 

Εν κατακλείδι θα λέγαμε πως πρόκειται για ένα βιβλίο με βαθύ ηθικό δίδαγμα και συμβουλευτικό χαρακτήρα που αξίζει να διαβαστεί.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Επτά χρονών ήμουν, όταν η μάνα μου με πήρε από το χέρι και μαζί με τη γιαγιά μου, που ήταν φορτωμένες με ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν, πήραμε την ανηφόρα της γειτονιάς μας. Χωρίς να καταλάβω πολλά-πολλά βρεθήκαμε στην Ελλάδα. Η ζωή μας άλλαξε μέσα σ᾽ ένα βράδυ. Η χαρά έφυγε από τα πρόσωπά μας και οι δυσκολίες άρχισαν να μας βαραίνουν. Ως τότε ζούσαμε μια ευτυχισμένη ζωή. Τώρα έπρεπε να προσαρμοστούμε και να επιβιώσουμε σε συνθήκες τελείως διαφορετικές. Η προσαρμογή δύσκολη. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους. Γεννήθηκα από Έλληνες γονείς. Για τους Τούρκους ήμουν Ρωμιός, για τους Έλληνες Τούρκος. Είκοσι χρόνια έζησα χωρίς πατρίδα… Ούτε Ρωμιός ούτε Τούρκος.
Μ.Δ.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα, Μιχάλη Δεναξά:

Ο Μιχάλης Δεναξάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από πατέρα Σαντορινιό και μητέρα Πολίτισσα από τα Θεραπειά. Τα ανέμελα παιδικά του χρόνια διακόπηκαν, όταν αναγκάστηκε να έρθει με την οικογένειά του στην Αθήνα το 1964 λόγω των τελευταίων διωγμών. Ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές, αλλά ακολούθησε τα όνειρά του στον καλλιτεχνικό τομέα. Ασχολήθηκε με το θέατρο και την τηλεόραση ως παραγωγός. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, συμμετείχε στην δημιουργία του θεάτρου Πύλη (της θυγατέρας της Κυβέλης, Αλίκης Θεοδωρίδου Νορ), συνεργάστηκε με τα τηλεοπτικά κανάλια Ant1, Seven, Mega, Alpha, Σκάι, ΕΡΤ1, ΕΡΤ3 και σε εταιρείες παραγωγής ως Διοικητικό στέλεχος τηλεοπτικού προγράμματος. Έχει στο ενεργητικό του πολλές τηλεοπτικές και θεατρικές παραγωγές. Τα τελευταία χρόνια δημιούργησε μια αξιόλογη σειρά Ντοκιμαντέρ. Αγαπάει τα ταξίδια και σκέφτεται στο μέλλον να ανταποκριθεί σε προτάσεις που του γίνονται να εκδώσει τις εμπειρίες του από τις πόλεις που έχει επισκεφθεί.