Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Η επανάσταση της τουαλέτας" του Δημήτριου Τζουβάλη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Συγγραφέας: Δημήτριος Τζουβάλης
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 438
Εκδόσεις: Αρμός

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Τα παιδικά όνειρα είναι αναμφισβήτητα τα ομορφότερα. Πρωταγωνιστής τους είναι πάντα η αγάπη, αυτή η αγνή και ζωογόνος δύναμη που έχει τον τρόπο όλα να τα υπερνικά, να ανατρέπει τα δεδομένα της γης και να σκορπίζει στο σύμπαν την αλήθεια της. Η θυσία της δε είναι άξια θαυμασμού.

Θυσία πρόσφερε στους ουρανούς και η Νεράιδα Διαμαντώ για χάρη της μιας και μοναδικής, της παντοτινής αγάπης, που μόνο μια φορά στη ζωή του τη βιώνει κανείς, αν φυσικά σταθεί τυχερός, αν καταφέρει και ξεπεράσει τα εμπόδια της μοίρας του κι αν δε λυγίσει εξαιτίας της αδυναμίας των παθών του, όποιων κι αν είναι αυτά. Κι έτσι η Διαμαντώ γίνεται Διαμάντω, από νεράιδα μεταμορφώνεται σε άνθρωπο, από αιώνια παρουσία καταλήγει  σε θνητή, ως αντάλλαγμα της εμπειρίας του έρωτα, του δεσίματος της χαράς, της ένωσης της πράξης, που θα επιφέρουν με τη σειρά τους τον πόνο της καρτερίας, τον θρήνο της απώλειας, την απογοήτευση της εξέλιξης, μιας και ανθρώπινη ζωή χωρίς θλίψη, χωρίς μαρασμό, χωρίς εμπόδια, δε λογαριάζεται γι’ αληθινή.

Η ιστορία της περιγράφεται με απόλυτη γλαφυρότητα στις σελίδες του νέου μυθιστορήματος του συγγραφέα Δημητρίου Τζουβάλη με τίτλο «Η επανάσταση της τουαλέτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρμός». Κι ως ιστορία που έχει ως κεντρικό της θέμα την αγάπη, σαφώς περιέχει στον πυρήνα της το μικρόβιο της επανάστασης. Άλλωστε, κάθε αγνό συναίσθημα, πέρα από το ρομαντικό στοιχείο που διαθέτει, περιβάλλεται και με τον κατάλληλο δυναμισμό, που του επιτρέψει να σταθεί αλώβητο στο χρόνο, παντοτινό στη μνήμη κι ανέγγιχτο από τα δεινά της μίζερης, θλιβερής, σκοτεινής, αλλοτριωμένης και κάλπικης από κάθε άποψη ζωής.

Η αγάπη, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, περικλείει στους κόλπους της την αθωότητα. Η αθωότητα, φυσικά, είναι προτέρημα της παιδικής ψυχής, εκείνης που δεν έχει προλάβει ακόμα να φθαρεί από τα βάσανα, τις προσβολές και τις προστυχιές των μεγάλων. Όμως, τα όνειρα γρήγορα υποδουλώνονται. Τα παιδιά χάνουν την αθωότητά τους, καθώς μεγαλώνουν, καθώς καταναγκάζονται να φύγουν βίαια από την αγκαλιά της μάνας τους και να ενταχθούν σε ένα νέο περιβάλλον που καλείται σχολείο για να γνωρίσουν (άραγε για ποιο λόγο;) τι θα πει επιβολή των μεγάλων και χειραφέτηση, απότομη αλλαγή των πλάνων και των προσδοκιών, κόσμος χωρίς διλήμματα, συστολές και αρετή. Επόμενο είναι το σκηνικό της εξέλιξης που προκύπτει: Τα παιδιά μεταμορφώνονται σε δράκους κι έπειτα ολοκληρώνονται ως πολίτες μιας σάπιας και διεφθαρμένης κοινωνίας.

Σ’ αυτά, λοιπόν, τα καθοριστικά, μεταβατικά χρόνια της σχολικής περιόδου εστιάζει ο συγγραφέας στο βιβλίο του αυτό, στα χρόνια που δημιουργούνται οι πρώτες αντισυμβατικές κοινότητες, οι συμμορίες των μαθητών, που βαδίζουν κόντρα στο επιβλητικό καθεστώς των καθηγητών, αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, επιδιώκοντας, όσο είναι ακόμη παιδιά, να κάνουν την πρώτη τους επανάσταση, την πιο καθοριστική, αυτή που θα στιγματίσει με το πάθος και τον αυθορμητισμό της νιότης τους όλη τη μετέπειτα πορεία της ζωής τους.

Η περίοδος που εστιάζει καθρεφτίζει την ελληνική επαρχία της μεταπολεμικής εποχής (μέσα του 20ου αιώνα), μια εποχή την οποία έζησε κι ο ίδιος ως παιδί. Επόμενο είναι να καταθέτονται στο χαρτί προσωπικές μνήμες μιας μακρινής εποχής του, που, όμως, έχουν καταφέρει να μείνουν βαθιά χαραγμένες στην ψυχή του ζητώντας διακαώς την αποτύπωσή τους προτού χαθούν οριστικά στο πέρασμα του χρόνου.

Ο αναγνώστης θα διαβάσει αρκετές λεπτομέρειες για τα σκασιαρχεία των μαθητών, για τα πρώτα κλεφτά τσιγάρα των μικρών ανταρτών στο πάρκο δίπλα στο σχολείο, για τις πρώτες βρισιές και πονηρές σκέψεις τους, για τις πρώτες φιλοσοφικές αναζητήσεις της παιδικής τους αθωότητας κτλ. Ο τίτλος του βιβλίου, φυσικά, δεν είναι τυχαίος. Πρόκειται για το πρώτο επαναστατικό κίνημα εκείνων που επιδίωξαν να βάλουν φρένο στα κακά των καιρών. Έχοντας ως ορμητήριό τους την τουαλέτα του σχολείου τους, επιχειρούν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, ώστε να καταφέρουν αυτό που κανείς μεγάλος δεν κατάφερε ποτέ στην ιστορία: Να επαναφέρουν την αγάπη στο προσκήνιο και να πατάξουν με κάθε τρόπο την αδικία της κοινωνίας που εις γνώση της εθελοτυφλεί μπρος στο κακό που της επιβάλλεται και συνεχώς αιμορραγεί.

Η συνειδητοποίηση βοηθά. Οι εξουσιαστές μετά βεβαιότητας δεν αποτελούν τους σωτήρες του τόπου τους, που έρχονται να πατάξουν το κακό, καθώς επιβουλεύονται το καλύτερο κομμάτι της ζωής των ανθρώπων, την παιδικότητά τους, για ίδιον συμφέρον. Η επανάσταση είναι, πλέον, η μόνη λύση, μιας και η κοινωνία που τους περιβάλει δε θυμίζει σε τίποτα την κοινωνία που ονειρεύτηκαν. Το κακό καραδοκεί, ο φόβος της έκφρασης δεσπόζει, ο χλευασμός των ανίσχυρων νομιμοποιείται, η ανισότητα, η εκμετάλλευση και η δίχως όρια εξουσία επιβάλλονται με τη βία. Οργή και αγανάκτηση πλημμυρίζει τη σκέψη. Η επανάσταση είναι μονόδρομος, που, όμως, δε μπορεί να προκύψει δίχως αυτοθυσία.

Κι έτσι η εσωτερική φωνή οργιάζει. Απαιτεί την τιμωρία των υπευθύνων. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία, που χρόνια ψάχνει ως παιδί και ως έφηβος, για να χλευάσει την κοινωνία αυτή που καταδίκασε τους ανθρώπους της στην ξενιτιά, στη θάλασσα, στην εξορία, στη φυλακή, μιας και δεν κατάφερε ποτέ να ενώσει τα μέλη της με τη δύναμη της αγάπης και να φυτέψει την ομόνοια στις ψυχές τους. Η φτώχεια, ως αποτέλεσμα μιας άνισης πάλης, μόνο κακό προκάλεσε στην κοινωνία της πολύπαθης μεταπολεμικής Ελλάδας που άντεξε στους πολέμους, αγωνίστηκε για να κρατηθεί ακέραιη, μάτωσε, αλλά ποτέ δεν έμαθε από τα λάθη της. Τα αποτελέσματα γνωστά: ισχύς των οικονομικά ευκατάστατων και εξουσιαστών, εκμετάλλευση των αδυνάτων, διαστροφή, ατιμώρητο και κατά συρροή έγκλημα, υποκρισία, αδικία. Η ηθική, ωστόσο, στα όρια της εξαθλίωσης. Η δικαιοσύνη απούσα, η κοινωνική κριτική στην άνθισή της, το μεθύσι της εξουσίας η συλλογική της εικόνα, η κατάχρησή της η κατάντια, ο φόβος της αντίδρασης η συνθήκη, η διαφθορά της εκκλησίας το αδιέξοδο.

Η επανάσταση γίνεται αντιληπτό ότι προϋποθέτει τόλμη και μαζική ορμή του καλού ενάντια στο κακό. Για το λόγο αυτό και δεν πρέπει να θεωρηθεί κίνημα των ατίθασων μελών μιας υγιούς κοινωνίας, ούτε των οκνηρών, ούτε των ειρώνων, αλλά μια θαρραλέα αντίδραση που στόχο έχει να μειώσει τη φόρα των δράκων. Μόνο όταν γίνει η αρχή προκύπτουν οι πολυπόθητες αλλαγές, αλλαγές, όμως, που δεν επιβάλλονται από τα όπλα, αλλά από τις ψυχές των ανθρώπων, από τη γλυκύτητα που κρύβεται μέσα τους, αυτή που απορρίπτει την κακία που κυβερνά τον κόσμο υπό το χρίσμα της αρετής.

Η Διαμάντω της αγάπης επιμένει ακόμα να στέκεται δυνατή, παρά τη δυστυχία της, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο. Γιατί δε φοβάται το κακό, δε λυγίζει στον πόνο της απώλειας, δεν οργίζεται για την άδική της μοίρα. Επιμένει να ζει με οδηγό της το συναίσθημα, μιας και η αγάπη της εδρεύει στα βάθη της ψυχής της, νικώντας με επιτυχία τη λήθη που φέρνει ο χρόνος. Επιμένει να ζει το όνειρό της, να πιστεύει στο καλό και να προσδοκά την επικράτησή του σε όλο τον επίγειο κόσμο.

Μια πολυπρόσωπη και πολυδιάστατη ιστορία, δοσμένη σε πρώτο πρόσωπο, με έξυπνη πλοκή, άριστη χρήση και τεχνική της γλώσσας, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος της αφήγησης. Ο κινηματογραφικός της χαρακτήρας, σε συνδυασμό με τη διεισδυτική ματιά του συγγραφέα, που εισβάλει δίχως ενδοιασμό στα μύχια της ψυχής των ηρώων του, οι πλούσιοι διάλογοι που συχνά παραθέτει και η διαρκής πάλη των αντίθετων δυνάμεων της κοινωνίας που με επιτυχία ξεδιπλώνει στις σελίδες της καθρεφτίζοντας επιδεικτικά την αναστάτωση στην ισορροπία της φύσης και την πρόκληση ανάμεικτων συναισθημάτων στους ανήμπορους θεατές της ζωής, υπόδουλους του φόβου της ανταρσίας και της ανάκαμψης (καλού-κακού, δίκαιου-άδικου, φτώχειας-πλούτου κτλ), δίνουν πολλές αφορμές στον αναγνώστη για φιλοσοφικούς προβληματισμούς και αναζητήσεις του πραγματικού νοήματος της ύπαρξης ως δώρο που ήρθε από τα ουράνια για να λάμψει και να αφήσει το αποτύπωμά της στην αιωνιότητα.

Ένα βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες, που οπωσδήποτε, αξίζει να διαβαστεί.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

[…] Η αγαπημένη, η πόλη των φίλων μας. Η μισητή, η πόλη των εχθρών μας. Η δύσκολη πόλη των δράκων, που κατέλαβαν όλες τις πηγές και δεν αφήνουν το νερό να δροσίσει τη λάβρα μας, να ποτίσει τις καρδιές μας ν’ ανθίσουν. Η αδιάφορη πόλη των απλών θεατών, αυτών των αδιάφορων τύπων, που δεν είναι φίλοι μήτ’ εχθροί μας, και παρά ταύτα εξακολουθούν να υπάρχουν…
«Ο Θεός, άφησε τα πράγματα και ξεστράτισαν. Έπρεπε να κρατήσει τη σύνθεση του κόσμου ξεκάθαρη. Εχθροί και φίλοι. Τους άλλους, που δεν είναι τίποτε, τους ουδέτερους, τους απαθείς παρατηρητές των μαχών της ζωής, τι τους ήθελε;»
[…] Εμείς λοιπόν κι εκείνοι στην πόλη μας. Τη δική μας και των δράκων την πόλη. Μια χούφτα άοπλα ξωτικά εμείς κι εκείνοι δράκοι μυριάδες και πάνοπλοι. Μη ξέροντας πως αποφασίσαμε να φυλάξουμε Θερμοπύλες, και αγέρωχοι από τη σιγουριά που τους δίνει το πλήθος και η δύναμή τους, σχεδιάζουν τη ζωή μας σύμφωνα με τις επιθυμίες τους και καταπώς τους βολεύει. Συναθροίζονται φανερά, πολύμορφες δυνάμεις και αδυναμίες, για να μας «κανονίσουν» το μέλλον. Μας αγνοούν, μην ξέροντας πως εμείς είμαστε το μέλλον το δικό τους. Είμαστε η ιερή μαγιά του επαναστάτη, που σώθηκε από τη διάβρωση του καθωσπρεπισμού.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα, Δημήτριο Τζουβάλη:

Ο Δημήτριος Τζουβάλης γεννήθηκε στο Νεοχώρι Μεσολογγίου τον Μάρτιο του 1946. Βασική εκπαίδευση στην Κατούνα, Γαλαξείδι, Αμφιλοχία, Αστακό και Αγρίνιο. Σπούδασε Μαθηματικά, Πληροφορική και Ρομποτική στην Uppsala της Σουηδίας. ‘Ιδρυσε μαζί με άλλους τα λογοτεχνικά περιοδικά “Σύνθεση” και “Εμβόλιμον”. Γράφει ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και θέατρο. i epanastasi tis toualetas.